Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Προσφύγων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012»

Παρόντες:

Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος Νεόφυτος Κωνσταντίνου
Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου Σοφοκλής Φυττής
Χρίστος Μέσης Φειδίας Σαρίκας
Ανδρέας Κυπριανού Δημήτρης Συλλούρης
Κυριάκος Χατζηγιάννης Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 22 Νοεμβρίου, και στις 4 και 6 Δεκεμβρίου 2012. Στα πλαίσια της πρώτης συνεδρίασης της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, της Υπηρεσίας Ασύλου του ίδιου υπουργείου, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Υπουργείου Οικονομικών, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, εκπρόσωποι της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, του Future Worlds Center και της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ). Το Ανώτατο Δικαστήριο, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε στις συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Προσφύγων Νόμου για την πληρέστερη εναρμόνιση των προνοιών του με τις διατάξεις της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς και της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απατρίδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους.

Ειδικότερα, με τις πρόνοιες του υπό αναφορά νομοσχεδίου τροποποιείται ο περί Προσφύγων Νόμος ως ακολούθως:

1. Περιορίζεται το δικαίωμα διαμονής και διακίνησης των αιτητών διεθνούς προστασίας, των δικαιούχων αυτής και των οικογενειών τους εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας, η οποία τελεί υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της κυβέρνησης της Δημοκρατίας.

2. Μεταφέρεται η αρμοδιότητα εκπροσώπησης ασυνόδευτων ανήλικων αιτητών διεθνούς προστασίας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

3. Αντικαθίσταται ο ορισμός του όρου “τελική απόφαση” από νέο ορισμό, ώστε να αναφέρεται πλέον μόνο στην πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, χωρίς να περιλαμβάνει την κατ’ έφεση απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ισχύει σήμερα.

4. Ανατίθεται η αρμοδιότητα εξέτασης νέων στοιχείων ή νέας αίτησης ή νέας διοικητικής προσφυγής που υποβάλλεται από τον ίδιο αιτητή διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου ή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, ανάλογα με το ποια αποφάσισε επί της αίτησης του αιτητή.

5. Καθίσταται αναδρομικά εκτελεστή η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με αίτηση διεθνούς προστασίας, εάν ο αιτητής αποσύρει εμπρόθεσμη διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, πριν η Αρχή αυτή αποφασίσει επί της διοικητικής προσφυγής.

6. Στις αποφάσεις οι οποίες υπόκεινται σε διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, προστίθενται και οι αρνητικές αποφάσεις του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου που αφορούν την οικογενειακή επανένωση.

7. Παρέχεται η δυνατότητα αποκάλυψης πληροφοριών οι οποίες λαμβάνονται στα πλαίσια της υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας ή των κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτής, για σκοπούς ποινικής έρευνας ή/και ποινικής δίωξης.

Σημειώνεται ότι πριν από την κατάθεση του παρόντος νομοσχεδίου στη Βουλή από την εκτελεστική εξουσία κατατέθηκε στη Βουλή συναφής με τις πρόνοιές του πρόταση νόμου από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, με τίτλο «Ο περί Προσφύγων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010», η οποία συζητήθηκε σε αριθμό συνεδριάσεων τόσο πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου όσο και παράλληλα με αυτό.

Σκοπός της πρότασης νόμου είναι η διευκρίνιση ότι η εκπροσώπηση ασυνόδευτων ανηλίκων από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού ανάγεται σε νομική εκπροσώπηση. Επειδή όμως το εύρος των τροποποιήσεων που περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο είναι μεγαλύτερο από το εύρος των ρυθμίσεων που προτείνονται στην πρόταση νόμου, οι οποίες καλύπτονται εν πολλοίς από το νομοσχέδιο, η επιτροπή αποφάσισε να επικεντρωθεί στη συζήτηση του νομοσχεδίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή από το Υπουργείο Εσωτερικών, η ανάγκη τροποποίησης της βασικής νομοθεσίας για τους Πρόσφυγες προέκυψε, λόγω των κενών που εντοπίστηκαν στο στάδιο της διαβούλευσης μεταξύ κλιμακίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που βρισκόταν στην Κύπρο τον Ιούλιο του 2012, και του Υπουργείου Εσωτερικών, της Υπηρεσίας Ασύλου και του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης σε θέματα ασύλου και μετανάστευσης, καθώς και για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν κατά την εφαρμογή της. Συναφώς, η κατάθεση του υπό αναφορά νομοσχεδίου κρίθηκε αναγκαία μεταξύ άλλων για τους πιο κάτω λόγους:

1. Παρατηρήθηκε πως ένας μεγάλος αριθμός αιτητών ασύλου και δικαιούχων διεθνούς προστασίας διαμένει ή/και διακινείται μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας. Συναφώς, με σχετική πρόνοια στο υπό αναφορά νομοσχέδιο, περιορίζεται το δικαίωμα παραμονής και διακίνησής τους μόνο στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές.

2. Παρατηρήθηκε πως αιτητές ασύλου που εφεσίβαλαν σχετική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων υπέβαλλαν νέα στοιχεία σε μεταγενέστερο στάδιο με σκοπό την επανεξέταση της αίτησής τους. Ως εκ τούτου, κρίθηκε σκόπιμο όπως στο υπό αναφορά νομοσχέδιο περιληφθεί πρόνοια, ώστε να διασαφηνιστεί ότι αρμόδια αρχή για την πρωτογενή και τελεσίδικη εξέταση οποιασδήποτε μεταγενέστερης αίτησης υποβληθεί εκ νέου από τον ίδιο αιτητή είναι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και όχι η Υπηρεσία Ασύλου, η οποία θα εξετάζει την εν λόγω αίτηση μόνο αναφορικά με τα νέα στοιχεία που θα υποβάλλονται σε σχέση με την αρχική και απορριφθείσα αίτηση/διοικητική προσφυγή.

3. Ενώ, σύμφωνα με τις πρόνοιες της υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού δύναται να ενεργεί ως εκπρόσωπος των ασυνόδευτων ανηλίκων αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργών του γραφείου της κατά τη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η ίδια κρίνει ότι η εν λόγω εκπροσώπηση ανάγεται σε νομική εκπροσώπηση και ως εκ τούτου απαιτείται η ανάθεση της εκπροσώπησης ασυνόδευτων ανηλίκων σε ιδιώτες δικηγόρους, οι οποίοι θα προσλαμβάνονται με σύμβαση. Σύμφωνα όμως με σχετικές γνωματεύσεις του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, διασαφηνίζεται ότι η εν λόγω “εκπροσώπηση” επιτρέπεται μόνο από την ίδια την επίτροπο ή λειτουργούς του γραφείου της και όχι από ιδιώτη δικηγόρο. Περαιτέρω, λόγω των προβλημάτων ερμηνείας της έννοιας “εκπροσώπηση ασυνόδευτων ανηλίκων”, προέκυψε αδιέξοδο στη συνεργασία μεταξύ της Υπηρεσίας Ασύλου και της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, με αποτέλεσμα την αναβολή της εξέτασης των αιτημάτων των εν λόγω ανήλικων αιτητών κατά παράβαση των προνοιών των Οδηγιών 2205/85/ΕΚ και 2003/9/ΕΚ. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη στο υπό αναφορά νομοσχέδιο ανάθεση της εκπροσώπησης των ασυνόδευτων ανηλίκων στο διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας συνιστά τη νομοθετική λύση.

4. Ο ορισμός του όρου “τελική απόφαση” στην υπό τροποποίηση βασική νομοθεσία χορηγεί στους αιτητές ασύλου την ιδιότητα αυτή μέχρι την εξέταση τυχόν προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, είτε σε πρωτόδικη διαδικασία είτε σε κατ’ έφεση, με αποτέλεσμα την ευνοϊκότερη μεταχείρισή τους σε σχέση με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ, που ορίζει ως “τελεσίδικη απόφαση” την εκδίκαση της πρωτοβάθμιας προσφυγής, σύμφωνα με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση “C-69/10 Brahim Samba Diouf”. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η Οδηγία αυτή απαιτεί μόνο το ένδικο μέσο της πρωτόδικης εκδίκασης, χωρίς να επιβάλλεται και δεύτερος (κατ’ έφεση) βαθμός δικαιοδοσίας. Αποτέλεσμα αυτής της ευνοϊκότερης μεταχείρισης είναι η επιμήκυνση του χρόνου παραμονής των αιτητών ασύλου στη Δημοκρατία, με συνεπακόλουθο την κάλυψη των εξόδων συντήρησής τους από το κράτος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Συναφώς, με σκοπό τη μείωση του κόστους που επωμίζεται το κράτος, στο υπό αναφορά νομοσχέδιο προτείνεται η αντικατάσταση του ορισμού του όρου “τελική απόφαση”, ώστε να αφορά μόνο στην πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, χωρίς να περιλαμβάνει την κατ’ έφεση απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

5. Με τον προτεινόμενο νόμο επιτυγχάνεται επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών, μείωση των κρατικών δαπανών με την καλύτερη διευκρίνιση του όρου “τελική απόφαση” και την εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων από την Υπηρεσία Κοινωνικής Ευημερίας αντί του διορισμού ιδιωτικών δικηγόρων.

Στα πλαίσια της εξέτασης του υπό αναφορά νομοσχεδίου από την επιτροπή η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου και ειδικότερα με την προτεινόμενη πρόνοιά του για μεταφορά της αρμοδιότητας για εκπροσώπηση ασυνόδευτου ανηλίκου στο διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Ειδικότερα, όπως ανέφερε η ίδια, η πρακτική ανάθεσης της σχετικής εκπροσώπησης σε ιδιώτες δικηγόρους για διαδικασίες ενώπιον διοικητικής αρχής, την οποία είχε πρόθεση να εφαρμόσει η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου και επισήμανε στην επιτροπή ότι ο κρατικός προϋπολογισμός του 2013 δεν μπορεί να επιβαρυνθεί με οποιαδήποτε επιπρόσθετα κονδύλια, λόγω των δύσκολων δημοσιονομικών συνθηκών στις οποίες βρίσκεται η κυπριακή οικονομία σήμερα. Ως εκ τούτου, η ίδια εκπρόσωπος εξέφρασε την αντίθεση της για ενδεχόμενη ανάθεση της εκπροσώπησης ασυνόδευτων ανηλίκων σε ιδιώτες δικηγόρους, αφού αυτό συνεπάγεται πρόσθετη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού.

Η εκπρόσωπος των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συμφώνησε με τη μεταφορά της αρμοδιότητας για την εκπροσώπηση ασυνόδευτων ανηλίκων από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και διευκρίνισε πως θα εφαρμοστούν οι πρόνοιες της υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας για το θέμα αυτό, αφού, κατά την άποψή της, η φύση της εν λόγω εκπροσώπησης δεν είναι σε καμία περίπτωση νομική.

H Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού κατέθεσε στην επιτροπή σχετικό υπόμνημα, ημερομηνίας 21ης Νοεμβρίου 2012, με τις θέσεις και απόψεις της σχετικά με την εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανήλικων αιτητών ασύλου ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων. Στο εν λόγω υπόμνημα επισημαίνεται η πάγια θέση της, όπως αυτή εκφράστηκε και κατά τη συζήτηση της σχετικής πρότασης νόμου, για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω, ότι η εν λόγω εκπροσώπηση είναι νομικής φύσης και απορρέει από τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας τόσο από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού όσο και από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2005/85/ΕΚ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ίδιο υπόμνημα, για το εν λόγω θέμα έχουν γίνει συστάσεις προς τη Δημοκρατία μέσω της Έκθεσης της ΕCRI (European Commission against Racism and Intolerance) του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Κύπρο (Μάιος 2011) και μέσω της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Συναφώς, στο ίδιο υπόμνημα τονίζεται ότι η εν λόγω εκπροσώπηση μπορεί να ασκηθεί μόνο από δικηγόρους ειδικά εκπαιδευμένους, οι οποίοι θα ενεργούν για λογαριασμό της αρμόδιας αρχής, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού ή ο διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, καθώς και ότι η φύση της εν λόγω εκπροσώπησης πρέπει να καθορίζεται ρητά στις διατάξεις του νόμου. Ως εκ τούτου, δε φέρει ένσταση σε σχέση με την προτεινόμενη με το νομοσχέδιο πρόνοια για μεταφορά της αρμοδιότητας για την εν λόγω εκπροσώπηση από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες που θα διασφαλίζουν ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι θα είναι δικαιούχοι νομικής εκπροσώπησης κατά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός τους για άσυλο.

Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, σε γραπτό υπόμνημά του προς την επιτροπή, ημερομηνίας 21ης Νοεμβρίου 2012, εκφράζει τη διαφωνία του συλλόγου σε σχέση με τη μεταφορά της αρμοδιότητας της εκπροσώπησης ασυνόδευτων ανηλίκων από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, μιας υπηρεσίας ιδιαίτερα βεβαρημένης με άλλα καθήκοντα. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται, η εκπροσώπηση ασυνόδευτων ανηλίκων πρέπει να αναλαμβάνεται από πρόσωπα τα οποία έχουν το εχέγγυο της ανεξαρτησίας, γεγονός που αποκλείει τη δυνατότητα να αναλάβει την εν λόγω εκπροσώπηση ο διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αφού αυτός υποχρεούται να ακολουθεί την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ίδιο υπόμνημα, η εν λόγω εκπροσώπηση πρέπει να θεωρείται νομικής φύσης και ως εκ τούτου η ανάθεσή της σε καταρτισμένους και έμπειρους ιδιώτες δικηγόρους αποτελεί τη μόνη οδό για ικανοποιητική εξασφάλιση των συμφερόντων των ανηλίκων. Συναφώς, όπως αναφέρεται, είναι αδύνατο η νομική εκπροσώπηση ασυνόδευτων ανηλίκων να αναλαμβάνεται από δικηγόρους της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, αφού ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μαζί με τη Νομική Υπηρεσία αποτελούν το νομικό σύμβουλο του κράτους, περιλαμβανομένης και της Υπηρεσίας Ασύλου, και εκπροσωπεί την υπηρεσία αυτή στο Ανώτατο Δικαστήριο σε περιπτώσεις προσφυγής, γι’ αυτό δεν μπορεί να εκπροσωπεί ταυτόχρονα και τους ασυνόδευτους ανηλίκους. Επιπρόσθετα, όπως αναφέρεται, η επιβάρυνση στα κρατικά ταμεία από την ανάθεση της εκπροσώπησης σε ιδιώτες δικηγόρους θα είναι ιδιαίτερα χαμηλή λόγω του μικρού αριθμού περιπτώσεων ασυνόδευτων ανηλίκων και συγκριτικά πιο χαμηλή από την επιβάρυνση από την ανάληψη τέτοιων καθηκόντων από κυβερνητικούς λειτουργούς. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το εν λόγω υπόμνημα, η αρμοδιότητα εκπροσώπησης ασυνόδευτων ανηλίκων (20 το 2009, 35 το 2010 και 15 το 2011) πρέπει να παραμείνει στην Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, παρέχοντάς της ταυτόχρονα τη δυνατότητα ανάθεσης της εν λόγω εκπροσώπησης σε ιδιώτες δικηγόρους, εφόσον της χορηγηθεί για το σκοπό αυτό σχετικό κονδύλι από τη Δημοκρατία.

Οι εκπρόσωποι του Future Worlds Center και της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες κατέθεσαν ενώπιον της επιτροπής σχετικά υπομνήματα στα οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Η προτεινόμενη με το υπό αναφορά νομοσχέδιο πρόνοια για τον περιορισμό του δικαιώματος διαμονής και διακίνησης των αιτητών διεθνούς προστασίας δεν αιτιολογείται επαρκώς, γι’ αυτό και υπάρχουν επιφυλάξεις σε σχέση με τη συμβατότητά της με τον Κανονισμό για την Πράσινη Γραμμή του 2004 και την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/83/ΕC.

2. Η προτεινόμενη τροποποίηση που αφορά τη μεταφορά της αρμοδιότητας για εκπροσώπηση ασυνόδευτου ανήλικου αιτητή από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας επίσης δεν αιτιολογείται επαρκώς, καθώς στηρίζεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχει εφαρμοστεί η σχετική εκπροσώπηση από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και στο γεγονός ότι λόγω αυτού έχουν παγοποιηθεί όλα τα αιτήματα ασύλου ασυνόδευτων ανηλίκων. Όπως διασαφηνίζεται, η σχετική εκπροσώπηση αφορά και νομικά ζητήματα που απορρέουν από τις υποχρεώσεις εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο, αλλά και από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, γι’ αυτό απαιτείται περαιτέρω διευκρίνιση σχετικά με τον τρόπο υλοποίησής της από το διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σε περίπτωση που προκύπτουν νομικά θέματα.

3. Παράλληλα με την τροποποίηση του ορισμού του όρου “τελική απόφαση” πρέπει να ρυθμιστεί το καθεστώς και τα δικαιώματα των αιτητών ασύλου έως την τελική απόφαση του δικαστηρίου και συγκεκριμένα το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

4. Η προτεινόμενη τροποποίηση που αφορά την εξέταση νέων στοιχείων ή νέας αίτησης ή νέας διοικητικής προσφυγής του ίδιου αιτητή δεν είναι συμβατή με την ευρωπαϊκή Οδηγία 2005/85/ΕΚ, καθώς, στις περιπτώσεις που υποβάλλεται νέα αίτηση με νέα στοιχεία, το κράτος μέλος οφείλει να διενεργήσει νέα πλήρη εξέταση.

Στο στάδιο της συζήτησης του νομοσχεδίου από την επιτροπή μέλη της εξέφρασαν επιφυλάξεις σε σχέση με κάποιες από τις πρόνοιές του και ζήτησαν πρόσθετα στοιχεία και επεξηγήσεις σε σχέση με αυτές.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σχολιάζοντας τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν από μέλη της επιτροπής, επισήμανε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Ο περιορισμός του δικαιώματος διαμονής και διακίνησης των αιτητών διεθνούς προστασίας, των δικαιούχων αυτής και των οικογενειών τους εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας η οποία τελεί υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της κυβέρνησης είναι νομικά επιτρεπτός, αφού έχει ανασταλεί η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.

2. Η εκπροσώπηση ασυνόδευτων ανήλικων αιτητών ασύλου αφορά εκπροσώπηση ενώπιον της διοίκησης και όχι ενώπιον δικαστηρίου. Ειδικότερα, όπως ανέφερε ο ίδιος, ούτε η Οδηγία 2005/85/ΕΚ ούτε η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού αναφέρονται σε νομικά υποχρεωτική εκπροσώπηση ασυνόδευτων ανηλίκων από ιδιώτη δικηγόρο, ενέργεια που κρίνεται ως “καταρχήν νομικά επισφαλής”. Ως εκ τούτου, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού ορίστηκε ως εκπρόσωπος των ασυνόδευτων ανηλίκων, ώστε να ενεργεί αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργών του γραφείου της κατά τη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Επειδή όμως υπήρξαν διαφωνίες μεταξύ της επιτρόπου και της Υπηρεσίας Ασύλου σε σχέση με τη φύση της εκπροσώπησης και για το ποιος τελικά θα αναλάμβανε την εν λόγω εκπροσώπηση, κρίθηκε σκόπιμη η προτεινόμενη με το νομοσχέδιο τροποποίηση για μεταφορά της αρμοδιότητας εκπροσώπησης ασυνόδευτων ανήλικων αιτητών διεθνούς προστασίας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ίδιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ενήμερη για το ότι δεν έχει εφαρμοστεί η σχετική πρόνοια για εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και για το γεγονός ότι λόγω αυτού έχουν παγοποιηθεί όλα τα αιτήματα ασύλου ασυνόδευτων ανηλίκων, γι’ αυτό, όπως επισήμανε, η αρμοδιότητα πρέπει να μεταφερθεί στο διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αφού για το θέμα αυτό έχει ξεκινήσει διαδικασία παράβασης του κοινοτικού κεκτημένου από τη Δημοκρατία. Αναφορικά με την πιθανή ανάγκη εκπροσώπησης ασυνόδευτων ανηλίκων ενώπιον δικαστηρίου, ο ίδιος εκπρόσωπος ανέφερε ότι στις περιπτώσεις αυτές θα εφαρμόζεται ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος.

3. Η τροποποίηση του ορισμού του όρου “τελική απόφαση”, ώστε να αφορά μόνο στην πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, χωρίς να περιλαμβάνει την κατ’ έφεση απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι νομικά επιτρεπτή και καλύπτει τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ που ορίζει ως “τελεσίδικη απόφαση” την εκδίκαση της πρωτοβάθμιας προσφυγής σύμφωνα με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση “C-69/10 Brahim Samba Diouf”. Συναφώς, αποτέλεσμα της εν λόγω τροποποίησης είναι ο περιορισμός των οικονομικών δικαιωμάτων των αιτητών ασύλου.

Στα πλαίσια της περαιτέρω εξέτασης του νομοσχεδίου η Υπηρεσία Ασύλου σε συνεργασία με το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας απέστειλαν στην επιτροπή νέο αναθεωρημένο κείμενό του. Το νέο αυτό νομοσχέδιο εξετάστηκε κατ’ άρθρο από την επιτροπή στην παρουσία εκπροσώπων της Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών, των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η Επίτροπος για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν κατέστη δυνατό να παραστεί στη συνεδρία της επιτροπής.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, έχει διαμορφώσει τις πιο κάτω θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις δήλωσαν πως υιοθετούν τις πρόνοιες του υπό αναφορά νομοσχεδίου, όπως αυτό διαμορφώθηκε, και εισηγούνται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και τα μέλη της βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κόμματος και του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών δήλωσαν πως θα τοποθετηθούν επί του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια της Βουλής.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών υποβάλλει την παρούσα έκθεσή της στο σώμα για λήψη τελικής απόφασης από την ολομέλεια.

 

 

 

11 Δεκεμβρίου 2012

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων