Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Επιβολής Ειδικού Φόρου Πιστωτικού Ιδρύματος (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2013»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος Πάμπος Παπαγεωργίου
Άγγελος Βότσης Νίκος Νικολαΐδης
Μάριος Μαυρίδης Γιώργος Περδίκης
Πρόδρομος Προδρόμου Νίκος Κουτσού
Γιάννος Λαμάρης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν την 1η και στις 8 Ιουλίου 2013. Στην πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (ΚΤΚ), της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών (ΥΕΣΕ), της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και του Συνδέσμου Διεθνών Τραπεζών.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση της νομοθεσίας για την επιβολή ειδικού φόρου επί των καταθέσεων που κατέχουν φυσικά και νομικά πρόσωπα σε πιστωτικά ιδρύματα στη Δημοκρατία, ώστε η ημερομηνία καθορισμού της φορολογικής βάσης να προσδιορίζεται ως η τελευταία ημερομηνία του προηγούμενου τριμήνου και η ημερομηνία καταβολής του ειδικού φόρου να είναι η τελευταία ημερομηνία του τρέχοντος τριμήνου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, στα πλαίσια υλοποίησης απόφασης της Ομάδας του Ευρώ, ημερομηνίας 16 Μαρτίου 2013, ο συντελεστής του τραπεζικού τέλους αυξήθηκε τον Απρίλιο του 2013 από 0,11% σε 0,15%.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, η ημερομηνία καθορισμού της φορολογικής βάσης για την επιβολή του ειδικού φόρου στα πιστωτικά ιδρύματα παρέμεινε η 31η Δεκεμβρίου 2012.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, από την 31η Δεκεμβρίου 2012 μέχρι σήμερα παρατηρήθηκε μετατροπή καταθέσεων σε πρωτογενή κεφάλαια και μεγάλη εκροή καταθέσεων, συνολικού ύψους περίπου €18,08 δις, μειώνοντας σημαντικά τη φορολογική βάση του υπό αναφορά ειδικού φόρου. Ειδικότερα, οι καταθέσεις κατά την 31η Δεκεμβρίου 2012 ανέρχονταν στα €70,2 δις, ενώ την 31η Μαρτίου 2013 και την 30ή Μαΐου 2013 ανέρχονταν στα €63,73 και €52,12 δις, αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι με την οριστικοποίηση της ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Κύπρου αναμένεται να υπάρξει περαιτέρω μείωση των καταθέσεων.

Η πιο πάνω μείωση στις καταθέσεις, η οποία, πρέπει να σημειωθεί, δεν είναι ομοιόμορφη μεταξύ των τραπεζικών ιδρυμάτων, αφαιρεί τη δυνατότητα στις διοικήσεις τους να μετακυλίσουν το συνολικό κόστος του φορολογικού βάρους του ειδικού φόρου στους καταθέτες, με αποτέλεσμα το τραπεζικό ίδρυμα να επωμίζεται το κόστος, γεγονός που επηρεάζει την ευρωστία του.

Συναφώς, σύμφωνα με τα όσα κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, κρίνεται σκόπιμη η τροποποίηση του περί Επιβολής Ειδικού Φόρου Πιστωτικού Ιδρύματος Νόμου, ώστε η ημερομηνία καθορισμού της φορολογικής βάσης να προσδιορίζεται ως η τελευταία ημερομηνία του προηγούμενου τριμήνου και η ημερομηνία καταβολής του ειδικού φόρου να είναι η τελευταία ημερομηνία του τρέχοντος τριμήνου.

Με βάση τα πιο πάνω, ο ειδικός φόρος θα καταβάλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα ανά τριμηνία. Η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση αφορά το φορολογικό έτος 2013 και, σύμφωνα με αυτή, ο ειδικός φόρος θα καταβληθεί ως ακολούθως:

1. Την 31η Μαρτίου 2013 σε ποσοστό 0,0375% επί των συνολικών καταθέσεων πιστωτικού ιδρύματος, ως αυτές είχαν την 31η Δεκεμβρίου 2012.

2. Στις 30 Ιουνίου 2013 σε ποσοστό 0,0375% επί των συνολικών καταθέσεων πιστωτικού ιδρύματος, ως αυτές είχαν την 31η Μαρτίου 2013.

3. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2013 σε ποσοστό 0,0375% επί των συνολικών καταθέσεων πιστωτικού ιδρύματος, ως αυτές είχαν στις 30 Ιουνίου 2013.

4. Την 31η Δεκεμβρίου 2013 σε ποσοστό 0,0375% επί των συνολικών καταθέσεων πιστωτικού ιδρύματος, ως αυτές είχαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2013.

Περαιτέρω, αναφορικά με τη δήλωση και καταβολή του ειδικού φόρου που απαιτείται, σύμφωνα με την παράγραφο (α) πιο πάνω, η δήλωση που έχουν ήδη υποβάλει τα πιστωτικά ιδρύματα για το φορολογικό έτος 2013 και η καταβολή του ενός τετάρτου του ειδικού φόρου για το φορολογικό έτος 2013 θεωρείται ότι καλύπτει τη δήλωση και καταβολή που απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο (α) πιο πάνω.

Κατά τη συζήτηση του θέματος ενώπιον της επιτροπής, όλοι οι αρμόδιοι εκπρόσωποι εξέφρασαν τη σύμφωνη γνώμη τους αναφορικά με τις προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις.

Σημειώνεται ότι ο γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου εισηγήθηκε όπως η ημερομηνία καταβολής του ειδικού φόρου, που αναφέρεται στην παράγραφο (β) πιο πάνω, αντικατασταθεί με την 31η Ιουλίου 2013, αφού έχει παρέλθει η 30ή Ιουνίου 2013 και συναφώς καθίσταται άνευ ουσίας η ψήφιση του νομοσχεδίου όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία.

Με την πιο πάνω εισήγηση συμφώνησαν τόσο οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών όσο και οι υπόλοιποι φορείς. Συναφώς, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποφάσισαν όπως η εν λόγω εισήγηση υιοθετηθεί και γίνουν οι απαραίτητες νομοτεχνικές διορθώσεις επί του υπό αναφορά νομοσχεδίου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο όπως αυτό έχει κατάλληλα νομοτεχνικά διαμορφωθεί, σύμφωνα με τα πιο πάνω, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Επιβολής Ειδικού Φόρου Πιστωτικού Ιδρύματος (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2013».

 

 

9 Ιουλίου 2013

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων