Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013»

Παρόντες:

Ρίκκος Μαππουρίδης, αναπλ. πρόεδρος Γιώργος Γεωργίου
Γεώργιος Γεωργίου Αντώνης Αντωνίου
Άριστος Δαμιανού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2013, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, ο οποίος ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων την 21η Νοεμβρίου 2013 και αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως συνοδευόμενος από λειτουργούς του εν λόγω υπουργείου και εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου, ώστε να καλυφτεί το νομικό κενό που υπάρχει στον πιο πάνω νόμο, ο οποίος δεν παρέχει στο εκδικάζον πρωτοβάθμιο δικαστήριο την εξουσία να επιβάλλει όρους σε φυγόδικο για σκοπούς διασφάλισης της παρουσίας του κατά την εκδίκαση έφεσης εναντίον απόφασης απορριπτικής του αιτήματος έκδοσης.

Ειδικότερα, με τον αναπεμφθέντα νόμο προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Όταν η αίτηση έκδοσης απορρίπτεται, το επιληφθέν της έκδοσης δικαστήριο δύναται να επιβάλλει οποιοδήποτε όρο κρίνει σκόπιμο, περιλαμβανομένης της κράτησης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις πενήντα ημέρες, ή να διατάξει όπως παραμείνουν όροι που είχαν επιβληθεί στο φυγόδικο κατά την εκδίκαση της αίτησης έκδοσης, με σκοπό να διασφαλιστεί η παρουσία του ενώπιον του εφετείου.

2. Το εφετείο με αίτημα των εφεσειόντων έχει την εξουσία να επιβάλλει όρους, περιλαμβανομένης της κράτησης, για να διασφαλιστεί η παρουσία του φυγοδίκου κατά την εκδίκαση της έφεσης κατά της απορριπτικής απόφασης.

3. Οι πιο πάνω πρόνοιες εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις που η εξουσιοδότηση για την έναρξη διαδικασίας έκδοσης εκδόθηκε από τον υπουργό μετά την έναρξη της ισχύος του αναπεμφθέντος νόμου, ώστε να μην επηρεάζονται οι υφιστάμενες διαδικασίες.

4. Διαγραφή της παραγράφου (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 9 του βασικού νόμου, η οποία διευκολύνει την έκδοση φυγοδίκων με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως Φυγοδίκων, που κυρώθηκε το 1970, δηλαδή χωρίς την αναγκαιότητα να ικανοποιούνται οι διατάξεις του νόμου που απαιτούν την προσαγωγή αποδεικτικών στοιχείων επαρκών για την παραπομπή φυγοδίκου σε δίκη.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί περιλαμβάνονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2013, αναφέρονται πιο κάτω αυτούσιοι:

«1. Η Βουλή με την ψήφιση της παραγράφου (β) του άρθρου 2 του (αναπεμπόμενου) νόμου διέγραψε την παράγραφο (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 9 του βασικού νόμου, η οποία προνοούσε ότι για τους σκοπούς εκδόσεως δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων θα είναι αρκετά τα δικαιολογητικά στοιχεία που προνοεί το άρθρο 12 της σύμβασης.

Η πρόνοια αυτή προστέθηκε με το Ν. 97/90, για να μην απαιτείται η προσαγωγή αποδεικτικών στοιχείων επαρκών για την παραπομπή του φυγοδίκου σε δίκη, προϋπόθεση που ήταν αντίθετη με τις πρόνοιες της ευρωπαϊκής σύμβασης και καθιστούσε την έκδοση φυγοδίκων σχεδόν αδύνατη.

Με τη διαγραφή της πιο πάνω παραγράφου η Κυπριακή Δημοκρατία και πάλιν δε θα είναι σε θέση να ικανοποιεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις, καθότι τα κυπριακά δικαστήρια θα απαιτούν μαρτυρία επαρκή για παραπομπή σε δίκη κατά παράβαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Έκδοση Φυγοδίκων.

Δε μας διαφεύγει το γεγονός ότι αντίστοιχη πρόνοια στο εδάφιο 3 του άρθρου 13 του νόμου παραμένει, όμως το άρθρο 13 αφορά την αποδεκτότητα της μαρτυρίας και όχι το επίπεδο της μαρτυρίας.

Έχουμε τη γνώμη ότι η διαγραφή της παραγράφου (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 9 του βασικού νόμου θα δημιουργήσει τουλάχιστον σύγχυση όσον αφορά την απαιτούμενη μαρτυρία για την έκδοση φυγοδίκων δυνάμει της ευρωπαϊκής σύμβασης.

2. Η πρόνοια στη δεύτερη επιφύλαξη της παραγράφου (α) του άρθρου 2 του (αναπεμπόμενου) νόμου περιορίζει τη δυνατότητα του Επαρχιακού και Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβολής όρων για τη διασφάλιση της παρουσίας του φυγοδίκου μόνο στις υποθέσεις που δεν είχε καταχωρηθεί μέχρι την ψήφιση του νόμου η εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης για έναρξη της διαδικασίας εκδόσεως.

Εκκρεμούν όμως σήμερα πολύ σοβαρές υποθέσεις τόσο στο Επαρχιακό όσο και στο Ανώτατο Δικαστήριο που θα καταστούν άνευ αντικειμένου, αν ο φυγόδικος διαφύγει, λόγω μη δυνατότητας επιβολής όρων μετά από απορριπτική απόφαση και πριν την εκδίκαση της έφεσης.

3. Περαιτέρω, η συμπερίληψη στην επιφύλαξη της παραγράφου (α) του εδαφίου (5) του άρθρου 9 του βασικού νόμου, η οποία εισάγεται με το άρθρο 2 του αναπεμπόμενου νόμου, είναι επιλήψιμη και θα πρέπει να διαγραφεί στο βαθμό που περιορίζει την εξουσία του πρωτόδικου δικαστηρίου να επιβάλλει όρους, περιλαμβανομένης και της κράτησης προσώπου σε περίοδο πενήντα ημερών. Με δεδομένο ότι η προθεσμία για άσκηση έφεσης είναι σαράντα δύο ημέρες, αυτό σημαίνει ότι μετά την εκπνοή της προθεσμίας θα υπάρχει διαθέσιμος χρόνος οκτώ μόνο ημερών εντός του οποίου να καταχωρηθεί η έφεση, να επιδοθεί και να οριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο και να επιληφθεί των όρων. Πέραν του ότι τίθενται έτσι ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, εξαναγκάζεται το Ανώτατο Δικαστήριο να επιλαμβάνεται εφέσεων εντός πολύ στενών πλαισίων χωρίς διαβούλευση με αυτό, η οποία να έχει προηγηθεί.».

Στα πλαίσια επανεξέτασης του όλου θέματος ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι πρόκειται για ένα σοβαρό θέμα, που άπτεται των διεθνών μας υποχρεώσεων και των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν από τη Δημοκρατία, στις οποίες οφείλει και να ανταποκριθεί.

Ειδικότερα, σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναπομπής και τη διαγραφή της σχετικής παραγράφου δήλωσε ότι πρέπει να επανέλθει η συγκεκριμένη πρόνοια, ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση που μπορεί να προκληθεί καθόσον αφορά την απαιτούμενη μαρτυρία για την έκδοση φυγοδίκων δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων.

Σε σχέση με το δεύτερο λόγο αναπομπής, που αφορά το ζήτημα του περιορισμού της δυνατότητας του Επαρχιακού και του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επιβολή όρων στις υποθέσεις που εκκρεμούν, ο ίδιος δήλωσε ότι δεν τίθεται θέμα αναδρομικής εφαρμογής της νομοθεσίας, αλλά αφορά τη σωστή επιβολή όρων για τη διασφάλιση της παρουσίας φυγοδίκου για την εκδίκαση της υπόθεσης. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι πρόκειται για ρύθμιση του θέματος σχετικά με το πότε επιβάλλονται όροι και πως δεν επηρεάζεται η ουσία της υπόθεσης ούτε διαφοροποιείται ο τρόπος απόδειξης, αλλά δημιουργείται η διαδικασία για επιβολή περιοριστικών όρων.

Αναφορικά με τον τρίτο λόγο αναπομπής, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε στην επιτροπή ότι κατανοεί τους λόγους για τους οποίους καθορίστηκε η χρονική διάρκεια των πενήντα ημερών, ώστε να αποτραπεί η οποιαδήποτε κατάχρηση της περιόδου κράτησης, και εξέφρασε την άποψη ότι ίσως θα ήταν ορθότερο να δοθεί ένας εύλογος χρόνος στο δικαστήριο, για να εκδικάσει την υπόθεση και να παρασχεθεί στις δύο πλευρές η δυνατότητα εκδίκασης της υπόθεσης με το σωστό τρόπο για σκοπούς δίκαιης δίκης. Ο ίδιος εξέφρασε την πεποίθηση ότι το δικαστήριο ούτως ή άλλως δίνει προτεραιότητα στην εκδίκαση τέτοιου είδους υποθέσεων και πρόσθεσε πως είναι καλύτερα να μην τίθενται στο νόμο τέτοιοι χρονικοί περιορισμοί, που ενδεχομένως θα αποβούν σε βάρος της εκδίκασης μιας υπόθεσης.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, υιοθετώντας τα πιο πάνω σε σχέση με τον τρίτο λόγο αναπομπής, δήλωσε ότι ο καθορισμός της χρονικής περιόδου κράτησης πρέπει να διαγραφεί, λόγω του ότι μετά την εκπνοή της προθεσμίας των σαράντα δύο ημερών για άσκηση έφεσης παραμένουν μόνο οκτώ ημέρες, για να επιδοθεί η έφεση και να οριστεί ημερομηνία εκδίκασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο και θα επιληφθεί του θέματος επιβολής όρων. Η ίδια διευκρίνισε ότι συνήθως εξαντλείται το περιθώριο των σαράντα δύο ημερών για άσκηση έφεσης, λόγω του ότι για την ετοιμασία της πρέπει να μελετηθεί τεράστιος όγκος μαρτυρίας που έχει ενώπιόν της η Νομική Υπηρεσία, και πρόσθεσε ότι δεν ενδείκνυται να επιβάλλονται χρονοδιαγράμματα στο Ανώτατο Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας τις αντιδράσεις που υπήρξαν στα πλαίσια της επιβολής τέτοιων χρονοδιαγραμμάτων σε σχέση με τη διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω, διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

Ο αναπληρωτής πρόεδρος και το μέλος της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού αποδέχονται τους λόγους της αναπομπής και εισηγούνται την ανάλογη διαμόρφωση του κειμένου του αναπεμπόμενου νόμου.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί της αναπομπής κατά τη συζήτηση του θέματος ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής.

 

 

 

 

10 Δεκεμβρίου 2013

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων