Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Αποκρατικοποιήσεων Νόμος του 2014»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος

Νίκος Νικολαΐδης

Άγγελος Βότσης

Γιώργος Περδίκης

Πρόδρομος Προδρόμου

Νίκος Κουτσού

Μάριος Μαυρίδης

Μη μέλη της επιτροπής:

Μαρία Κυριακού

Αβέρωφ Νεοφύτου

Σταύρος Ευαγόρου

Άριστος Δαμιανού

Γιάννος Λαμάρης

Γιώργος Βαρνάβα

Πάμπος Παπαγεωργίου

Δημήτρης Συλλούρης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 17, 19, 24 και 25 Φεβρουαρίου 2014. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Οικονομικών συνοδευόμενος από το γενικό διευθυντή και εκπροσώπους του υπουργείου, εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, ο γενικός διευθυντής και εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (Cyta), της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ), της Αρχής Λιμένων Κύπρου (ΑΛΚ), του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), της Αρχής Κρατικών Εκθέσεων Κύπρου (ΑΚΕΚ), των Δασικών Βιομηχανιών Κύπρου Λτδ, της Παγκύπριας Εταιρείας Αρτοποιών Λτδ, καθώς και εκπρόσωποι της ΟΒΕ, του ΚΕΒΕ και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΑΣΥΔΥ, ΣΕΚ, ΠΕΟ, ΔΕΟΚ και ΠΟΑΣ. Σημειώνεται ότι ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών κλήθηκε και παρευρέθηκε και υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Cyta.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η θέσπιση του νομικού πλαισίου που θα διέπει τις διαδικασίες για τις αποκρατικοποιήσεις δημόσιων οργανισμών, τις αναγκαίες διαδικασίες και την καθίδρυση των αρμόδιων οργάνων που θα διενεργήσουν τις αποκρατικοποιήσεις στη Δημοκρατία.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, αυτό προωθείται στη βάση των διεθνών υποχρεώσεων τις οποίες η Δημοκρατία έχει αναλάβει σύμφωνα με το Μνημόνιο Συναντίληψης για τη Δεσμευτική Ειδική Οικονομική Πολιτική μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτό περιλαμβάνεται στον περί της Συμφωνίας Διευκόλυνσης Χρηματοδοτικής Στήριξης (Κυρωτικό) Νόμο του 2013.

Ειδικότερα, με το παρόν νομοσχέδιο προτείνονται νομοθετικές ρυθμίσεις για τα ακόλουθα:

1. Τις μεθόδους και τις διαδικασίες αποκρατικοποίησης.

2. Τη δημιουργία Μονάδας Αποκρατικοποίησης, της οποίας θα προΐσταται έφορος και η οποία θα ενισχύεται από εμπειρογνώμονες και δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι θα υποβάλλουν τις εισηγήσεις τους προς διυπουργική επιτροπή, η οποία θα επεξεργάζεται τις εισηγήσεις αυτές και θα τις υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο για έγκριση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξάγονται από την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, το Μνημόνιο Συναντίληψης που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προνοεί για την ετοιμασία του νομικού και θεσμικού πλαισίου για αποκρατικοποιήσεις δημόσιων οργανισμών (παρ. 3.6 του μνημονίου). Επισημαίνεται ότι στο υπό επικαιροποίηση μνημόνιο έχει τεθεί ως προϋπόθεση η ψήφιση σχετικής νομοθεσίας που να ρυθμίζει το πλαίσιο αποκρατικοποίησης πριν από την εκταμίευση της τέταρτης δόσης της χρηματοδοτικής βοήθειας.

Υπό το φως των πιο πάνω, το Υπουργείο Οικονομικών, με τη συνδρομή του συμβουλευτικού οίκου PWC, των συναρμόδιων υπουργείων (Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού) και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ετοίμασε σχετικό νομοσχέδιο αναφορικά με το νομικό πλαίσιο διενέργειας και διαδικασίας αποκρατικοποιήσεων στη Δημοκρατία. Το υπό αναφορά νομοσχέδιο αποτέλεσε ειδικό θέμα συζήτησης κατά την πρόσφατη αξιολόγηση της πορείας εφαρμογής του μνημονίου.

Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο προβλέπει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Τους λόγους για τους οποίους πρέπει να προωθηθεί η αποκρατικοποίηση δημόσιων οργανισμών, οι οποίοι συνίστανται στη μείωση του δημόσιου χρέους, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, καθώς και στην καλύτερη εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.

2. Τον καθορισμό των όρων αποκρατικοποίηση”, “δημόσιος οργανισμός” και φορέας υποκείμενος σε αποκρατικοποίηση”, ο οποίος θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου και την Αρχή Λιμένων Κύπρου.

Συναφώς με τα πιο πάνω, ο όρος “αποκρατικοποίηση” περιλαμβάνει την παραχώρηση ή μεταβίβαση σε νομικό ή φυσικό πρόσωπο με διάφορες προνοούμενες μεθόδους όλων ή ορισμένων δικαιωμάτων δημόσιου οργανισμού ή της Δημοκρατίας επί των περιουσιακών στοιχείων δημόσιων οργανισμών.

Περαιτέρω, προβλέπεται ότι η αποκρατικοποίηση μπορεί να υλοποιείται με οποιαδήποτε από τις μεθόδους που είναι αποδεκτές στις συνήθεις εμπορικές πρακτικές, περιλαμβανομένης της πώλησης και μεταβίβασης ή μίσθωσης ή παραχώρησης δικαιώματος χρήσης, διαχείρισης ή εκμετάλλευσης κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας όλου ή μέρους αυτής.

3. Το θεσμικό πλαίσιο το οποίο θα ισχύσει για την εφαρμογή του Προγράμματος Δράσης Αποκρατικοποιήσεων, το οποίο συνοπτικά περιλαμβάνει το Υπουργικό Συμβούλιο, τη διυπουργική επιτροπή, τη Μονάδα Αποκρατικοποιήσεων, τον Έφορο Αποκρατικοποιήσεων και τις τεχνικές υπηρεσιακές επιτροπές σε κάθε δημόσιο οργανισμό υποκείμενο σε αποκρατικοποίηση.

4. Τις λεπτομερείς αρμοδιότητες του Υπουργικού Συμβουλίου, της διυπουργικής επιτροπής και της Μονάδας Αποκρατικοποιήσεων, η οποία θα αποτελείται από τον Έφορο Αποκρατικοποιήσεων, από εμπειρογνώμονες (όχι περισσότερους από έξι) και από δημόσιους υπαλλήλους που θα αποσπαστούν (όχι περισσότερους από τέσσερις), καθώς και τις αρμοδιότητες του εφόρου και των τεχνικών υπηρεσιακών επιτροπών που θα συσταθούν.

5. Τη διαδικασία πρόσληψης του Εφόρου Αποκρατικοποιήσεων, ο οποίος πρέπει να είναι άτομο που να έχει εμπειρία σε παρόμοιες συναλλαγές και διαδικασίες και ο οποίος θα προσληφθεί στη βάση σύμβασης που θα εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο. Σε ό,τι αφορά την πρόσκληση εμπειρογνωμόνων, αυτή θα γίνει με αγορά υπηρεσιών μέσω σύμβασης που θα συναφθεί με το Υπουργείο Οικονομικών, η οποία θα περιέχει τους όρους και τη διάρκεια των υπηρεσιών τους, κατ’ εφαρμογή του περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου [Ν.12(1)/2006].

Όπως επίσης προβλέπεται στο υπό αναφορά νομοσχέδιο, τα εργασιακά θέματα που αφορούν τους οργανισμούς που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Δράσης Αποκρατικοποιήσεων θα τύχουν επεξεργασίας, διαβούλευσης και ρύθμισης σε μεταγενέστερο στάδιο, ανάλογα με τις αποφάσεις που θα ληφθούν για κάθε οργανισμό.

Στο ίδιο νομοσχέδιο προβλέπεται ότι οι αποκρατικοποιήσεις δε θα ολοκληρώνονται, εάν δεν προηγηθούν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Διαβούλευση μεταξύ της διυπουργικής επιτροπής και των εργαζομένων των κρατικών οργανισμών που θα αποκρατικοποιηθούν.

2. Τροποποιήσεις/κατάργηση σχετικών νομοθεσιών οργανισμών υποκείμενων σε αποκρατικοποίηση.

3. Θέσπιση νομοθεσίας για τη ρύθμιση μονοπωλίων που ενδεχομένως να δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα των αποκρατικοποιήσεων (κατάλληλες ρυθμιστικές αρχές).

Στα πλαίσια της συζήτησης του θέματος ο Υπουργός Οικονομικών δήλωσε στην επιτροπή ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιο είναι μνημονιακό νομοσχέδιο, το οποίο αφορά την υλοποίηση των όσων αναφέρονται στην παρ. 3.6 του μνημονίου, δηλαδή τον καταρτισμό και την υλοποίηση προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. Ως στόχος αυτού του προγράμματος καθορίζεται πρώτιστα η ενίσχυση της οικονομικής αποδοτικότητας και ανταγωνιστικότητας των δημόσιων οργανισμών που ενασκούν εξόχως εμπορική και επιχειρησιακή δραστηριότητα σε τομείς ιδιαίτερα εξειδικευμένους, όπως είναι για παράδειγμα οι τηλεπικοινωνίες και η ενέργεια, οι οποίοι, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να συνεχίσουν να λειτουργούν και να διοικούνται υπό την παρούσα μορφή, δηλαδή ως προέκταση του κράτους. Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, η προσέλκυση στρατηγικού επενδυτή ή επενδυτών θα ήταν επωφελής και για τον οργανισμό και για τους καταναλωτές, αλλά και για την οικονομία συνολικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, ως στόχος τίθεται η προσέλκυση νέων κεφαλαίων μέσω ενός καλά σχεδιασμένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, το οποίο μπορεί να αποτελέσει εργαλείο προσέλκυσης άμεσα ξένων επενδύσεων με σημαντικότατες θετικές επιπτώσεις στην οικονομία, χωρίς αυτό να αποκλείει και τη συμμετοχή εγχώριων κεφαλαίων, όπως για παράδειγμα είναι η συμμετοχή ταμείων συντάξεων ή ταμείων προνοίας, έτσι που να εκπροσωπούνται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, ή ακόμη και η συμμετοχή ασφαλιστικών ή άλλων επενδυτικών ταμείων.

Σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο κυβερνητικό αρμόδιο, ως στόχος τίθεται επίσης η αποκατάσταση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους με ποσό ύψους 1 δις το οποίο πρέπει να εισπραχθεί μέχρι το 2016 και ποσό ύψους 400 εκατομ. το οποίο πρέπει να εισπραχθεί μέχρι το 2018. Τα καθορισθέντα ποσά, αλλά και το τεθέν χρονοδιάγραμμα αποτυπώνουν υπαρκτή ανάγκη, αφού, στην περίπτωση που η Κυπριακή Δημοκρατία δεν καταστεί δυνατό να εξεύρει τα απαιτούμενα ποσά μέχρι το 2016, θα υπάρξει χρηματοδοτικό κενό το οποίο θα παρακωλύει την επάνοδο της Δημοκρατίας στις αγορές και θα θέσει επί τάπητος ζήτημα νέου μνημονίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ο Υπουργός Οικονομικών τόνισε συναφώς ότι για την επίτευξη των πιο πάνω στόχων θεωρήθηκε αναγκαίος ο καταρτισμός σε πρώτο στάδιο ενός γενικού πλάνου για αποκρατικοποιήσεις και ότι για το σκοπό αυτό εξετάστηκαν σε τεχνοκρατικό και πολιτικό επίπεδο, με τη στήριξη των υπηρεσιών συμβουλευτικού οίκου, τα δεδομένα και οι προοπτικές σαράντα τεσσάρων ημικρατικών οργανισμών και επιχειρήσεων στα οποία το κράτος διατηρεί πλειοψηφική ή μειοψηφική συμμετοχή. Συναφώς, επιλέχθηκαν για ένταξη σε πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων επτά οργανισμοί, το δε σχετικό πλάνο υιοθετήθηκε ομόφωνα από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 5 Δεκεμβρίου 2013 και έγινε αποδεκτό, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις.

Σύμφωνα με τις επεξηγήσεις του ιδίου αξιωματούχου, ο σχεδιασμός αποκρατικοποίησης διαφέρει για τον καθένα από τους επιλεγέντες επτά οργανισμούς. Συναφώς, η Cyta προκρίνεται ως οργανισμός για τον οποίο η αποκρατικοποίηση μπορεί να προχωρήσει άμεσα με την αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή μέχρι το τέλος του 2015, ενώ, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, τυχόν ζητήματα που σχετίζονται με θέματα ασφάλειας θα αντιμετωπιστούν και θα ρυθμιστούν μέσα στα πλαίσια της προνοούμενης διαδικασίας αποκρατικοποιήσεων.

Όσον αφορά την ΑΛΚ, ο αρμόδιος υπουργός δήλωσε ότι η Αρχή προβλέπεται να διατηρηθεί ως δημόσιος οργανισμός, η διαχείριση όμως των εμπορικών δραστηριοτήτων των λιμανιών Λεμεσού και Λάρνακας θα αποδοθεί στον ιδιωτικό τομέα. Συναφώς, ανέφερε ότι για το λιμάνι της Λάρνακας βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη διαδικασία εξεύρεσης στρατηγικού επενδυτή, βάσει απόφασης της προηγούμενης κυβέρνησης, και ότι παρόμοια ρύθμιση θα επιχειρηθεί και για το λιμάνι Λεμεσού.

Όσον αφορά την ΑΗΚ, η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου προβλέπει ότι πριν από τη λήψη οριστικών αποφάσεων πρέπει να διεξαχθεί εξειδικευμένη μελέτη, η οποία μεταξύ άλλων θα εισηγείται τη νέα δομή, θα λαμβάνει υπόψη τον ευρύτερο σχεδιασμό του ενεργειακού τομέα, που επίσης βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς και την ανάλογη διαμόρφωση του σχετικού ρυθμιστικού πλαισίου. Συνακόλουθα, η αναζήτηση επενδυτή ή επενδυτών για την ΑΗΚ δεν προβλέπεται να επιχειρηθεί πριν από το τέλος του 2017 ή τις αρχές του 2018.

Ο αρμόδιος υπουργός διευκρίνισε επίσης ότι ο σχεδιασμός αποκρατικοποιήσεων περιλαμβάνει και το ΧΑΚ, τις Δασικές Βιομηχανίες και την Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών ως προς το μερίδιο μετοχών του κράτους σε αυτές, καθώς και την ΑΚΕΚ σε σχέση με την ακίνητη περιουσία της Αρχής.

Περαιτέρω, ο Υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιο διαμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο εκτέλεσης του όλου προγράμματος και αποτελεί το πρώτο διαδικαστικό βήμα σε μια δύσκολη και εντατική πορεία που θα διαρκέσει από δύο έως τέσσερα χρόνια. Όπως σχετικά τόνισε, το πρόγραμμα αυτό είναι σημαντικό, καθότι:

1. μέσω αυτού καθορίζονται αξιόπιστες, διαφανείς και αποτελεσματικές διαδικασίες, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία του όποιου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και

2. η ψήφιση του εν λόγω νομοσχεδίου σε νόμο αποτελεί προϋπόθεση για τη συνέχιση της χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με τους όρους του Μνημονίου Συναντίληψης, η οποία πρέπει να συντελεστεί το αργότερο μέχρι την 4η Μαρτίου 2014.

Η επιτροπή στα πλαίσια της συζήτησης του θέματος κάλεσε επίσης τους προέδρους των διοικητικών συμβουλίων των ημικρατικών οργανισμών των οποίων εξετάζεται το ενδεχόμενο αποκρατικοποίησης να καταθέσουν τις θέσεις τους επί του νομοσχεδίου. Συναφώς, οι εν λόγω αξιωματούχοι κατέθεσαν τα ακόλουθα:

1. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Cyta δήλωσε ότι βασική προϋπόθεση και θέση του διοικητικού συμβουλίου είναι ότι πρέπει να μεγιστοποιηθεί η αξία του οργανισμού, ώστε να υπάρχουν περισσότερες επιλογές κατά τη διαδικασία αποκρατικοποίησης και παράλληλα να διασφαλιστούν στο μέγιστο βαθμό τα δικαιώματα των υπαλλήλων. Επισήμανε επίσης ως ιδιαίτερα σημαντικό και καθοριστικό για την ομαλή πορεία της όλης διαδικασίας την επίτευξη και διασφάλιση της εργατικής ειρήνης.

2. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΛΚ, διευκρινίζοντας ότι η Αρχή, σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες, θα συνεχίσει να λειτουργεί ως δημόσιος οργανισμός και ότι η αποκρατικοποίηση αφορά μόνο τις εμπορικές δραστηριότητες των λιμανιών Λάρνακας και Λεμεσού, σημείωσε ότι οποιεσδήποτε ρυθμίσεις τελικά αποφασιστούν πρέπει να είναι προϊόν εξαντλητικού διαλόγου με τις οργανώσεις των εργαζομένων. Περαιτέρω, επισήμανε ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραχωρηθεί η εθνική κυριαρχία επί των λιμανιών σε ιδιώτες, διευκρινίζοντας ότι το κράτος και η Αρχή σε κάθε περίπτωση πρέπει να διατηρήσουν το δικαίωμα λειτουργίας και διαχείρισης των λιμανιών.

3. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΗΚ τόνισε την ανάγκη διασφάλισης της εργατικής ειρήνης κατά τη διαδικασία αποκρατικοποιήσεων, αναφέροντας ότι η Αρχή παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες στη λειτουργία της, οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Επισήμανε επίσης κάποια πρακτικά και τεχνικά προβλήματα που ενδέχεται να παρουσιαστούν, ιδιαίτερα σε σχέση με το ρόλο του διοικητικού συμβουλίου και τη διαβούλευση με τον Έφορο Αποκρατικοποιήσεων, καθώς και σε σχέση με την ανάληψη ευθύνης ως προς τα ζητήματα που πιθανόν να ανακύψουν.

4. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΑΚΕΚ δήλωσε ότι εκ των πραγμάτων η Αρχή δεν έχει εναλλακτική λύση πέραν της άμεσης αναστολής των εργασιών της. Όπως ανέφερε, η Αρχή παρουσιάζει διαχρονικό πρόβλημα με σημαντικά ελλείμματα και αδυναμία να εξυπηρετήσει τα δάνεια και τις υποχρεώσεις της τόσο προς τους συνεργάτες όσο και προς το προσωπικό της, καθώς και παντελή έλλειψη ρευστότητας. Συνεπώς, δεν υφίσταται άλλη επιλογή για το διοικητικό συμβούλιο από το να καταλήξει στο ότι η Αρχή δεν είναι βιώσιμη. Συναφώς, ζητήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών η μετάταξη του προσωπικού της Αρχής στην κυβέρνηση, δηλώνοντας παράλληλα ότι το κλείσιμο της Αρχής αποτελεί πράξη ευθύνης, ώστε να σταματήσει το ταχύτερο η αφαίμαξη πόρων από τα κυβερνητικά ταμεία.

5. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των Δασικών Βιομηχανιών Κύπρου Λτδ δήλωσε ότι η εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με πλειοψηφικό μέτοχο την κυβέρνηση. Όπως ανέφερε, οι Δασικές Βιομηχανίες Κύπρου Λτδ ενίοτε υπήρξαν μια πολύ επιτυχημένη επένδυση για την κυβέρνηση, η οποία έχει επωφεληθεί στο πολλαπλάσιο υπό τη μορφή απόδοσης μερισμάτων, ενώ ταυτόχρονα η αξία της περιουσίας της έχει πολλαπλασιαστεί κατά πενήντα φορές σε σχέση με την αρχική της αξία. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η εταιρεία με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα εξυπηρετεί σημαντικά δημόσια συμφέροντα και στηρίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις παρέχοντας τις πρώτες ύλες σε τιμές πολύ ανταγωνιστικές. Συναφώς, κατέληξε ότι οι Δασικές Βιομηχανίες Κύπρου Λτδ δεν πρέπει να ενταχθούν στο κυβερνητικό σχέδιο αποκρατικοποιήσεων.

6. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Παγκύπριας Εταιρείας Αρτοποιών Λτδ δήλωσε ότι η κυβέρνηση μετέχει στην εταιρεία με ένα μικρό ποσοστό της τάξεως του 10,6%. Συνεπώς, δεν πρέπει να αναμένονται οποιαδήποτε σημαντικά έσοδα από την αποκρατικοποίηση της εν λόγω εταιρείας. Παράλληλα, στην περίπτωση που η κυβέρνηση αποφασίσει να διαθέσει το μικρό ποσοστό συμμετοχής της, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα αγοράς στους υφιστάμενους μετόχους της εταιρείας.

7. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΧΑΚ δήλωσε ότι το χρηματιστήριο είναι μικρό σε μέγεθος και συνεπώς τα αναμενόμενα για το κράτος έσοδα δε θα είναι σημαντικά. Όσον αφορά την προωθούμενη αποκρατικοποίηση, όπως ανέφερε, πρέπει να υιοθετηθεί μοντέλο το οποίο έχει εφαρμοστεί και σε άλλες χώρες έχοντας πάντα υπόψη και την προστασία των δικαιωμάτων των υπαλλήλων.

Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι των εργοδοτικών οργανώσεων κατέθεσαν τα ακόλουθα:

Ο πρόεδρος του ΚΕΒΕ δήλωσε μεταξύ άλλων ότι διαχρονικά η οργάνωση τάσσεται εναντίον των κρατικών μονοπωλίων, καθότι αυτά ανήκουν σε απηρχαιωμένα οικονομικά μοντέλα τα οποία δεν έχουν θέση στις σύγχρονες οικονομίες και τα οποία έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν εστίες αναποτελεσματικότητας, γραφειοκρατίας και διαφθοράς, παρέχοντας εξωπραγματικά οφέλη τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματική οικονομία. Συναφώς, το ΚΕΒΕ τάσσεται υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου, εφόσον αυτό αποτελεί και μνημονιακή υποχρέωση η οποία, αν δεν τηρηθεί, θα επηρεάσει την είσπραξη της επόμενης δόσης.

Ο πρόεδρος της ΟΕΒ δήλωσε μεταξύ άλλων ότι ο μόνος τρόπος να υπάρξει ρευστότητα και να ενταθεί η οικονομική δραστηριότητα είναι η τήρηση των μνημονιακών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας και συνεπώς όσο πιο γρήγορα υλοποιηθεί η μεγιστοποίηση της αξίας των υπό συζήτηση οργανισμών διά της διάθεσής τους με την ταυτόχρονη διασφάλιση της εργατικής ειρήνης τόσο πιο γρήγορα η κυπριακή οικονομία θα ορθοποδήσει.

Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων από την πλευρά τους επικεντρώθηκαν κυρίως στα ακόλουθα θέματα:

1. Στην ανάγκη συμμετοχής των εργαζομένων σε ένα διαρκή και δομημένο διάλογο μέσω ενός θεσμοθετημένου οργάνου στη βάση των εργατικών θεσμίων και των ισχυουσών νομικών υποχρεώσεων.

2. Στην ανάγκη ρητής δέσμευσης για εισαγωγή στο νομοσχέδιο προνοιών οι οποίες να διαφυλάττουν τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των εργαζομένων, ιδιαίτερα σε σχέση με τη μονιμότητα, τα συνταξιοδοτικά και εργασιακά ωφελήματα, τις συλλογικές συμβάσεις κ.ά.

3. Στην ανάγκη ενίσχυσης του θεσμικού ρόλου της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία πρέπει να ελέγχει διά νόμου την πορεία και τις ενέργειες αποκρατικοποίησης και να έχει την ευθύνη της οποιασδήποτε τελικής απόφασης σε κάθε στάδιο αυτής.

4. Στη διαφοροποίηση της προβλεπόμενης στο νομοσχέδιο διαδικασίας έκδοσης διαταγμάτων από το Υπουργικό Συμβούλιο ως προς την ανάγκη καθορισμού επιμέρους θεμάτων, η οποία κατά την κρίση τους αντίκειται στις σχετικές νομοθεσίες και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρο 122) και υποβαθμίζει το θεσμικό ρόλο της Βουλής των Αντιπροσώπων.

5. Στην ανάγκη προώθησης ξεχωριστής νομοθεσίας για κάθε υπό αποκρατικοποίηση ημικρατικό οργανισμό στη βάση εμπεριστατωμένης μελέτης.

6. Στην ανάγκη ανάληψης προσπάθειας για εξεύρεση εναλλακτικών τρόπων εξασφάλισης του απαιτούμενου ποσού των €1,4 δις, εφόσον οι αποκρατικοποιήσεις από μόνες τους δεν πρόκειται να εξασφαλίσουν αυτό το ποσό.

7. Στην ανάγκη αποφυγής του ξεπουλήματος του εθνικού πλούτου και της κρατικής περιουσίας κάτω από την πίεση των οικονομικών προβλημάτων που ταλανίζουν αυτή τη στιγμή το κράτος.

8. Στην αποφυγή απώλειας εθνικής κυριαρχίας και στην ανάγκη διασφάλισης θεμάτων εθνικής ασφάλειας.

Οι ίδιοι πιο πάνω εκπρόσωποι τάχθηκαν υπέρ της αναδιάρθρωσης και του εκσυγχρονισμού των ημικρατικών οργανισμών, τονίζοντας όμως ταυτόχρονα τη σημαντικότατη διαχρονική συνεισφορά τους στην ανάπτυξη της οικονομίας, καθώς και τη συμβολή τους υπό μορφή απόδοσης μερίσματος στο κράτος σε δύσκολες περιόδους, η οποία κατέστη αναγκαία, ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία του κράτους. Παράλληλα, επισήμαναν τον κίνδυνο δημιουργίας ιδιωτικών μονοπωλίων χωρίς ταυτόχρονα να διασφαλίζεται η αύξηση της ανταγωνιστικότητας και η μείωση των τιμών των παρεχόμενων ουσιωδών υπηρεσιών.

Σημειώνεται ότι στο στάδιο της συζήτησης ο Υπουργός Οικονομικών, κληθείς να σχολιάσει τα θέματα που εγέρθηκαν και τα οποία αναφέρονται πιο πάνω, σημείωσε τα ακόλουθα:

 Τα θέματα της διασφάλισης των εργασιακών δικαιωμάτων των υπαλλήλων ρυθμίζονται διά νόμου και δεν υπάρχει καμία πρόθεση μεταβολής τους μέσω των προνοιών του νομοσχεδίου, ενώ τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των επηρεαζόμενων υπαλλήλων είναι διασφαλισμένα και εγγυημένα από το κράτος.

 Σε περίπτωση που θα προκύψει ανάγκη πρόσθετων ρυθμίσεων, αυτό θα γίνει σε εύθετο χρόνο, ανάλογα με την περίπτωση και την ανάγκη που ενδεχομένως να προκύψει, πάντοτε μέσω νομοθετικής ρύθμισης, η οποία θα τεθεί ενώπιον της Βουλής, αφού πρώτα προηγηθεί συνεννόηση με τους ίδιους τους εργαζομένους.

 Η ενίσχυση της συμμετοχής και του ρόλου της Βουλής στη διαδικασία των αποκρατικοποιήσεων είναι κατανοητή και επιθυμητή και μπορεί να γίνει με ανάλογη τροποποίηση του νομοσχεδίου πάντοτε εντός των συνταγματικών πλαισίων. Ο ρόλος της Βουλής επιδιώκεται να είναι διαρκής και σημαντικός και αυτό ήδη προκύπτει από τις πρόνοιες του νομοσχεδίου, οι οποίες προβλέπουν ότι καμία αποκρατικοποίηση δεν ολοκληρώνεται, εκτός αν προηγηθεί η τροποποίηση ή η κατάργηση οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας η οποία ρυθμίζει θέματα που αφορούν την ίδρυση, τη λειτουργία, τις τοπικές ή τις διεθνείς υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του προσωπικού του οργανισμού ο οποίος τελεί υπό αποκρατικοποίηση.

Σημειώνεται ότι στο στάδιο της συζήτησης η επιτροπή ζήτησε την κατάθεση γραπτής γνωμάτευσης εκ μέρους της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας σε σχέση με διάφορα εγερθέντα νομικά ζητήματα, τα οποία κυρίως αφορούν τη δυνατότητα ενεργούς συμμετοχής της Βουλής στις διαδικασίες αποκρατικοποιήσεων, καθώς και στην εξασφάλιση της συναίνεσης του σώματος πριν από τη λήψη οποιασδήποτε τελικής απόφασης, τη δυνατότητα αποξένωσης κρατικής περιουσίας μέσω της έκδοσης διαταγμάτων αντί διά νομοθετικής ρύθμισης, καθώς και το ενδεχόμενο σύγκρουσης προνοιών του νομοσχεδίου με το άρθρο 122 του συντάγματος, ειδικότερα ως προς το ζήτημα της μονιμότητας ή μη των υπαλλήλων των ημικρατικών οργανισμών.

Η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ανταποκρινόμενη στο αίτημα της επιτροπής, σε σχετική επιστολή προς τον πρόεδρο και τα μέλη της επιτροπής, ημερομηνίας 21ης Φεβρουαρίου 2014, αναλύει τη θέση της σε σχέση με τα πιο πάνω εγερθέντα νομικά ζητήματα ως ακολούθως:

Το νομοσχέδιο προβλέπει για τη θεσμοθέτηση ενός πλαισίου κανόνων οι οποίοι θα ρυθμίζουν τις διαδικασίες, τη μέθοδο και την έκταση τυχόν αποκρατικοποίησης νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου.

Στο άρθρο 122 του συντάγματος γίνεται ονομαστική αναφορά σε τρία νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου για τα οποία ο συντακτικός νομοθέτης όρισε ότι παρέχουν δημόσια υπηρεσία χάριν του δημόσιου συμφέροντος. Μεταγενέστερα, με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έγινε η τροποποίηση του συντάγματος με το άρθρο 1Α. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου αυτού, ουδεμία διάταξη του συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει από το να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από ευρωπαϊκές κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις ευρωπαϊκές κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι ειδικές νομοθεσίες για τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, όπως για παράδειγμα για την ΑΗΚ και τη Cyta, τροποποιήθηκαν για σκοπούς άρσης του μονοπωλίου παροχής ορισμένων υπηρεσιών που αποτελούσαν μέρος των δικών τους δραστηριοτήτων και με σκοπό τη συμβατότητα της λειτουργίας τους με τις διατάξεις των άρθρων 101 έως 106 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις οποίες απαγορεύεται η νόθευση του ανταγωνισμού, αλλά και με τα άρθρα 107 έως 109 της ίδιας συνθήκης, που αφορούν την απαγόρευση της ευνοϊκής μεταχείρισης των επιχειρήσεων και της κρατικής ενίσχυσής τους.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι οι δραστηριότητες των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου παρέχονται πλέον και από τον ιδιωτικό τομέα και περιλαμβάνουν εμπορικές επιχειρηματικές δραστηριότητες που εκ των πραγμάτων έχουν απεξαρτηθεί από το χαρακτηρισμό τους ως μονοπωλιακά προσφερόμενες από το δημόσιο υπηρεσίες.

Στη βάση των πιο πάνω και εφόσον οι πρόνοιες του νομοσχεδίου απλώς δηλούν πρόθεση αποκρατικοποίησης, χωρίς η μέθοδος και η έκταση της αποκρατικοποίησης να έχει αποκρυσταλλωθεί, δεν αποκαλύπτεται στο παρόν στάδιο οποιαδήποτε αντισυνταγματικότητα.

Συναφώς, για την εκάστοτε συντελούμενη αποκρατικοποίηση μπορεί να γίνεται έλεγχος κατά πόσο αφορά ουσιώδεις υπηρεσίες, οι οποίες πρέπει χάριν του δημόσιου συμφέροντος να εξακολουθήσουν να παρέχονται υπό το μανδύα των δημόσιων υπηρεσιών.

Όσον αφορά το τεθέν ερώτημα κατά πόσο οι υπηρετούντες σε «δημόσια υπηρεσία» απολαύουν μονιμότητας η οποία απορρέει από το σύνταγμα, η απάντηση είναι αρνητική, καθότι για τους δημόσιους υπαλλήλους που εργοδοτούνται στη δημόσια υπηρεσία, που υπάγεται στη Δημοκρατία, χρειάστηκε η ειδική κατοχύρωση του άρθρου 46 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου [Νόμος αρ. (1) του 1990]. Όσον αφορά τους υπηρετούντες σε νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, το καθεστώς εργοδότησής τους διέπεται από τους οικείους νόμους και κανονισμούς.

Όσον αφορά τη συνταγματικότητα περίληψης νομοθετικής διάταξης στο υπό αναφορά νομοσχέδιο με την οποία να επιβάλλεται διαβούλευση της εκτελεστικής εξουσίας με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού σχετικά με το διορισμό του εφόρου, το θέμα τούτο έχει κριθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ στο πρόσφατο παρελθόν η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας με αρ. 5 του 2012, αποφάσισε ότι επιβαλλόμενη διά νόμου διαβούλευση της εκτελεστικής εξουσίας με τη Βουλή, ασχέτως του ότι το Υπουργικό Συμβούλιο δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει τις απόψεις της κοινοβουλευτικής επιτροπής που εκφράζονται κατά τις διαβουλεύσεις, αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση σε ένα πεδίο που εμπίπτει αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, ώστε να συνιστά παραβίαση των σχετικών άρθρων του συντάγματος, καθώς και στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που είναι διάχυτη στο σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος, όσον αφορά την έναρξη της αποξένωσης κρατικής περιουσίας με διατάγματα, αυτή μπορεί να γίνεται, νοουμένου ότι τηρούνται προηγουμένως όλες οι πρόνοιες των σχετικών για κάθε περίπτωση νομοθετικών διατάξεων.

Αναλύοντας τα επιμέρους νομικά ζητήματα που εγέρθηκαν στο στάδιο της συζήτησης, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας κλήθηκε να σχολιάσει το θέμα της μονιμότητας ή μη των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, ειδικότερα δε κατά πόσο η ιδιότητα της μονιμότητας για τους εν λόγω υπαλλήλους πηγάζει από το σύνταγμα.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, η μονιμότητα των εν λόγω δημόσιων υπαλλήλων δεν αποτελεί εγγενές δικαίωμα το οποίο πηγάζει από το σύνταγμα, αλλά η ιδιότητα αυτή απορρέει από τους οικείους νόμους, οι οποίοι προβλέπουν για το εργασιακό καθεστώς των επηρεαζόμενων υπαλλήλων, διαχωρίζοντάς τους σε κατηγορίες, όπως είναι για παράδειγμα οι μόνιμοι υπάλληλοι ή άλλης φύσεως υπάλληλοι εργοδοτούμενοι για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Η ίδια εκπρόσωπος πρόσθεσε επίσης ότι, ανάλογα με τη θέση που έκαστος υπάλληλος νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου αποκτά με τη διεκδίκηση και κατάληψη συγκεκριμένης θέσης, του προσδίδονται συγκεκριμένα δικαιώματα, τα οποία μπορεί να διεκδικεί σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας, η οποία ενδεχόμενα να κατοχυρώνει τέτοια μονιμότητα.

Αναφορικά με το ίδιο θέμα, η ίδια εκπρόσωπος ανέφερε ότι υπάρχει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει ότι η μονιμότητα δεν πηγάζει αυτόματα από το σύνταγμα, αλλά αποτελεί θέμα που άπτεται του κράτους δικαίου.

Αναφορικά με το ζήτημα της ανάγκης ή μη τροποποίησης του συντάγματος και ειδικότερα του άρθρου 122 αυτού, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά σε τρεις ημικρατικούς οργανισμούς, δηλαδή στη Cyta, στην ΑΗΚ και στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, η ίδια εκπρόσωπος ανέφερε ότι, επειδή με τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου δεν αποκρυσταλλώνεται συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο θα επιχειρηθεί η αποκρατικοποίηση των επηρεαζόμενων οργανισμών, η Νομική Υπηρεσία κρίνει ότι είναι πρόωρο να αποφανθεί κατά πόσο θα χρειασθεί τροποποίηση του συντάγματος, ώστε να συντελεσθεί η αποκρατικοποίηση των επηρεαζόμενων οργανισμών. Διασαφήνισε επίσης ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα μπορεί να γίνει έλεγχος κατά πόσο μια υπηρεσία η οποία προσφέρεται από συγκεκριμένο ημικρατικό οργανισμό ο οποίος θα τελεί υπό αποκρατικοποίηση είναι ουσιώδης και κατά πόσο συνεπώς πρέπει να παραμείνει στο κράτος. Εάν διαφανεί ότι επηρεάζεται ο βασικός πυρήνας του κράτους σε σχέση με την παροχή ουσιωδών υπηρεσιών από προωθούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις στα πλαίσια των αποκρατικοποιήσεων, τότε το θέμα θα μπορεί να επανεξεταστεί και εναπόκειται στη Βουλή να αποφασίσει για το τι δέον γενέσθαι.

Όσον αφορά το θέμα της υλοποίησης των διαδικασιών αποκρατικοποίησης με διατάγματα του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο κατατεθέν νομοσχέδιο, η ίδια εκπρόσωπος διασαφήνισε ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να συντελεστεί αποκρατικοποίηση, σύμφωνα με τα όσα προνοούνται στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, χωρίς να προωθηθούν και να ψηφισθούν νομοθεσίες με τις οποίες είτε θα τροποποιούνται είτε θα καταργούνται οι οικείες νομοθεσίες με βάση τις οποίες λειτουργούν οι επηρεαζόμενοι ημικρατικοί οργανισμοί.

Από την πλευρά του ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, κληθείς σε μεταγενέστερο στάδιο να σχολιάσει διάφορα ζητήματα τα οποία εγείρονται σε σχέση με τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, ανέφερε τα ακόλουθα:

1. Δεν είναι δυνατή η προώθηση νομοθετικής ρύθμισης με βάση την οποία η κυβέρνηση θα διαβουλεύεται με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού αναφορικά με το διορισμό του προνοούμενου στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο Εφόρου Αποκρατικοποιήσεων, καθώς και θεμάτων που άπτονται της μισθοδοσίας του. Τόνισε ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι σαφής και ότι, σύμφωνα με απόφαση στην αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, υπ’ αριθμόν 5 του 2012, τέτοιας φύσεως ρύθμιση είναι ανεπίτρεπτη, καθότι συνιστά επέμβαση της μίας εξουσίας στις αρμοδιότητες της άλλης κατά παράβαση της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών.

2. Δεν προαπαιτείται τροποποίηση του άρθρου 122 του συντάγματος, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται με το νομοσχέδιο που έχει κατατεθεί στη Βουλή, καθότι για κάθε στάδιο αποκρατικοποίησης πρέπει να κατατίθενται στη Βουλή ξεχωριστά νομοσχέδια για τροποποίηση των οικείων νομοθεσιών με τις οποίες λειτουργούν οι κρατικοί οργανισμοί, οπότε στο στάδιο αυτό θα διενεργείται ο έλεγχος της συνταγματικότητας.

3. Η ιδιωτικοποίηση οργανισμών που προσφέρουν ζωτικές και ουσιώδεις υπηρεσίες δεν παρεμποδίζει το κράτος από του να θεσπίσει ακολούθως νομοθετικά μέτρα για τον έλεγχο της απρόσκοπτης παροχής ουσιωδών υπηρεσιών, όπως είναι για παράδειγμα η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.

4. Θέματα άμυνας και ασφάλειας θα τύχουν ρύθμισης με βάση τα ειδικά τροποποιητικά νομοσχέδια, τα οποία θα κατατεθούν στη Βουλή εν ευθέτω χρόνω.

Σημειώνεται ότι, υπό το φως της πιο πάνω γνωμάτευσης και κατ’ επιταγήν της επιτροπής, το Υπουργείο Οικονομικών συμφώνησε να επεξεργασθεί τροποποιήσεις επί του υπό αναφορά σχεδίου νόμου και να επανέλθει στη Βουλή με νέο κείμενο, στο οποίο να ενσωματώνει τροποποιήσεις οι οποίες κρίθηκαν από την επιτροπή αναγκαίες και για τις οποίες ο αρμόδιος υπουργός συμφώνησε ότι πρέπει να προωθηθούν και να ενσωματωθούν στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο στη βάση των συγκλίσεων που επιτεύχθηκαν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Με το νέο κείμενο σχεδίου νόμου, το οποίο κατατέθηκε από τον αρμόδιο υπουργό ενώπιον της επιτροπής, καθορίζεται ρητώς ότι η αποκρατικοποίηση οποιουδήποτε φορέα υποκείμενου σε αποκρατικοποίηση δεν ολοκληρώνεται, εκτός αν προηγηθούν συγκεκριμένα στάδια ως ακολούθως:

1. Διαβούλευση και ανταλλαγή πληροφοριών στη μεικτή συμβουλευτική επιτροπή, η οποία προτείνεται να θεσμοθετηθεί με γνώμονα τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων που απορρέουν από την οικεία νομοθεσία και των κανονισμών που διέπουν τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων του φορέα υποκείμενου σε αποκρατικοποίηση και των περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμων του 2000 και 2003 και των περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 και 2012, όπου αυτοί τυγχάνουν εφαρμογής, όπως και οποιασδήποτε άλλης συναφούς νομοθεσίας.

2. Λήψη απόφασης από το Υπουργικό Συμβούλιο αναφορικά με τη μέθοδο αποκρατικοποίησης.

3. Διασφάλιση κάθε θέματος που άπτεται της εθνικής ασφάλειας.

4. Ρύθμιση των υποχρεώσεων του φορέα που υπόκειται σε αποκρατικοποίηση, περιλαμβανομένων και οποιωνδήποτε υποχρεώσεων θα προέλθουν από απαιτήσεις και δικαιώματα των εργαζομένων στο φορέα αυτό.

5. Τροποποίηση ή κατάργηση οποιασδήποτε νομοθεσίας η οποία ρυθμίζει θέματα που αφορούν την ίδρυση, τη λειτουργία, τις τοπικές ή διεθνείς υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του προσωπικού του φορέα που υπόκειται σε αποκρατικοποίηση.

6. Θέσπιση κατάλληλης νομοθεσίας για τη ρύθμιση μονοπωλίων που ένεκα της φύσης των δραστηριοτήτων του φορέα που υπόκειται σε αποκρατικοποίηση δυνατό να δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της αποκρατικοποίησης.

7. Έγκριση σχετικών κανονισμών από τη Βουλή των Αντιπροσώπων αντί διαταγμάτων του Υπουργικού Συμβουλίου και δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οι οποίοι θα ρυθμίζουν:

α. το χρόνο έναρξης της ισχύος της αποκρατικοποίησης για κάθε φορέα υποκείμενο σε αποκρατικοποίηση,

β. τα περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα που ανήκουν σε φορέα υποκείμενο σε αποκρατικοποίηση ή στη Δημοκρατία, τα οποία θα μεταβιβαστούν ή θα παραχωρηθούν σε νομικό ή φυσικό πρόσωπο,

γ. το ποσό αντιπαροχής και

δ. τη διαδικασία είσπραξης της αντιπαροχής.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα κατατέθηκαν ενώπιόν της τόσο από τον Υπουργό Οικονομικών όσο και από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και υποβάλλοντας νέο κείμενο σχεδίου νόμου στην ολομέλεια για ψήφιση όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από το Υπουργείο Οικονομικών σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, έχει διαμορφώσει τις ακόλουθες θέσεις:

1. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού τάσσονται υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις τάσσονται εναντίον της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο.

3. Ο πρόεδρος και το μέλος της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, καθώς και το μέλος της βουλευτής κ. Νίκος Κουτσού, εκπροσωπώντας τη Συμμαχία Πολιτών, επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

25 Φεβρουαρίου 2014

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων