Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τις προτάσεις νόμου του επισυνημμένου παραρτήματος

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Νίκος Νικολαΐδης
Ρίκκος Μαππουρίδης Μη μέλη της επιτροπής:
Άριστος Δαμιανού Αβέρωφ Νεοφύτου
Γιώργος Λουκαδης Γιώργος Βαρνάβα
Νικόλας Παπαδόπουλος Γιώργος Περδίκης
Αντώνης Αντωνίου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τις τρεις προτάσεις νόμου του επισυνημμένου παραρτήματος σε αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 16ης Οκτωβρίου και 11ης Δεκεμβρίου 2013. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, συνοδευόμενος από εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, καθώς και εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του ίδιου υπουργείου.

Σκοπός της πρώτης πρότασης νόμου, όπως αυτή κατατέθηκε αρχικά από το βουλευτή κ. Γιώργο Βαρνάβα εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, είναι η τροποποίηση του περί Ορισμένων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Διορισμός Διοικητικών Συμβουλίων) Νόμου, έτσι ώστε το Υπουργικό Συμβούλιο, πριν προβεί στο διορισμό των διοικητικών συμβουλίων κάθε νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, να ζητά, με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκδήλωση ενδιαφέροντος από πολίτες της Δημοκρατίας που πληρούν τα αντίστοιχα προσόντα της θέσης. Παράλληλα, περιλαμβάνεται πρόνοια, ώστε τα πιο πάνω προσόντα να καθορίζονται και να δημοσιεύονται εκ των προτέρων στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Επιπρόσθετα, με την εν λόγω πρόταση νόμου καταργούνται οι υφιστάμενες πρόνοιες της βασικής νομοθεσίας για διαβούλευση του Υπουργικού Συμβουλίου με τους εκπροσώπους των εν τη Βουλή πολιτικών κομμάτων σε σχέση με τους διορισμούς που πρόκειται να διενεργηθούν και αντικαθίστανται από πρόνοιες που προϋποθέτουν διαβούλευση του Υπουργικού Συμβουλίου με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την υπό αναφορά πρόταση νόμου, με τον τρόπο αυτό εγκαταλείπεται το αναχρονιστικό κομματικό κριτήριο στην επιλογή των προσώπων που διορίζονται και εισάγεται ο διαφανής και σύγχρονος θεσμός της διαδικασίας της διαβούλευσης με το νομοθετικό σώμα, θεσμός που εφαρμόζεται με επιτυχία για το διορισμό επιτρόπων και άλλων αξιωματούχων σύμφωνα με αρκετές σύγχρονες εναρμονιστικές νομοθεσίες μας.

Στόχος της υπό συζήτηση πρώτης πρότασης νόμου, σύμφωνα με όσα ανέφερε στην επιτροπή ο εισηγητής της, είναι να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια σε σχέση με το διορισμό προσώπων ως μελών των διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, η όλη διαδικασία να εξυγιανθεί ιδιαίτερα σε σχέση με το στενό κομματικό χαρακτήρα που έχει μέχρι σήμερα, αλλά και να διασφαλιστεί ότι τα πρόσωπα αυτά θα πληρούν έναν ελάχιστο αριθμό προσόντων που κρίνονται απαραίτητα για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου στα διοικητικά συμβούλια στα οποία πρόκειται να διοριστούν.

Σκοπός της δεύτερης πρότασης νόμου, όπως αυτή κατατέθηκε αρχικά από τους βουλευτές κ. Φειδία Σαρίκα και Νίκο Νικολαΐδη εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, είναι η τροποποίηση του περί Ορισμένων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Διορισμός Διοικητικών Συμβουλίων) Νόμου, ώστε να απαγορεύεται ο διορισμός σε διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου προσώπου το οποίο υπερβαίνει το καθορισμένο όριο συντάξιμης ηλικίας με βάση τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο.

Σκοπός της τρίτης πρότασης νόμου, η οποία κατατέθηκε στη Βουλή από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών και το βουλευτή του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών κ. Γιώργο Περδίκη, είναι η τροποποίηση του ίδιου πιο πάνω νόμου, ώστε να καταργηθούν οι διατάξεις του άρθρου 3, οι οποίες προβλέπουν αφενός τη δυνατότητα στη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου κάθε ορισμένου νομικού προσώπου να παρακάθηται παρατηρητής εκ μέρους κάθε πολιτικού κόμματος που εκπροσωπείται στη Βουλή και αφετέρου τη συμμετοχή των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή στη διαδικασία επιλογής των μελών των διοικητικών συμβουλίων των οργανισμών δημόσιου δικαίου.

Σημειώνεται ότι η ρύθμιση που προτείνεται με την τρίτη πρόταση νόμου κρίθηκε αναγκαία έπειτα από σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εκδίκαση εφέσεων που αφορούσαν διορισμό διοικητικού συμβουλίου του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου. Στην εν λόγω απόφαση της πλειοψηφίας των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 3 της υπό συζήτηση νομοθεσίας είναι αντισυνταγματικές, λόγω του ότι προσκρούουν και έρχονται σε αντίθεση με τις συνταγματικές διασφαλίσεις της ισότητας ενώπιον του νόμου και της διοίκησης και τον αποκλεισμό διακρίσεων λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 28 του συντάγματος.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη στη συνέχεια ενώπιον της επιτροπής, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, τοποθετούμενος επί της συνταγματικότητας των προνοιών της πρώτης πρότασης νόμου, αναφέρθηκε στις πρόνοιες που προτείνεται να εισαχθούν στο άρθρο 3 του βασικού νόμου ως 3(4)(γ) και 3(5)(δ) αυτού, οι οποίες προβλέπουν διαβούλευση του Υπουργικού Συμβουλίου με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, και δήλωσε ότι, όσο χρήσιμη και αν είναι τέτοια διαβούλευση, αυτή προσκρούει στη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Ο ίδιος, υποστηρίζοντας τη θέση αυτή, επικαλέστηκε την απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναφορά αρ. 5/2012, με την οποία κρίθηκε ότι «η επιβαλλόμενη διαβούλευση της εκτελεστικής εξουσίας με τη Βουλή, ασχέτως του ότι το Υπουργικό Συμβούλιο δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει τις απόψεις της κοινοβουλευτικής επιτροπής που εκφράζονται κατά τις διαβουλεύσεις, παραμένει ως ανεπίτρεπτη επέμβαση σε ένα πεδίο που εμπίπτει αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, ώστε να συνιστά παραβίαση των σχετικών άρθρων του συντάγματος, καθώς και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, που είναι διάχυτη στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Περαιτέρω, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι η διαφάνεια στην επιλογή των προσώπων που θα διορίζονται στα συμβούλια των ημικρατικών οργανισμών μπορεί να διασφαλιστεί με την εισαγωγή κριτηρίων.

Αναφορικά με τη δεύτερη πρόταση νόμου, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε στην επιτροπή ότι ο καθορισμός ηλικιακού ορίου για διορισμό ή διατήρηση της θέσης σε διοικητικό συμβούλιο προσκρούει στο σύνταγμα και συγκεκριμένα στις διατάξεις που απαγορεύουν τη διάκριση λόγω φύλου, ηλικίας, θρησκείας κ.λπ. Περαιτέρω, ο ίδιος, αναφερόμενος στην επισήμανση του εισηγητή και μελών της επιτροπής ότι τέτοιο όριο ηλικίας προβλέπεται στο νόμο που αφορά την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, δήλωσε ότι το γεγονός αυτό δεν αίρει το συνταγματικό κώλυμα το οποίο υφίσταται και ενδέχεται να προσβληθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας σε σχέση με τον καθορισμό του ηλικιακού ορίου και τη διατήρηση μιας θέσης σε διοικητικό συμβούλιο επισήμανε ότι η αλλαγή των μελών του διοικητικού συμβουλίου στο μέσο μιας διαδικασίας θα δημιουργήσει προβλήματα στην υποστήριξη της νομιμότητας των πράξεων ενός συμβουλίου λόγω αλλαγής στη σύνθεσή του.

Σε σχέση με την τρίτη πρόταση νόμου, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε ότι συμφωνεί με τις πρόνοιές της, οι οποίες κρίνονται καθ’ όλα συνταγματικές.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσαν στην επιτροπή ότι το όλο θέμα, που αφορά το διορισμό μελών των διοικητικών συμβουλίων των ημικρατικών οργανισμών, αποτελεί αντικείμενο μελέτης από την εκτελεστική εξουσία, η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Στα πλαίσια της περαιτέρω διεξαγωγής της συζήτησης επί των προνοιών της πρώτης πρότασης νόμου τέθηκε το ζήτημα ότι παρόμοιες πρόνοιες ενσωματώθηκαν ήδη και σε άλλες νομοθεσίες, όπως για παράδειγμα στις νομοθεσίες για το διορισμό του Επιτρόπου Ρυθμίσεως Τηλεπικοινωνιών και του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της πιο πάνω θέσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκφράστηκαν μεταξύ άλλων οι ακόλουθες εισηγήσεις, απόψεις και προβληματισμοί:

1. Υπάρχει ανάγκη θέσπισης ενός νέου νομοθετικού πλαισίου για τους διορισμούς των διοικητικών συμβουλίων των ημικρατικών οργανισμών, ώστε να απεξαρτηθούν από την κομματοκρατία και τις πολιτικές σκοπιμότητες.

2. Κρίνεται αναγκαίο όπως στο νέο αυτό νομοθετικό πλαίσιο εισαχθούν πρόνοιες που θα αφορούν την προσωπική ευθύνη και τη λογοδοσία των μελών των διοικητικών συμβουλίων.

3. Πρέπει να διευκρινιστεί ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των μελών των διοικητικών συμβουλίων, λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού χαρακτήρα κάθε οργανισμού.

4. Πρέπει να εισαχθούν πρόνοιες για τα κριτήρια και τα απαιτούμενα προσόντα για το διορισμό μελών των διοικητικών συμβουλίων, ώστε οι όποιες επιλογές να γίνονται με διαφάνεια και αξιοκρατία.

5. Τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να δημοσιεύονται και να κατοχυρωθεί το δικαίωμα στον κάθε πολίτη όπως υποβάλλει εκδήλωση ενδιαφέροντος για διορισμό σε διοικητικό συμβούλιο. Περαιτέρω, το Υπουργικό Συμβούλιο να διορίζει από τον κατάλογο αυτών που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον, ώστε να παύσει το φαινόμενο των κομματικών λιστών.

6. Ο πιο πάνω κατάλογος των προσώπων που υπέβαλαν δήλωση ενδιαφέροντος για διορισμό θα κατατίθεται στη Βουλή, για να διαμορφώνει την άποψή της.

7. Να καθιερωθεί το ασυμβίβαστο του διορισμού σε διοικητικό συμβούλιο των αξιωματούχων των κομμάτων. Περαιτέρω, να αποτελεί κώλυμα για διορισμό ή διατήρηση της θέσης σε οργανισμό το αξίωμα του δημάρχου ή μέλους δημοτικού συμβουλίου, καθώς και του προέδρου κοινοτικού συμβουλίου.

8. Όσον αφορά τη θητεία των διοικητικών συμβουλίων, να απαγορεύεται ο διορισμός προσώπου το οποίο διορίστηκε και υπηρέτησε προηγουμένως για δύο θητείες, συνεχόμενες ή μη, εκτός αν η προηγούμενη συνολική θητεία του δεν υπερβαίνει καθορισμένη χρονική διάρκεια.

9. Αντί της πρόνοιας για διαβούλευση του Υπουργικού Συμβουλίου με τη Βουλή, να προβλεφθεί ότι θα γίνεται ενημέρωση της Βουλής, ώστε η εν λόγω πρόνοια να μην έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του συντάγματος, αλλά να εμπίπτει στα πλαίσια της άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη επί των προνοιών της δεύτερης πρότασης νόμου, τέθηκε η εισήγηση όπως αυτή διαμορφωθεί, ώστε να διαλαμβάνει ότι δε θα διορίζεται σε διοικητικό συμβούλιο πρόσωπο που υπερβαίνει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο του διορισμού του.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω, καθώς και το σχετικό με αυτά προβληματισμό και στη βάση ανταλλαγής απόψεων στα πλαίσια προσπάθειας για συναντίληψη, επαναδιατύπωσε και επεξεργάστηκε από νομοτεχνική άποψη το κείμενο της πρώτης πρότασης νόμου, στο οποίο ενσωμάτωσε και τις πρόνοιες της τρίτης πρότασης νόμου.

Ειδικότερα, η επιτροπή, μέσα στο πνεύμα της πιο πάνω προσπάθειας για συναντίληψη και προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία συναίνεση, ώστε να καταστεί τελικά δυνατή η άμεση προώθηση μιας ρύθμισης νομικά αποδεκτής που να βελτιώνει το νομοθετικό πλαίσιο για τους διορισμούς των διοικητικών συμβουλίων των ημικρατικών οργανισμών, περιέλαβε στο επαναδιατυπωμένο κείμενο όλες τις καταρχήν ομόφωνες ή κατά πλειοψηφία θέσεις των μελών της, ώστε στο τελικό διαμορφωμένο από την επιτροπή κείμενο να διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Ο πρόεδρος ενός διοικητικού συμβουλίου δεν μπορεί να ασκεί καθήκοντα ανώτατου εκτελεστικού διευθυντή.

2. Το Υπουργικό Συμβούλιο, έπειτα από εισήγηση του εκάστοτε αρμόδιου υπουργού, στο υπουργείο του οποίου υπάγεται το διοικητικό συμβούλιο, προβαίνει στο διορισμό μελών του συμβουλίου, λαμβάνοντας υπόψη την εντιμότητα, το κύρος και την ακεραιότητα των προσώπων που πρόκειται να διοριστούν και συνεκτιμώντας, ανάλογα με τη φύση και την αποστολή του κάθε οργανισμού, τα ακόλουθα:

α. Τα ακαδημαϊκά, διοικητικά ή άλλα επαγγελματικά τους προσόντα.

β. Την εμπειρία τους.

γ. Την κοινωνική τους προσφορά και δράση.

3. Κάθε πολίτης δύναται, εφόσον το επιθυμεί, να υποβάλει στον αρμόδιο υπουργό βιογραφικό σημείωμα και το ενδιαφέρον του να διοριστεί σε συμβούλιο.

Σημειώνεται ότι η εν λόγω διάταξη δε θα εφαρμοστεί αναφορικά με τους πρώτους διορισμούς προσώπων που θα γίνουν μετά την έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου.

4. Το Υπουργικό Συμβούλιο, πριν προβεί σε διορισμό, ενημερώνει σχετικά τη Βουλή των Αντιπροσώπων, καταθέτοντας ενώπιόν της κατάλογο με τα ονόματα των προσώπων που επέλεξε να διορίσει τελικά, καθώς και με τα αντίστοιχα προσόντα τους.

Σημειώνεται ότι η εν λόγω διάταξη δε θα εφαρμοστεί αναφορικά με τους πρώτους διορισμούς προσώπων που θα γίνουν μετά την έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου.

5. Δε διορίζεται ούτε διατηρεί τη θέση του σε διοικητικό συμβούλιο πρόσωπο που έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση και δεν έχει αποκατασταθεί ή που έχει κηρύξει πτώχευση ή που κατά τα τελευταία επτά χρόνια που προηγήθηκαν του διορισμού του έχει υπηρετήσει σε θέση γενικού διευθυντή ή διευθυντή τμήματος ή υπηρεσίας στο συμβούλιο αυτό. Περαιτέρω, δε διορίζεται σε διοικητικό συμβούλιο πρόσωπο που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, εκτός αν αυτό έχει απαλλαγεί νόμιμα για λόγους που δεν αφορούν λόγους υγείας οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την άσκηση των καθηκόντων του. Επιπλέον, δε διορίζεται ούτε διατηρεί τη θέση του σε διοικητικό συμβούλιο πρόσωπο το οποίο δεν έχει εκπληρώσει τις βεβαιωμένες οφειλές του στο δημόσιο για το έτος που προηγείται του αμέσως προηγούμενου έτους του διορισμού του ή που κατέχει το αξίωμα του δημάρχου ή του μέλους δημοτικού συμβουλίου ή του κοινοτάρχη μη κατεχόμενης κοινότητας ή του προέδρου σχολικής εφορίας μη κατεχόμενου δήμου ή κοινότητας, εκτός εάν παραιτηθεί από το αξίωμα αυτό.

6. Δεν είναι δυνατός ο διορισμός προσώπου που έχει προηγουμένως διοριστεί για δύο θητείες, συνεχόμενες ή μη, σε οποιαδήποτε θέση στο συμβούλιο σε οποιοδήποτε οργανισμό, εκτός αν η προηγούμενη θητεία του δεν υπερβαίνει συνολικά τους εξήντα μήνες και δεν έχει μεσολαβήσει εκούσια παραίτησή του εντός περιόδου τριών μηνών πριν από τη λήξη της θητείας του. Περαιτέρω, το πιο πάνω πρόσωπο δύναται να διοριστεί για ακόμη μια θητεία, νοουμένου ότι έχει μεσολαβήσει περίοδος εξήντα μηνών από τη λήξη της αμέσως προηγούμενης θητείας του.

7. Με την ανάληψη των καθηκόντων τους τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων οφείλουν να συμμορφώνονται με τον κώδικα δεοντολογίας που διέπει τη λειτουργία των διοικητικών συμβουλίων, ο οποίος καταρτίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών και εκδίδεται με κανονισμούς που εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, υποβάλλοντας στην ολομέλεια της Βουλής την παρούσα έκθεση, σημειώνει ότι όσον αφορά τα ζητήματα που άπτονται της ποινικής, αστικής και προσωπικής ευθύνης των μελών των διοικητικών συμβουλίων, τα οποία απασχόλησαν την επιτροπή, εγείρονται σοβαρά νομικά ζητήματα, που χρήζουν σε βάθος μελέτης, για την οποία στο παρόν στάδιο δεν παρέχεται επαρκής χρόνος. Γι͗ αυτό το λόγο τα ζητήματα αυτά αφέθηκαν να εξεταστούν κατά προτεραιότητα σε μεταγενέστερο στάδιο από την ίδια.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί των προνοιών τόσο του διαμορφωμένου, στη βάση των πιο πάνω, κειμένου της πρώτης πρότασης νόμου, στο οποίο ενσωματώθηκαν οι πρόνοιες της τρίτης πρότασης νόμου, όσο και του διαμορφωμένου κειμένου της δεύτερης πρότασης νόμου κατά τη συζήτησή τους στην ολομέλεια του σώματος.

Σημειώνεται ότι όλες οι πλευρές επιφυλάσσονται να καταθέσουν τροπολογίες στην ολομέλεια του σώματος, αν το κρίνουν αναγκαίο.

 

11 Δεκεμβρίου 2013

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων