Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Γιώργος Γεωργίου
Γεώργιος Γεωργίου Νίκος Νικολαΐδης
Γιώργος Λουκαΐδης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2012, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, ο οποίος ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 22 Νοεμβρίου 2012 και αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στα πλαίσια της συνεδρίασης της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιόν της εκπρόσωποι του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης, καθώς και εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της αστυνομίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμου, ώστε μεταξύ άλλων να επενεχθούν τα ακόλουθα:

1. Επίτευξη αποτελεσματικότερης καταπολέμησης της παραποίησης και πειρατείας των έργων και αντικειμένων που προστατεύονται με τον πιο πάνω νόμο.

2. Ενίσχυση των μέσων απόδειξης της προσβολής των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων με ρυθμίσεις όπως η αποδοχή ικανού δείγματος αριθμού αντιτύπων σε ποινικές και αστικές διαδικασίες ως απόδειξη παραβίασης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας για το σύνολο των αντιτύπων αυτών.

3. Εισαγωγή ρύθμισης με βάση την οποία το βάρος απόδειξης της ύπαρξης άδειας ή συγκατάθεσης του δικαιούχου για τον έλεγχο του έργου να στρέφεται στον κατηγορούμενο.

4. Ρύθμιση της δυνατότητας του εξώδικου συμβιβασμού αδικημάτων που προβλέπονται στον ισχύοντα νόμο και ειδικότερα πρόβλεψη ότι ο Αρχηγός της Αστυνομίας ή εξουσιοδοτημένο απ’ αυτόν μέλος της αστυνομίας δύναται, κατά την κρίση του, να συμβιβάζει οποιοδήποτε αδίκημα προβλέπεται στις παραγράφους (α), (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 14 του νόμου το οποίο ήθελε διαπραχθεί ή για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι διαπράχθηκε από πρόσωπο, έχει δε πλήρη εξουσία όπως αποδέχεται από το πρόσωπο αυτό χρηματικό πρόστιμο, το ύψος του οποίου καθορίζεται από τον Αρχηγό της Αστυνομίας και δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες ευρώ.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 6 Δεκεμβρίου 2012, είναι οι ακόλουθοι:

«1. Στο κυπριακό σύνταγμα το πεδίο λειτουργίας των τριών πολιτειακών εξουσιών διαχωρίζεται αυστηρά και δεν μπορεί να αναληφθεί ή να ασκηθεί οποιαδήποτε αρμοδιότητα από οποιαδήποτε από τις τρεις εξουσίες που δεν αποδίδεται σ’ αυτή από το σύνταγμα ή δεν εμπίπτει στο πεδίο της λειτουργίας της λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών της.

2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το Υπουργικό Συμβούλιο περιβάλλονται με την εκτελεστική εξουσία (άρθρα 47, 48 και 54 του συντάγματος), η Βουλή των Αντιπροσώπων με τη νομοθετική εξουσία (άρθρο 61 του συντάγματος) και το Δικαστήριο με τη δικαστική εξουσία.

3. Με τον αναπεμπόμενο νόμο δίδεται εξουσία στον Αρχηγό της Αστυνομίας ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν μέλος της αστυνομίας να συμβιβάζει οποιοδήποτε αδίκημα που προβλέπεται στις παραγράφους (α), (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 14 του νόμου το οποίο διαπράχθηκε ή υπάρχει εύλογη υποψία ότι διαπράχθηκε από πρόσωπο και να αποδέχεται από το πρόσωπο αυτό χρηματικό ποσό, το ύψος του οποίου καθορίζεται από τον Αρχηγό της Αστυνομίας και δεν υπερβαίνει τις €40.000. Ο νόμος προβλέπει ότι το χρηματικό αυτό πρόστιμο λογίζεται ως χρηματική ποινή η οποία επιβλήθηκε κατόπιν καταδίκης για το εν λόγω αδίκημα. Περαιτέρω, το εδάφιο (4) του άρθρου 14Δ του νόμου αναφέρει ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν καταβάλει το χρηματικό πρόστιμο που προβλέπεται στο εδάφιο (1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος.

4. Με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου, η αποδοχή πληρωμής χρηματικού ποσού που καθορίστηκε από τον Αρχηγό της Αστυνομίας λογίζεται ως χρηματική ποινή η οποία επιβλήθηκε κατόπιν καταδίκης για το εν λόγω αδίκημα. Τέτοια νομοθετική διάταξη θα πρέπει να θεωρείται αντισυνταγματική, αφού μόνο τα δικαστήρια είναι αρμόδια να αποφασίσουν για την ποινική ευθύνη προσώπου για οποιαδήποτε κατηγορία προσάπτεται εναντίον του. Η αρμοδιότητα αυτή διαφυλάσσεται στα δικαστήρια με βάση το άρθρο 30.2 του συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι «έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ’ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερόληπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.». Με την προαναφερόμενη διάταξη το πρόσωπο που κατέβαλε το χρηματικό ποσό ως εξώδικη διευθέτηση θα θεωρείται ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα και καταδικάστηκε για αυτό χωρίς η καταδίκη να έχει αποφασιστεί από δικαστήριο, όπως προβλέπεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος. Η θεώρηση δε της πληρωμής του χρηματικού ποσού ως καταδίκη του προσώπου για ποινικό αδίκημα εξουδετερώνει την έννοια της εξώδικης διευθέτησης, εφόσον το πρόσωπο, παρόλο που επιλέγει την εξώδικη διευθέτηση του αδικήματος, εντούτοις θεωρείται από το νόμο ότι έχει καταδικαστεί σε ποινικό αδίκημα.

5. Η διά του νόμου καταδίκη προσώπου σε ποινικό αδίκημα υπερφαλαγγίζει όλα τα συνταγματικά εχέγγυα και ελευθερίες για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του προσώπου. Η άρνηση του προσώπου αυτού να καταβάλει το χρηματικό ποσό ως εξώδικη διευθέτηση καθίσταται αυτόματα από το νόμο ως ένοχο ποινικού αδικήματος χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να ακουσθεί ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου. Η Βουλή των Αντιπροσώπων με την εισαγωγή της διάταξης αυτής και μέσα στα πλαίσια άσκησης της νομοθετικής της εξουσίας υποκαθιστά το ρόλο των δικαστηρίων, τα οποία είναι τα μόνα που μπορούν να αποδώσουν ευθύνη για διάπραξη οποιωνδήποτε αδικημάτων.».

Στα πλαίσια της επανεξέτασης του όλου θέματος, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τόνισε ότι η διάταξη σύμφωνα με την οποία η αποδοχή πληρωμής χρηματικού προστίμου που καθορίστηκε από τον Αρχηγό της Αστυνομίας λογίζεται ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε κατόπιν καταδίκης για το εν λόγω αδίκημα είναι αντισυνταγματική, αφού μόνο τα δικαστήρια είναι αρμόδια να αποφασίσουν για την ποινική ευθύνη προσώπου για οποιαδήποτε κατηγορία προσάπτεται εναντίον του. Σύμφωνα με την ιδία, με την εν λόγω διάταξη το πρόσωπο που κατέβαλε το χρηματικό ποσό ως εξώδικη διευθέτηση θεωρείται ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα και ότι καταδικάστηκε γιαυτό χωρίς η καταδίκη να έχει αποφασιστεί από αρμόδιο δικαστήριο, όπως προβλέπει το άρθρο 30 του συντάγματος.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και στα πλαίσια προσπάθειας προς εξεύρεση μιας βάσης για συναινετική λύση, η επιτροπή συμφώνησε να αποδεχτεί μερικώς τους λόγους αναπομπής και, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη όλων όσοι παρευρέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε το κείμενο του αναπεμπόμενου νόμου, ώστε αυτό να διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

1. Η αποδοχή πληρωμής χρηματικού ποσού ως εξώδικης διευθέτησης δυνάμει του άρθρου 14Δ του αναπεμπόμενου νόμου δε θεωρείται χρηματική ποινή η οποία επιβλήθηκε κατόπιν καταδίκης και ως εκ τούτου η εν λόγω χρηματική πληρωμή αναφέρεται στο κείμενο του αναπεμφθέντος νόμου ως «χρηματικό ποσό» και όχι ως «χρηματικό πρόστιμο».

2. Η μη καταβολή του χρηματικού ποσού που αναφέρεται στο πιο πάνω άρθρο δε συνεπάγεται διάπραξη ποινικού αδικήματος, αλλά έχει ως μόνο αποτέλεσμα τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας για το αδίκημα το οποίο επιχειρήθηκε να διευθετηθεί εξώδικα.

3. Το μέγιστο ύψος του χρηματικού ποσού που καταβάλλεται στον Αρχηγό της Αστυνομίας σε περίπτωση εξώδικης διευθέτησης αδικημάτων μειώθηκε στις είκοσι χιλιάδες ευρώ.

4. Η πρόνοια που προβλέπει τη χρήση σε ποινική διαδικασία του πιστοποιητικού πληρωμής που εκδίδει ο υπεύθυνος αστυνομικού σταθμού για την καταβολή χρηματικού ποσού για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης ως απόδειξη της εν λόγω πληρωμής διαγράφηκε.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών έκρινε σκόπιμο όπως όλες οι πλευρές της τοποθετηθούν επί του διαμορφωμένου στη βάση των πιο πάνω κειμένου κατά τη συζήτηση του αναπεμφθέντος νόμου στην ολομέλεια του σώματος.

 

11 Δεκεμβρίου 2012

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων