Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος Νίκος Κατσουρίδης
Αβέρωφ Νεοφύτου Αντρέας Φακοντής
Μάριος Μαυρίδης Γιώργος Λουκαΐδης
Σταύρος Ευαγόρου Σκεύη Κούτρα Κουκουμά
Γιάννος Λαμάρης Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου
Πάμπος Παπαγεωργίου Αδάμος Αδάμου
Νίκος Νικολαΐδης Πανίκκος Σταυριανός
Νίκος Κουτσού Γιώργος Γεωργίου
Γιώργος Περδίκης Κώστας Κώστα
Μη μέλη της επιτροπής: Αντρέας Καυκαλιάς
Λευτέρης Χριστοφόρου Χριστάκης Τζιοβάνης
Σωτήρης Σαμψών Χρίστος Μέσης
Κώστας Κωνσταντίνου Ειρήνη Χαραλαμπίδου
Γεώργιος Γεωργίου Αθηνά Κυριακίδου
Πρόδρομος Προδρόμου Αντώνης Αντωνίου
Μαρία Κυριακού Γεώργιος Προκοπίου
Κυριάκος Χατζηγιάννης Γιώργος Βαρνάβα
Ζαχαρίας Ζαχαρίου Ρούλα Μαυρονικόλα
Ευθύμιος Δίπλαρος Φειδίας Σαρίκας
Ανδρέας Μιχαηλίδης Δημήτρης Συλλούρης
Νίκος Νουρής Ζαχαρίας Κουλίας
Ρίκκος Μαππουρίδης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο, το οποίο κατατέθηκε στη συνεδρία της ολομέλειας του σώματος ημερομηνίας 21ης Μαρτίου 2013 και κηρύχθηκε επείγον, σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαρτίου 2013. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιόν της ο αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η θέσπιση νομοθεσίας, ώστε να παραχωρηθεί δυνατότητα στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να ενεργεί ως Αρχή Εξυγίανσης, λαμβάνοντας και εφαρμόζοντας μέτρα εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, με στόχο την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος και τη διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος.

Ειδικότερα, με τον προτεινόμενο νόμο, ο οποίος αποτελεί μέρος δέσμης σχετικών νομοθετικών μέτρων, προβλέπονται μεταξύ άλλων οι εξουσίες της Αρχής Εξυγίανσης, οι προϋποθέσεις λήψης μέτρων εξυγίανσης, οι γενικές αρχές διασφάλισης συμφερόντων μετόχων και πιστωτών, καθώς και ρυθμίσεις με τις οποίες διασφαλίζεται ότι τυχόν απώλεια που υφίσταται το θιγόμενο από την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης μέρος δε θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα είχε υποστεί, αν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ετίθετο στο σύνολό του απευθείας σε εκκαθάριση.

Περαιτέρω, με το υπό εξέταση νομοσχέδιο προτείνονται ρυθμίσεις τέτοιες, ώστε να μην επηρεάζονται δικαιώματα δικαστικής αμφισβήτησης αποφάσεων που λαμβάνονται από την Αρχή Εξυγίανσης. Επιπρόσθετα, προνοείται ότι, σε περίπτωση εκκαθάρισης ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, θα τηρείται ειδική προτεραιότητα για σκοπούς κάλυψης των χρεών και απαιτήσεων λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου. Προνοείται επίσης ότι η χρηματοδότηση των μέτρων εξυγίανσης θα γίνεται από το Ταμείο Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων και από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, στα οποία τα πιστωτικά ιδρύματα θα καταβάλλουν εισφορές δυνάμει σχετικών νομοθεσιών που περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα δέσμη μέτρων. Σε περίπτωση που τα κεφάλαια των εν λόγω ταμείων δεν επαρκούν για τη χρηματοδότηση των μέτρων εξυγίανσης, τότε αυτά θα δύνανται να δανείζονται από άλλες πηγές, περιλαμβανομένου του κράτους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στη Βουλή, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να λαμβάνει τα εν λόγω μέτρα με γνώμονα την επίτευξη καλύτερα των πιο κάτω στόχων:

1. Τη συνέχιση προσφοράς κρίσιμων τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.

2. Την πρόληψη δημιουργίας ή εξάπλωσης κινδύνων που πιθανόν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος εντός ή και εκτός της Δημοκρατίας.

3. Τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοοικονομικό σύστημα.

4. Την προστασία των δημόσιων πόρων, αποτρέποντας επηρεαζόμενα ιδρύματα από το να βασίζονται σε δημόσια στήριξη για τη διάσωσή τους.

5. Την προστασία των καταθετών που καλύπτονται από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων.

6. Την ελαχιστοποίηση του κόστους εξυγίανσης για τους φορολογουμένους.

7. Την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.

Στα πλαίσια της εξέτασης του νομοσχεδίου από την επιτροπή, τέθηκε από μέλη της αριθμός ζητημάτων, μεταξύ των οποίων το κατά πόσο το υπό εξέταση νομοσχέδιο αναμένεται να διασφαλίσει τη σταθερότητα του όλου χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας χωρίς να χρειαστεί η οποιαδήποτε περαιτέρω λήψη οδυνηρών μέτρων. Επιπρόσθετα, την επιτροπή απασχόλησε η δυνατότητα εξεύρεσης τρόπων διαφύλαξης ορισμένων ευαίσθητων περιπτώσεων καταθετών, όπως είναι άτομα με αναπηρίες, άτομα που έχουν αποζημιωθεί από τη Δημοκρατία για ειδικούς λόγους και καταθέσεις που αφορούν τα ταμεία προνοίας και άλλα συνταξιοδοτικά ταμεία εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

Ο αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι, δεδομένης της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί στην οικονομία, λόγω των αφόρητων πιέσεων που υφίσταται το τραπεζικό σύστημα ένεκα της πρόσφατης απόφασης του Eurogroup, της μετέπειτα απόρριψης του σχετικού νομοσχεδίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά και ιδιαίτερα της χθεσινής απόφασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τερματισμό της παροχής ρευστότητας προς το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, η οργανωμένη αναδιάρθρωση και εξυγίανση συγκεκριμένου τραπεζικού ιδρύματος αποτελεί τη μοναδική επιλογή. Στο πιο πάνω συμπέρασμα, όπως ο ίδιος συμπλήρωσε, κατέληξαν και συμφώνησαν τόσο οι τρεις πυλώνες που αποτελούν την τρόικα όσο και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κατά την τελευταία τους συνάντηση με την κυβερνητική πλευρά.

Επισημαίνοντας ο ίδιος υπουργός ότι αναγνωρίζει τις οδυνηρότατες συνέπειες που αναμένεται να προκύψουν ως αποτέλεσμα της εν λόγω εξυγίανσης, εξέφρασε την εκτίμηση ότι σε αντίθετη περίπτωση η βέβαιη, υπό τις παρούσες περιστάσεις, κατάρρευση του υπό συζήτηση τραπεζικού ιδρύματος θα οδηγούσε σε ακόμη τραγικότερα επακόλουθα το νησί. Τέλος, υπογράμμισε πως η ολοκλήρωση της συμφωνίας με την τρόικα, το συντομότερο δυνατόν, καθίσταται επιβεβλημένη λόγω της τελευταίας απόφασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σύμφωνα με την οποία οι διευκολύνσεις ρευστότητας προς το κυπριακό τραπεζικό σύστημα θα τερματιστούν σε περίπτωση μη επίτευξης της εν λόγω συμφωνίας μέχρι την ερχόμενη Κυριακή το απόγευμα.

Οι εκπρόσωποι της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, παρ’ όλο που δε διαφώνησαν με τη φιλοσοφία του υπό εξέταση νομοσχεδίου, εξέφρασαν την αντίθεσή τους σε σχέση με την πρόθεση εφαρμογής των προτεινόμενων προνοιών στον οργανισμό που εκπροσωπούν και αναφέρθηκαν στις συνέπειες που θα έχει τόσο για το προσωπικό που υπηρετεί σʼ αυτόν όσο και για τους καταθέτες του. Οι εν λόγω εκπρόσωποι τόνισαν μεταξύ άλλων ότι το πρόβλημα που θα προκύψει για τα ταμεία προνοίας που βρίσκονται κατατεθειμένα στην υπό αναφορά τράπεζα θα είναι τεράστιο, καθώς τα μέλη των εν λόγω ταμείων θα υποστούν τεράστιες ζημιές, δεδομένου ότι δε θα έχουν τη δυνατότητα ανάληψης οποιουδήποτε ποσού προτού προηγουμένως ολοκληρωθεί η εκκαθάριση της τράπεζας, διαδικασία η οποία είναι χρονοβόρα. Περαιτέρω, οι ίδιοι εκπρόσωποι σημείωσαν την αδικία που θα προκύψει μεταξύ των καταθετών της εταιρείας των οποίων τα χρήματα βρίσκονται κατατεθειμένα στην Κύπρο σε σχέση με αυτούς των οποίων βρίσκονται στα παραρτήματά της στην Ελλάδα, ως απόρροια της συμφωνίας που επήλθε για απορρόφηση των παραρτημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα από ελληνικό τραπεζικό όμιλο.

Ειδικότερα, σε σχέση με τις πιο πάνω περιπτώσεις, έγινε εισήγηση από τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όπως μελετήσουν το ενδεχόμενο οι περιπτώσεις αυτές να εξαιρεθούν, έτσι ώστε οι καταθέσεις αυτές, έστω και αν ξεπερνούν τις €100.000, να διαφυλάσσονται στο σύνολό τους.

Οι εν λόγω αρμόδιοι ανέλαβαν να μελετήσουν το ενδεχόμενο κάποιας καλύτερης μεταχείρισης των περιπτώσεων αυτών και επισήμαναν ότι η Αρχή Εξυγίανσης έχει ήδη τη διακριτική ευχέρεια να διαχωρίζει καταθέσεις της ίδιας τάξης αν θεωρείται αναγκαίο για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ή προς όφελος των πιστωτών στο σύνολό τους.

Συναφώς, οι ίδιοι αρμόδιοι, αφού επεξεργάστηκαν την εισήγηση των μελών της επιτροπής, απέστειλαν εισήγηση για τροποποίηση του κειμένου, έτσι ώστε η ευχέρεια αυτή της Αρχής Εξυγίανσης να διαχωρίζει καταθέσεις της ίδιας τάξης, να μπορεί να γίνει και για λόγους προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού έκρινε επίσης σκόπιμο να τροποποιήσει το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, έτσι ώστε η Αρχή Εξυγίανσης να αποφασίζει τη λήψη μέτρων εξυγίανσης από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υπό το φως των πιο πάνω και αφού διεξήλθε τις επιμέρους πρόνοιες του νομοσχεδίου, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

22 Μαρτίου 2013

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων