Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί της Έβδομης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2012»

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Γιώργος Γεωργίου
Ρίκκος Μαππουρίδης Αντώνης Αντωνίου
Άριστος Δαμιανού Νίκος Νικολαΐδης
Γιώργος Λουκαΐδης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 17 Απριλίου και στις 10 Ιουλίου 2013. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και εκπρόσωποι του ίδιου υπουργείου, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και εκπρόσωπος του γραφείου του, καθώς και εκπρόσωποι της αστυνομίας.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του άρθρου 11 του συντάγματος για σκοπούς συμμόρφωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα για την πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Απόφασης-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών σε ό,τι αφορά την έκδοση Κυπρίων υπηκόων και τη σύλληψη προσώπων δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, με βάση τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση αξιολόγησης της Κύπρου επί της εφαρμογής της πιο πάνω Απόφασης-Πλαισίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, με τον περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 επετράπη η έκδοση Κυπρίων υπηκόων στη βάση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μόνο όμως για γεγονότα που επισυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με την έκθεση που ακολούθησε τον τέταρτο γύρο αξιολογήσεων της Κύπρου επί της εφαρμογής της πιο πάνω Απόφασης-Πλαισίου διαπιστώθηκε ότι ο πιο πάνω περιορισμός, που εισήγαγε η πέμπτη τροποποίηση του συντάγματος, παραβιάζει κατάφορα τις πρόνοιες της εν λόγω Απόφασης-Πλαισίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, η δυνατότητα που δίδει στα κράτη μέλη η Απόφαση-Πλαίσιο να καθορίσουν, μέσω δήλωσης που υποβάλλεται κατά το χρόνο υιοθέτησής της, χρονικό περιθώριο αναφορικά με το οποίο δε θα επιτρέπουν την έκδοση προσώπων για πράξεις που τελέστηκαν πριν από το περιθώριο αυτό δεν ισχύει για τα κράτη μέλη που εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, αφού, κατά το χρόνο υιοθέτησης της Απόφασης-Πλαισίου, δεν ήταν ακόμα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με σύσταση της εν λόγω έκθεσης αξιολόγησης, δεν πρέπει να απαιτείται η έκδοση τοπικού εντάλματος σύλληψης, όταν υπάρχει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο αποτελεί επαρκή νομική βάση για έκδοση. Σύμφωνα με την ίδια σύσταση, η προϋπόθεση για έκδοση τοπικού εντάλματος σύλληψης παράλληλα με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δημιουργεί εμπόδια που δυσχεραίνουν τη δικαστική συνεργασία και είναι αντίθετη με το πνεύμα της Απόφασης-Πλαισίου.

Με βάση τα πιο πάνω, το υπό συζήτηση νομοσχέδιο αποσκοπεί στην άρση του περιορισμού στην έκδοση Κυπρίων υπηκόων και επιπλέον καθιστά σαφές ότι η σύλληψη για σκοπούς έκδοσης, όταν υπάρχει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, χωρεί στη βάση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, χωρίς να απαιτείται η έκδοση τοπικού. Σημειώνεται ότι ανάλογη τροποποίηση για απάλειψη της ανάγκης έκδοσης τοπικού εντάλματος σύλληψης επιδιώκεται μέσω της προώθησης άλλου νομοσχεδίου που τροποποιεί τον περί του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο, το οποίο εξετάστηκε από την επιτροπή παράλληλα με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο και αναμένεται να προωθηθεί στην ολομέλεια του σώματος σε μεταγενέστερο στάδιο.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής, τέθηκε το ζήτημα κατά πόσο η προτεινόμενη ρύθμιση για άρση του περιορισμού στην έκδοση Κυπρίων υπηκόων συνιστά αναδρομική εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, υποστηρίχθηκε τόσο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως όσο και από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η θέση ότι η άρση του εν λόγω περιορισμού δε συνιστά αναδρομική εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας, υπό την έννοια της πολύ γνωστής αρχής στο ποινικό δίκαιο, η οποία περιλαμβάνεται και στο σύνταγμά μας, ότι «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή άνευ νόμου». Συναφώς, διευκρινίστηκε ότι πρόκειται για διαδικαστικό ποινικό θέμα και δεν αφορά στοιχειοθέτηση ποινικού αδικήματος εκ των υστέρων για πράξεις οι οποίες κατά το χρόνο που συνέβησαν δε συνιστούσαν ποινικό αδίκημα, αλλά αφορά πράξεις οι οποίες κατά το χρόνο που συνέβησαν συνιστούσαν ποινικά αδικήματα τόσο κατά το δίκαιο της χώρας που ζητά την έκδοση όσο και κατά το κυπριακό δίκαιο και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα αναδρομικότητας ποινικής νομοθεσίας. Εξάλλου, επισημάνθηκε ότι το ίδιο ζήτημα είχε εγερθεί και εξετάστηκε, όταν θεσπίστηκε η πέμπτη τροποποίηση του συντάγματος, με βάση την οποία για πρώτη φορά Κύπριοι υπήκοοι μπορούσαν να παραδοθούν για αδικήματα που διέπραξαν πολλά χρόνια πριν.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί των προνοιών του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

 

10 Ιουλίου 2013

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων