Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Αναγνώρισης Διπλωμάτων ή Τίτλων Αναγνωρισμένων Πανεπιστημίων και Άλλων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων του Εξωτερικού (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012»

Παρόντες:

Νίκος Τορναρίτης, πρόεδρος Αθηνά Κυριακίδου
Ευθύμιος Δίπλαρος Γιώργος Βαρνάβα
Γιώργος Λουκαίδης Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2012, εξέτασε τον πιο πάνω νόμο, ο οποίος ψηφίστηκε από την ολομέλεια του σώματος στις 29 Νοεμβρίου 2012 και αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην πιο πάνω συνεδρία κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, ο αναπεμφθείς νόμος κατατέθηκε υπό τη μορφή πρότασης νόμου από τον βουλευτή κ. Ευθύμιο Δίπλαρο, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, και αποσκοπούσε στην επέκταση της αναγνώρισης συγκεκριμένων τίτλων σπουδών που αποκτήθηκαν μετά από σπουδές που άρχισαν πριν ή κατά την 1η Σεπτεμβρίου 2002, ανεξάρτητα από την ημερομηνία απόκτησής τους, και διαγράφοντας εντελώς το χρονικό περιορισμό σε σχέση με το μέχρι πότε αποκτήθηκαν οι εν λόγω τίτλοι. Περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση της επιτροπής που είχε ετοιμαστεί για σκοπούς ψήφισης της εν λόγω πρότασης νόμου.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί περιλαμβάνονται στην επιστολή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, με ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 2012, αναλύονται ως ακολούθως:

1. Ο αναπεμφθείς νόμος είναι παρόμοιος με τροποποιητικό νόμο που ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 24 Μαρτίου 2011, τον οποίο ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέπεμψε στις 6 Απριλίου 2011 για επανεξέταση από τη Βουλή. Στις 14 Απριλίου 2011, η Βουλή, αφού επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, αποφάσισε να μην εμμείνει στην προηγούμενή της απόφαση και να δεχτεί την αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

2. Η μόνη διαφορά μεταξύ του νόμου που είχε ψηφιστεί το 2011 και του αναπεμφθέντος νόμου είναι ότι ο πρώτος παρέτεινε την αναγνώριση που παρέχεται με την υφιστάμενη νομοθεσία σε τίτλους σπουδών που αποκτήθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2008 μετά από σπουδές που άρχισαν πριν ή κατά την 1η Σεπτεμβρίου 2002, ενώ ο αναπεμφθείς νόμος επεκτείνει την αναγνώριση σε τίτλους σπουδών που αποκτήθηκαν μετά από σπουδές που άρχισαν πριν ή κατά την 1η Σεπτεμβρίου 2002 ανεξάρτητα από την ημερομηνία απόκτησης του τίτλου σπουδών και διαγράφοντας εντελώς τον υφιστάμενο χρονικό περιορισμό σε σχέση με το μέχρι πότε αποκτήθηκαν οι συγκεκριμένοι αυτοί τίτλοι σπουδών.

3. Με την τροποποίηση της συγκεκριμένης επιφύλαξης του άρθρου 3Α του βασικού νόμου, με τη διαγραφή απ’ αυτήν της πρότασης «και νοουμένου ότι οι όμοιοι αυτοί τίτλοι σε κάθε περίπτωση θα αποκτηθούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2006», ουσιαστικά καταστρατηγείται ο περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμος, με τον οποίο ιδρύθηκε το ΚΥΣΑΤΣ. Ο νομοθέτης, ο οποίος ο ίδιος θέσπισε το νόμο του ΚΥΣΑΤΣ το 1996 και έδωσε σ’ αυτό την εξουσία να αξιολογεί και να αποφαίνεται για την ισοτιμία και αντιστοιχία τίτλων σπουδών, έρχεται τώρα, μετά την πάροδο δώδεκα χρόνων από τη σύσταση και λειτουργία του ΚΥΣΑΤΣ, καθώς και εννέα χρόνων από την τελευταία τροποποίηση του νόμου που τροποποιεί ο αναπεμφθείς νόμος, να δίδει ο ίδιος αναγνώριση σε πτυχία που το ΚΥΣΑΤΣ δεν αναγνωρίζει και έχει απορρίψει.

4. Τόσο με την προτεινόμενη τροποποίηση που περιλαμβάνεται στον αναπεμφθέντα νόμο όσο και με την προηγούμενη που επήλθε με το Ν. αρ. 69(Ι)/2003 για συναφή σκοπό, ουσιαστικά εξουδετερώνεται η εξουσία και/ή αρμοδιότητα της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ) να ερευνά κατά πόσο τα ακαδημαϊκά προσόντα των υποψηφίων για προαγωγή ή διορισμό εκπαιδευτικών ικανοποιούν τις απαιτήσεις του οικείου σχεδίου υπηρεσίας.

5. Τόσο με την προτεινόμενη τροποποίηση όσο και με την προηγούμενη που επήλθε επίσης με το Ν. αρ. 69(Ι)/2003, παραβιάζεται το άρθρο 39 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου [Ν. αρ. 158(Ι) του 1999], το οποίο προνοεί ότι δεν αναγνωρίζεται ισότητα στην παρανομία και τούτο επειδή με την προτεινόμενη τροποποίηση του αναπεμφθέντος νόμου η ΕΕΥ υποχρεώνεται να αναγνωρίσει τίτλους οι οποίοι ύστερα από έρευνα διαπιστώθηκε ότι εσφαλμένα και/ή παράνομα είχαν αναγνωριστεί στο παρελθόν.

6. Ενδέχεται να εγείρεται πρόβλημα αντισυνταγματικότητας σε σχέση με το άρθρο 28 του συντάγματος, που αναφέρεται στην αρχή της ισότητας. Ειδικότερα, πιθανόν κάτοχοι των ίδιων τίτλων να προέβησαν σε συγκεκριμένες ενέργειες, όπως η παρακολούθηση επιπρόσθετων μαθημάτων, για να καταστεί δυνατή η αναγνώριση του τίτλου σπουδών τους, σε αντίθεση με αυτούς που ενδεχομένως θα επωφεληθούν από τις πρόνοιες του αναπεμφθέντος νόμου.

Όπως επίσης επισημαίνεται στην πιο πάνω επιστολή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, η θέσπιση νόμων που περιλαμβάνουν αναδρομικές ρυθμίσεις πρέπει να γίνεται πάντοτε με πολλή φειδώ, διότι ενδέχεται να επιφέρουν αρνητικές συνέπειες στο δημόσιο συμφέρον και στην έννομη τάξη.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αφού ανέλυσε τους λόγους της αναπομπής, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην καταστρατήγηση του νόμου που αφορά το ΚΥΣΑΤΣ. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η ίδια, η Βουλή, με την προτεινόμενη τροποποίηση που περιλαμβάνεται στον αναπεμφθέντα νόμο, υποκαθιστά το ΚΥΣΑΤΣ και καταστρατηγεί τη νομοθεσία του, την οποία η ίδια έχει θεσπίσει από το 1996.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού δήλωσαν ότι συμφωνούν με τους λόγους της αναπομπής, όπως αυτοί αναλύονται στην πιο πάνω επιστολή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας, αφού άκουσαν όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν τους, επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν στην ολομέλεια του σώματος, στα πλαίσια της συζήτησης που θα διεξαχθεί για τον υπό αναφορά αναπεμφθέντα νόμο.

  

 

 

 

12 Δεκεμβρίου 2012

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων