Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τα νομοσχέδια «Ο περί Ερευνητικών Επιτροπών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013» και «Ο περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2013»

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, αναπλ. πρόεδρος Αντώνης Αντωνίου
Άριστος Δαμιανού Μη μέλη της επιτροπής:
Γιώργος Λουκαΐδης Ρίκκος Μαππουρίδης
Γιώργος Γεωργίου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 3 Απριλίου 2013. Στη συνεδρίαση κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σκοπός του πρώτου νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου, ώστε να προστεθεί σε αυτόν νέο άρθρο στο οποίο να διαλαμβάνονται πρόνοιες σύμφωνα με τις οποίες στην έκθεση που συντάσσει ερευνητική επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, να καταγράφεται η κρίση της και το τελικό πόρισμά της επί των γεγονότων που διερεύνησε σύμφωνα με τους όρους εντολής της και, σε περίπτωση που η ερευνητική επιτροπή ομόφωνα καταλογίζει ευθύνες σε οποιοδήποτε πολιτειακό ή πολιτικό αξιωματούχο, οι οποίες προκύπτουν από πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, η πιο πάνω έκθεση να παραπέμπεται στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, αναλύοντας τις πρόνοιες του πιο πάνω νομοσχεδίου ενώπιον της επιτροπής, διευκρίνισε ότι, με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, το Υπουργικό Συμβούλιο, όταν αυτό είναι το διορίζον όργανο μιας ερευνητικής επιτροπής, έχει τη δυνατότητα να αποστείλει τη σχετική έκθεση της επιτροπής στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ενώ με την προτεινόμενη ρύθμιση καθίσταται υποχρεωτική η αποστολή της εν λόγω έκθεσης από την επιτροπή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ειδικότερα, ο ίδιος διευκρίνισε ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση καθορίστηκε όπως μόνο τα ομόφωνα ευρήματα της έρευνας που καταγράφονται στην έκθεση της ερευνητικής επιτροπής, εφόσον καταλογίζουν ευθύνες σε αξιωματούχους, παραπέμπονται στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, έτσι ώστε στις περιπτώσεις αυτές να υπάρχει η υποχρέωση της ερευνητικής επιτροπής να απευθύνεται η ίδια απευθείας στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και πως, σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η ερευνητική επιτροπή πρέπει να απευθύνεται στο Υπουργικό Συμβούλιο, που είναι και το διορίζον αυτήν όργανο, και να μην απευθύνεται στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, ο ίδιος εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, όταν λάβει την έκθεση μιας ερευνητικής επιτροπής, θα ζητήσει να του δοθεί και όλο το μαρτυρικό υλικό, οι καταθέσεις και τα τεκμήρια που λήφθηκαν στο στάδιο της διερεύνησης ενός ζητήματος από την επιτροπή, ώστε να μπορέσει να ασκήσει αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές του.

Σκοπός του δεύτερου νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ώστε να δοθεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η εξουσία διορισμού προσώπων τα οποία να ενεργούν ως ποινικοί ανακριτές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, οποιοσδήποτε αστυνομικός μπορεί να διεξαγάγει ανακρίσεις σε σχέση με τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Περαιτέρω, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εξουσία να ορίσει οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί κατάλληλο για τη διεξαγωγή ανακρίσεων σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, μέρος της εξουσίας αυτής του Υπουργικού Συμβουλίου να διορίζει ανακριτές έχει εκχωρηθεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με σχετικές αποφάσεις Υπουργικού Συμβουλίου όπως αυτές γνωστοποιήθηκαν στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27 Απριλίου 2001, με την κανονιστική διοικητική πράξη 169/2001, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Νόμου.

Συγκεκριμένα, στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας έχει εκχωρηθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο η εξουσία να διορίζει ανακριτές στις ακόλουθες περιπτώσεις:

1. Σε περίπτωση που περιέρχεται σε γνώση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με οποιοδήποτε τρόπο ισχυρισμός εναντίον μέλους της αστυνομίας σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος.

2. Σε περίπτωση που περιέρχεται σε γνώση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με οποιοδήποτε τρόπο ισχυρισμός σε σχέση με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος οικονομικής φύσεως που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από μέλη συντεταγμένων οργάνων.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως σε σχέση με το εν λόγω νομοσχέδιο δήλωσε ότι για σκοπούς διασφάλισης της απρόσκοπτης διερεύνησης ποινικών αδικημάτων κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις κρίθηκε σκόπιμο όπως προβλεφθεί νομοθετικά πλήρης και παράλληλη με εκείνη του Υπουργικού Συμβουλίου εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος και έχει εκ του συντάγματος αρμοδιότητα σε ποινικές υποθέσεις, να μπορεί να διορίζει ποινικούς ανακριτές σε οποιαδήποτε περίπτωση.

Περαιτέρω, ο ίδιος επεξήγησε ότι, βάσει του νομοσχεδίου, και μεσούσης μιας διερευνητικής διαδικασίας από μια ερευνητική επιτροπή, σε περίπτωση που αυτή καταλήξει σε πορίσματα ή διαπιστώσει την πιθανότητα διάπραξης ποινικών αδικημάτων, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει τη δυνατότητα να προβαίνει στο διορισμό ποινικών ανακριτών. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση το Υπουργικό Συμβούλιο δεν απεμπολεί τις σχετικές του αρμοδιότητες, αλλά αυτό εξακολουθεί να διατηρεί αυτές τις εξουσίες παράλληλα.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, αφού υιοθέτησαν όλες τις πιο πάνω θέσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, δήλωσαν ότι συμφωνούν με τις πρόνοιες των προτεινόμενων νόμων.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται στην ολομέλεια της Βουλής την ψήφιση των προτεινόμενων νομοσχεδίων σε νόμους όπως αυτά έχουν κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του δεύτερου νομοσχεδίου, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013».

 

9 Απριλίου 2013

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων