Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας και Φυσικών Πόρων για τους κανονισμούς «Οι περί Θεσπίσεως Εθνικών Μέτρων για την Υγιεινή Παραγωγή και Διάθεση στην Αγορά ορισμένων Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης Κανονισμοί του 2012»

Παρόντες:

Γιαννάκης Γαβριήλ, πρόεδρος Κυριάκος Χατζηγιάννης
Αντρέας Καυκαλιάς Ευθύμιος Δίπλαρος
Αντρέας Φακοντής Αντώνης Αντωνίου
Γεώργιος Τάσου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων μελέτησε τους πιο πάνω κανονισμούς σε αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 17ης Μαΐου 2012 και 24ης Οκτωβρίου 2013. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, των Υγειονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας, του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, της Νομικής Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, του ΚΕΒΕ, του Συνδέσμου Τυροκόμων Κύπρου, του Συνδέσμου Κτηνοτρόφων Πάφου, του Παγκύπριου Συνδέσμου Πτηνοτρόφων, της Συντονιστικής Επιτροπής Ποιμνιοτρόφων Πάφου, της Παγκύπριας Εταιρείας Αιγοπροβατοτρόφων, του Οργανισμού Σαλιγκαροτρόφων Κύπρου, του Παγκύπριου Συνδέσμου Εκτροφέων Σαλιγκαριών, ομάδας κονικλοτρόφων, των αγροτικών οργανώσεων ΠΕΚ, ΕΚΑ, Νέα Αγροτική Κίνηση και Παναγροτικός Σύνδεσμος”, της Ομοσπονδίας Περιβαλλοντικών Οργανώσεων Κύπρου, του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, καθώς και της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής. Ο Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, η ΟΕΒ, η ΠΟΒΕΚ, ο Παγκύπριος Οργανισμός Αγελαδοτρόφων, η Συντονιστική Επιτροπή Οργανώσεων και Ομάδων Αιγοπροβατοτρόφων, καθώς και ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Παστεριωτών Γάλακτος, παρόλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις συνεδριάσεις αυτές.

Σκοπός των υπό συζήτηση κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 16 του περί Υγιεινής Παραγωγής Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και Διάθεσής τους στην Αγορά, καθώς και για άλλα Συναφή Θέματα Νόμου [150(Ι) του 2003], είναι η πλήρης εφαρμογή των διατάξεων:

1. της υποπαραγράφου (γ) της παραγράφου (2) και της παραγράφου (3) του άρθρου 1 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων» και

2. των παραγράφων (3), (4) και (5) του άρθρου 1 και της παραγράφου (8) του άρθρου 10 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο».

Συγκεκριμένα, οι πρόνοιες αυτές απαιτούν τη δημιουργία νομοθετικού πλαισίου για τη ρύθμιση της λειτουργίας ορισμένων εγκαταστάσεων στις οποίες δεν εφαρμόζονται οι πιο πάνω ευρωπαϊκοί κανονισμοί και στις οποίες γίνεται παραγωγή, συλλογή, επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά και διάθεση στην εγχώρια αγορά μικρών ποσοτήτων:

1. νωπού κρέατος πουλερικών, κουνελιών και περιστεριών από τον παραγωγό απευθείας στον τελικό καταναλωτή και σε τοπικά καταστήματα λιανικής πώλησης, που προμηθεύουν άμεσα τον τελικό καταναλωτή,

2. προϊόντων με βάση το νωπό γάλα από τον παραγωγό στον τελικό καταναλωτή και σε λαϊκές αγορές,

3. αλιευτικών προϊόντων απευθείας στον τελικό καταναλωτή και σε τοπικά καταστήματα λιανικής πώλησης και

4. σαλιγκαριών απευθείας από την επιχείρηση παραγωγής σαλιγκαριών στον τελικό καταναλωτή και σε τοπικά καταστήματα λιανικής πώλησης.

Ειδικότερα, οι προτεινόμενοι κανονισμοί ρυθμίζουν μεταξύ άλλων:

1. τον καθορισμό των ανώτατων ποσοτήτων πουλερικών, κουνελιών, περιστεριών, γαλοπούλων, προϊόντων με βάση το νωπό γάλα, νωπών αλιευτικών προϊόντων και σαλιγκαριών που δύναται να παράγονται για τους σκοπούς των υπό συζήτηση κανονισμών,

2. τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη διάθεση στην αγορά μικρών ποσοτήτων σαλιγκαριών, νωπών αλιευτικών προϊόντων και νωπού κρέατος πουλερικών, κουνελιών, περιστεριών και των παραπροϊόντων αυτών,

3. τη διαδικασία υποβολής αίτησης εκ μέρους των υπευθύνων των εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων που διαθέτουν μικρές ποσότητες των πιο πάνω προϊόντων για την καταχώρισή τους σε μητρώο, καθώς και για έκδοση σχετικού πιστοποιητικού λειτουργίας τους,

4. την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να διενεργεί ελέγχους στις εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υπό συζήτηση κανονισμών,

5. τις υποχρεώσεις του υπεύθυνου της εγκατάστασης ή της επιχείρησης που πιστοποιείται δυνάμει των υπό συζήτηση κανονισμών,

6. τις εξουσίες των επίσημων κτηνίατρων, των επίσημων βοηθών και των εντεταλμένων κτηνίατρων,

7. το δικαίωμα ένστασης εκ μέρους του υπεύθυνου εγκατάστασης ή επιχείρησης που πιστοποιείται δυνάμει των υπό συζήτηση κανονισμών, σε περίπτωση που δε συμφωνεί με απόφαση που λαμβάνεται από επίσημο κτηνίατρο, επίσημο βοηθό ή εντεταλμένο κτηνίατρο, σύμφωνα με τους προτεινόμενους κανονισμούς, και

8. τους όρους υγιεινής που πρέπει να τηρούνται όσον αφορά το προσωπικό, τις αίθουσες και τον εξοπλισμό των εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων που πιστοποιούνται δυνάμει των υπό συζήτηση κανονισμών.

Κατά την εξέταση των προτεινόμενων κανονισμών και μετά την κατάθεση αριθμού επιφυλάξεων και ανησυχιών από τους εμπλεκόμενους φορείς, η επιτροπή κάλεσε τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος όπως διεξάγουν περαιτέρω διαβούλευση με τους εν λόγω φορείς αναφορικά με τις πρόνοιες των υπό συζήτηση κανονισμών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η εν λόγω διαβούλευση πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια τριών συσκέψεων, στις οποίες παρευρέθηκαν εκπρόσωποι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, του Τμήματος Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, των αγροτικών οργανώσεων ΠΕΚ, ΕΚΑ, “Νέα Αγροτική Κίνηση” και “Παναγροτικός Σύνδεσμος”, του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων, του Συνδέσμου Τυροκόμων Κύπρου, των κονικλοτροφείων και κονικλοσφαγείων μικρής δυναμικότητας (κάτω των 10 000 κουνελιών ανά έτος), των κονικλοτροφείων και κονικλοσφαγείων μεγάλης δυναμικότητας (περάν των 10 000 κουνελιών ανά έτος), της Παγκύπριας Οργάνωσης Ποιμνιοτρόφων και του Παγκύπριου Συνδέσμου Πτηνοτρόφων.

Σύμφωνα πάντα με τα ίδια στοιχεία, κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες συσκέψεις συζητήθηκαν τα ακόλουθα σημεία:

1. Ο ορισμός του όρου “τοπικά καταστήματα”, ο οποίος καθορίζεται στο προσχέδιο των κανονισμών ως «τοπικά καταστήματα λιανικής πώλησης που ασκούν τη δραστηριότητά τους στην ίδια Επαρχία, στην οποία βρίσκεται εγκατεστημένη καταχωρημένη εγκατάσταση, ή/και σε ακτίνα 10 χιλιομέτρων από την καταχωρημένη εγκατάσταση», εκτός από την περίπτωση διάθεσης σαλιγκαριών, οπότε και ορίζεται ως «[καταστήματα] λιανικής πώλησης που ασκούν τη δραστηριότητά τους σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας».

Σημειώνεται συναφώς ότι, σύμφωνα με τους υπό συζήτηση κανονισμούς, απαγορεύεται η διάθεση προϊόντων από εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτών σε καταστήματα εκτός της γεωγραφικής περιοχής που καθορίζεται στον πιο πάνω ορισμό. Ως εκ τούτου, με βάση τις πρόνοιες των υπό συζήτηση κανονισμών δικαίωμα διάθεσης προϊόντων σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας θα είχαν μόνο τα εκτροφεία σαλιγκαριών και οι εγκαταστάσεις που εξασφαλίζουν άδεια λειτουργίας δυνάμει του νόμου και στις οποίες εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004, με όλες τις επακόλουθες υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τους κανονισμούς αυτούς.

Κατά τη συζήτηση που διεξάχθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω διαβούλευσης κατατέθηκε εισήγηση από τους ενδιαφερόμενους φορείς όπως ο ορισμός του όρου “τοπικά καταστήματα” τροποποιηθεί, έτσι ώστε να επιτρέπεται η διάθεση προϊόντων από εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υπό συζήτηση κανονισμών σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας. Με την εισήγηση αυτή διαφώνησαν οι εκπρόσωποι των κονικλοτροφείων και κονικλοσφαγείων μεγάλης δυναμικότητας, οι οποίοι εξέφρασαν την άποψη ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε άνιση μεταχείριση, τη στιγμή που οι ίδιοι επένδυσαν τεράστια ποσά για τη λειτουργία και την έγκριση των σφαγείων τους σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και εφαρμόζουν τις σχετικές πρόνοιες με όλες τις συνεπακόλουθες οικονομικές επιβαρύνσεις.

2. Ο ορισμός του όρου “μικρές ποσότητες” σε σχέση με προϊόντα με βάση το νωπό γάλα.

Έπειτα από συζήτηση επί του θέματος αυτού η καθοριζόμενη στους προτεινόμενους κανονισμούς ποσότητα των εκατό πενήντα λίτρων (150l) ημερησίως έγινε αποδεκτή από την πλειοψηφία των εκπροσώπων των ενδιαφερόμενων φορέων, με εξαίρεση το Σύνδεσμο Τυροκόμων Κύπρου, ο εκπρόσωπος του οποίου εξέφρασε την άποψη ότι η ποσότητα που προβλέπεται είναι ιδιαίτερα μεγάλη, γι’ αυτό και ζήτησε όπως μειωθεί.

3. Η εισήγηση του εκπροσώπου των κονικλοτροφείων και κονικλοσφαγείων μικρής δυναμικότητας για δημιουργία τριών κατηγοριών κονικλοσφαγείων, μεγάλης, μέσης και μικρής δυναμικότητας.

Η εισήγηση αυτή προβλέπει τη δημιουργία νέας κατηγορίας κονικλοσφαγείων μέσης δυναμικότητας, δηλαδή από 5 000 μέχρι 10 000 κουνελιών ετησίως, η οποία θα απολαύει των πλεονεκτημάτων των κονικλοσφαγείων στα οποία εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004, χωρίς όμως να εφαρμόζονται στις σχετικές εγκαταστάσεις οι πρόνοιες των εν λόγω ευρωπαϊκών κανονισμών, αλλά οι πρόνοιες που θεσπίζονται με τους προτεινόμενους κανονισμούς.

Η εισήγηση απορρίφθηκε από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, γιατί κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο κοινοτικό κεκτημένο και ενδέχεται να δημιουργήσει αθέμιτο ανταγωνισμό με τα κονικλοσφαγεία που τηρούν ευρωπαϊκές προδιαγραφές, καθώς και γιατί τα μέτρα που προτείνονται με τους κανονισμούς τυγχάνουν εφαρμογής από το 2005 και έχουν ήδη εγκριθεί από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες περίπου 27 κονικλοσφαγεία μικρής δυναμικότητας και ως εκ τούτου ενδέχεται να προκληθούν πρακτικά προβλήματα από τη δημιουργία μιας νέας κατηγορίας κονικλοσφαγείων.

Κατά την περαιτέρω συζήτηση που διεξάχθηκε ενώπιον της επιτροπής, οι εκπρόσωποι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ενημέρωσαν την επιτροπή ότι με τις προτεινόμενες πρόνοιες καλύπτονται ορισμένα κενά στη νομοθεσία όσον αφορά την υγιεινή παραγωγή τροφίμων ζωικής προέλευσης, ενώ αυτή δεν έχει εναρμονιστικό αλλά εφαρμοστικό χαρακτήρα, αφού η ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει τη μορφή κανονισμού και ως εκ τούτου έχει άμεση ισχύ στη Δημοκρατία. Οι ίδιοι διαβεβαίωσαν την επιτροπή ότι καμία μικρομεσαία επιχείρηση δε θα κλείσει με την εφαρμογή των υπό συζήτηση κανονισμών, αφού τα σφαγεία που είναι σε λειτουργία είναι ήδη καταχωρισμένα στο μητρώο που τηρούν οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και ήδη συμμορφώνονται με τις σχετικές πρόνοιες, ενώ, για την αποφυγή του κινδύνου αυτού όσον αφορά τους παραγωγούς γάλακτος που επεξεργάζονται γάλα της δικής τους παραγωγής, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες εισηγούνται την προσθήκη πρόνοιας στους προτεινόμενους κανονισμούς για πρόβλεψη μεταβατικής περιόδου έξι μηνών πριν από την εφαρμογή των σχετικών προνοιών, έτσι ώστε να δοθεί στους παραγωγούς γάλακτος χρόνος προσαρμογής στις απαιτήσεις των κανονισμών αυτών.

Ο εκπρόσωπος των Υγειονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας συμφώνησε με τις γενικότερες πρόνοιες των προτεινόμενων κανονισμών, σημειώνοντας παράλληλα ότι αρμοδιότητα των Υγειονομικών Υπηρεσιών είναι οι έλεγχοι των γαλακτοκομικών προϊόντων σε επίπεδο λιανικού εμπορίου και εκφράζοντας την άποψη ότι πρέπει να τηρούνται οι στοιχειώδεις υγειονομικές συνθήκες για αποφυγή κινδύνων στη δημόσια υγεία.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού σημείωσε ότι το εν λόγω υπουργείο δεν έχει άμεση αρμοδιότητα στην εφαρμογή των προτεινόμενων κανονισμών και συμφώνησε με τους στόχους και τις πρόνοιες αυτών.

Ο εκπρόσωπος του ΚΕΒΕ εξέφρασε επιφυλάξεις σε σχέση με την ποσότητα γάλακτος που προτείνεται στους κανονισμούς για σκοπούς παραγωγής προϊόντων με βάση το νωπό γάλα, χαρακτηρίζοντάς την ως ιδιαίτερα μεγάλη.

Με τη θέση αυτή συμφώνησε και ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου Τυροκόμων Κύπρου σε γραπτό σημείωμα που κατάθεσε στην επιτροπή στο οποίο εξέφρασε επιφυλάξεις για την προαναφερόμενη ποσότητα γάλακτος για προϊόντα με βάση το νωπό γάλα, ιδιαίτερα σε σχέση με την ποσότητα που παράγεται από τα μικρά τυροκομεία, τα οποία θα ανταγωνίζονται με τοπικούς παραγωγούς, ενώ θα έχουν μεγαλύτερα έξοδα παραγωγής και πιο υψηλό εργατικό κόστος. Ο ίδιος εκπρόσωπος εξέφρασε περαιτέρω ανησυχίες όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των ελέγχων που θα διεξάγονται στα εν λόγω προϊόντα, ιδιαίτερα σε αυτά που διατίθενται στις λαϊκές αγορές, όπου αυτά δεν είναι δυνατό να διατηρούνται στις σωστές συνθήκες και θερμοκρασίες, με όλους τους επακόλουθους κινδύνους στη δημόσια υγεία.

Ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου Κτηνοτρόφων Πάφου, αφού συμφώνησε με τον πιο πάνω εκπρόσωπο για την ποσότητα του γάλακτος, σημείωσε ότι με την προτεινόμενη ποσότητα ενδεχομένως να προκύψουν προβλήματα στην εφαρμογή του προτύπου παρασκευής του χαλλουμιού.

Ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Συνδέσμου Πτηνοτρόφων, παρ’ όλο που δεν τάχθηκε ενάντια στην έγκριση των υπό συζήτηση κανονισμών, εξέφρασε ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των πτηνοτροφείων που εμπίπτουν στις πρόνοιες αυτών.

Οι εκπρόσωποι των αγροτικών οργανώσεων ΠΕΚ, ΕΚΑ, “Νέα Αγροτική Κίνηση” και “Παναγροτικός Σύνδεσμος” συμφώνησαν με την έγκριση των προτεινόμενων κανονισμών, εισηγήθηκαν όμως την τροποποίηση του όρου “τοπικά καταστήματα”, έτσι ώστε να επιτρέπεται η διάθεση προϊόντων από εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών στην αγορά όλης της επικράτειας της Δημοκρατίας.

Ο εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών συμφώνησε με τις γενικότερες πρόνοιες των προτεινόμενων κανονισμών, τοποθετήθηκε όμως υπέρ της εισήγησης για τη διεύρυνση του ορισμού του όρου “τοπικά καταστήματα”, έτσι ώστε να επιτρέπεται η διάθεση προϊόντων από εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υπό συζήτηση κανονισμών στην αγορά όλης της επικράτειας της Δημοκρατίας.

Στο στάδιο της περαιτέρω μελέτης των προνοιών των προτεινόμενων κανονισμών την επιτροπή απασχόλησε ιδιαίτερα ο ορισμός του όρου “τοπικά καταστήματα” και η εισήγηση όπως ο ορισμός αυτός διευρυνθεί, έτσι ώστε να επιτρέπεται η διάθεση προϊόντων από εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υπό συζήτηση κανονισμών στην αγορά όλης της επικράτειας της Δημοκρατίας.

Στα πλαίσια της συζήτησης επί του σημείου αυτού, ζητήθηκε από τη Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας γραπτή γνωμάτευση για τη νομική ορθότητα και την πρακτική εφαρμογή του εδαφικού περιορισμού που εισάγεται με τον ορισμό του όρου “τοπικά καταστήματα”. Στη γραπτή γνωμάτευση που κατατέθηκε στην επιτροπή από τον εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας αναφέρονται τα ακόλουθα:

«1. Ο ορισμός του όρου “τοπικά καταστήματα” στο προσχέδιο των κανονισμών έχει ως εξής: “σημαίνει καταστήματα λιανικής πώλησης που ασκούν τη δραστηριότητά τους στην ίδια επαρχία στην οποία βρίσκεται εγκατεστημένη καταχωρημένη εγκατάσταση ή/και σε ακτίνα 10 χιλιομέτρων από την καταχωρημένη εγκατάσταση. Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση διάθεσης σαλιγκαριών τα “τοπικά καταστήματα” έχουν την έννοια καταστημάτων λιανικής πώλησης που ασκούν τη δραστηριότητά τους σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας.”.

2. Ο εν λόγω ορισμός αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στην κοινοβουλευτική επιτροπή κατά τη διάρκεια της οποίας εκφράστηκαν αμφιβολίες ως προς τη νομική ορθότητα και την πρακτική εφαρμογή, εφόσον τεθεί σε ισχύ, του εδαφικού περιορισμού που εισάγει.

3. Το εν θέματι προσχέδιο των κανονισμών αποτελεί νομοθετικό μέτρο της Δημοκρατίας για τη συμμόρφωση και ορθή εφαρμογή εκ μέρους της του άρθρου 1(4) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει το εξής: “Τα κράτη μέλη θεσπίζουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, κανόνες που διέπουν τις δραστηριότητες και τα πρόσωπα της παραγράφου 3 στοιχεία γ), δ) και ε). Οι εν λόγω εθνικοί κανόνες εξασφαλίζουν την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.”.

4. Ο Κανονισμός 853/2004 δεν ορίζει την έννοια του τοπικού καταστήματος. Η απουσία τέτοιου ορισμού σε συνδυασμό με το άρθρο 1(4) του κανονισμού επιτρέπει στα κράτη μέλη να ρυθμίσουν το θέμα κατά τρόπο που να εξασφαλίζει τους στόχους του κανονισμού. Όπως αναφέρεται στον ίδιο κανονισμό στο άρθρο 1(1) σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του “[ο κανονισμός] θεσπίζει ειδικούς κανόνες για τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων όσον αφορά την υγιεινή των τροφίμων ζωικής προέλευσης”.

5. Η εισαγωγή ενός περιοριστικού μέτρου, όπως το υπό εξέταση, πρέπει να δύναται να δικαιολογείται σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο, ήτοι τη μη εισαγωγή διακρίσεων, την αναγκαιότητα της ρύθμισης και την αναλογικότητα του προβλεπόμενου μέτρου. Η αναγκαιότητα της νομικής ρύθμισης πρέπει να δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο δημόσιου συμφέροντος και η αναλογικότητα του προβλεπόμενου περιορισμού ή μέτρου πρέπει να αποδεικνύει ότι ο περιορισμός ή το μέτρο είναι κατάλληλα, για να εξασφαλίσουν την υλοποίηση του επιδιωκόμενου στόχου και ότι δεν υπερβαίνουν το όριο που είναι απαραίτητο για την επίτευξη του στόχου, το ίδιο δε αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιτευχθεί με άλλα λιγότερο περιοριστικά μέτρα.

6. Η επιλογή του περιεχομένου του υπό εξέταση ορισμού πρέπει να γίνει από το καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος. Η δικαιολόγηση του όποιου εδαφικού περιορισμού πρέπει να γίνει με γνώμονα τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 5 της παρούσας επιστολής, με συγκεκριμενοποίηση των λόγων που καθιστούν την εισαγωγή ενός περιορισμού ως αναγκαίου. Η απλή επίκληση του λόγου προστασίας της δημόσιας υγείας δε θα ήταν αρκετή, αλλά θα έπρεπε να συναρτηθεί με την ευπάθεια των προϊόντων, την εξασφάλιση των κανόνων υγιεινής στη διάρκεια της μεταφοράς τους από την καταχωρημένη εγκατάσταση στο τοπικό κατάστημα και τη συνάρτηση με την χιλιομετρική απόσταση υπό το φως των γεωγραφικών δεδομένων της Κύπρου.

7. Συμπερασματικά, αναφέρεται ότι ο ορισμός του όρου “τοπικά καταστήματα” μπορεί να αφορά τα καταστήματα λιανικής πώλησης που ασκούν δραστηριότητα σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας ή στην ίδια επαρχία στην οποία βρίσκεται μια καταχωρημένη εγκατάσταση ή σε μια καθορισμένη χιλιομετρική απόσταση από αυτή. Το νομικά ουσιώδες είναι ότι η όποια τελική επιλογή πρέπει να διασφαλίζει το στόχο του Κανονισμού 253/2004, που είναι η προστασία της δημόσιας υγείας και ειδικά του τελικού καταναλωτή των προϊόντων.».

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και ιδιαίτερα το μικρό μέγεθος της επικράτειας της Κύπρου, το μικρό χρονικό διάστημα που χρειάζεται για τη μεταφορά των προϊόντων σε οποιοδήποτε σημείο αυτής και τον τρόπο με τον οποίο ήδη λειτουργούν οι επηρεαζόμενοι τομείς και με τη σύμφωνη γνώμη των εκπροσώπων των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων αποφάσισε όπως τροποποιήσει τους υπό συζήτηση κανονισμούς, έτσι ώστε να επιτρέπεται η διάθεση προϊόντων από όλες τις εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των προτεινόμενων κανονισμών σε όλη την επικράτεια της Δημοκρατίας.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή επέφερε στο κείμενο των κανονισμών περαιτέρω επιμέρους τροποποιήσεις, με σκοπό τη συμπερίληψη της μεταβατικής διάταξης που εισηγήθηκαν οι εκπρόσωποι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, την περαιτέρω διασαφήνιση των προνοιών των κανονισμών αυτών και τη βελτίωσή τους από νομοτεχνικής άποψης.

Στη βάση των πιο πάνω η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή των Αντιπροσώπων την έγκριση των κανονισμών αυτών, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος τους, έτσι ώστε να αναφέρονται ως «Οι περί Θεσπίσεως Εθνικών Μέτρων για την Υγιεινή Παραγωγή και Διάθεση στην Αγορά Ορισμένων Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης Κανονισμοί του 2013».

 

29 Οκτωβρίου 2013

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων