Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος Πάμπος Παπαγεωργίου
Αβέρωφ Νεοφύτου Νίκος Νικολαΐδης
Μάριος Μαυρίδης Νίκος Κουτσού
Χάρης Γεωργιάδης Γιώργος Περδίκης
Σταύρος Ευαγόρου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατʼ επίκληση του άρθρου 50.1 του συντάγματος, μετά την ψήφισή του από τη Βουλή στις 4 Οκτωβρίου 2012 και την κοινοποίησή του στο γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 5 Οκτωβρίου 2012, σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2012. Στη συνεδρίαση αυτή παρευρέθηκαν για τον Υπουργό Οικονομικών λειτουργός του Υπουργείου Οικονομικών και για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας λειτουργός της Νομικής Υπηρεσίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, ώστε για το διορισμό των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτής από το Υπουργικό Συμβούλιο να προηγείται διαβούλευση με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού. Η ίδια ρύθμιση προτείνεται να ισχύσει και για την περίπτωση που πρόσωπο παύσει να είναι σύμβουλος πριν από τη λήξη του χρόνου της θητείας του.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 15 Οκτωβρίου 2012, είναι αυτολεξεί οι ακόλουθοι:

«2.1. Στο πολιτειακό μας σύστημα ισχύει η αρχή της διάκρισης των εξουσιών (εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής). Η αρχή τούτη είναι διάχυτη στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχει πολλές φορές διακηρυχτεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οποιαδήποτε άμεση, έμμεση ή με οποιοδήποτε σχήμα επέμβαση της μιας εξουσίας στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της άλλης αποτελεί παράβαση της αρχής τούτης.

2.2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το Υπουργικό Συμβούλιο περιβάλλονται με την εκτελεστική εξουσία (άρθρα 47, 48 και 54 του συντάγματος), η Βουλή των Αντιπροσώπων με τη νομοθετική εξουσία (άρθρο 61 του συντάγματος) και το Δικαστήριο με τη δικαστική εξουσία.

2.3. Τα διοικητικά συμβούλια των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου) ασκούν εκτελεστική εξουσία βάσει πρωτογενούς νομοθεσίας. Ο διορισμός των φορέων άσκησης εκτελεστικής ή διοικητικής εξουσίας ανάγεται στο υπέρτατο όργανο της εξουσίας αυτής, δηλαδή το Υπουργικό Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 54, εκτός αυτής που διαφυλάσσεται στα άρθρα 47, 48 και 49 του συντάγματος στον Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας. Συνεπώς, η αρμοδιότητα για διορισμό και/ή παύση των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο, αρμοδιότητα η οποία πηγάζει από το άρθρο 54 του συντάγματος, στην άσκηση της οποίας η νομοθετική εξουσία (φορέας της οποίας είναι η Βουλή των Αντιπροσώπων) δε δύναται να επέμβει.

2.4. Εφόσον με τον προτεινόμενο νόμο η Βουλή των Αντιπροσώπων υποχρεώνει (αφού θα συνιστούσε παρέκκλιση από το νόμο η μη τήρηση της επιβαλλόμενης διαδικασίας) το Υπουργικό Συμβούλιο να διαβουλευθεί με και/ή να λάβει τις απόψεις της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού, προτού ασκήσει αρμοδιότητα που αποκλειστικά του παραχώρησε το άρθρο 54 του συντάγματος, υπάρχει επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στο έργο και/ή στις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας.

2.5. Τέλος, το δικαίωμα που δίδεται στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού (που αποτελεί μέρος του μηχανισμού μέσα από τον οποίο ασκείται η νομοθετική εξουσία της Βουλής) να διαβουλεύεται με το Υπουργικό Συμβούλιο [άρθρο 2(α), (γ) του προτεινόμενου νόμου] και/ή να εκφέρει απόψεις [άρθρο 2(β) του προτεινόμενου νόμου] για διορισμούς και/ή παύσεις μελών του διοικητικού συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, εκφεύγει εν γένει της νομοθετικής εξουσίας που δίδεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.».

Επανεξετάζοντας τον πιο πάνω ψηφισθέντα νόμο, η επιτροπή άκουσε τις θέσεις των παρευρεθέντων εκπροσώπων του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις οποίες η ψηφισθείσα νομοθεσία συνιστά επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας και κατάφωρη παραβίαση της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών.

Σύμφωνα με τις κατατεθείσες θέσεις της εκπροσώπου του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με βάση το άρθρο 54 του συντάγματος είναι εν προκειμένω σαφές ότι η εκτελεστική εξουσία επί παντός θέματος διαφυλάσσεται υπέρ του Υπουργικού Συμβουλίου, εκτός της εκτελεστικής εξουσίας που, σύμφωνα με συγκεκριμένα άρθρα του συντάγματος, διαφυλάσσεται υπέρ του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Όπως σχετικά η ίδια εκπρόσωπος ανέφερε, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών αποτελεί διακηρυγμένη μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχή και συνεπώς το δικαίωμα διαβούλευσης, το οποίο με την ψηφισθείσα νομοθεσία παρέχεται στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, εκφεύγει των εξουσιών της.

Η ίδια εκπρόσωπος, υποστηρίζοντας την πιο πάνω θέση, κατέθεσε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο επιλήφθηκε του θέματος σε σειρά υποθέσεων, μεταξύ των οποίων οι ακόλουθες:

1. Αναφορά 3/85, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (1985) 3 C.L.R. 2137, αναφορικά με τη θέσπιση γενικής απαγόρευσης πρόσληψης έκτακτων υπαλλήλων στη δημόσια και εκπαιδευτική υπηρεσία και ρύθμιση της πρόσληψης αυτών κατά παρέκκλιση από την εν λόγω απαγόρευση με επιφύλαξη στη Βουλή των Αντιπροσώπων της εξουσίας να απαγορεύει με ειδικό νόμο οποιαδήποτε σκοπούμενη πρόσληψη.

2. Αναφορά 4/85, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (1985) 3C C.L.R. 2165, αναφορικά με το διορισμό και τον τερματισμό του διορισμού από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας των μελών της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας και της Αναθεωρητικής Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, οι οποίοι υπόκεινται στην έγκριση της Βουλής των Αντιπροσώπων.

3. Συνεκδικαζόμενες προσφυγές 89/89 και 98/89, Χρίστος Καραγιώργης και Θέμης Θεμιστοκλέους v. ΡΙΚ, (1990) 3Δ Α.Α.Δ 2595, αναφορικά με το διορισμό των μελών των διοικητικών συμβουλίων των ημικρατικών οργανισμών.

4. Αναθεωρητικές Εφέσεις 1163, 1178, 1179, ΡΙΚ v. Χρίστου Καραγιώργη και άλλων, (1991) 3 Α.Α.Δ 159.

Ο πρόεδρος, καθώς και άλλα μέλη της επιτροπής στο στάδιο της συζήτησης υποστήριξαν ότι έχουν ήδη ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων πολλές νομοθεσίες, οι οποίες προβλέπουν διαβούλευση με τη νομοθετική εξουσία για το διορισμό διάφορων αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων η νομοθεσία για το διορισμό Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, χωρίς να έχει ποτέ εκφρασθεί εκ μέρους του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αλλά και του νυν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας οποιαδήποτε αντίθεση στη διαδικασία αυτή κατʼ επίκληση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

Επισήμαναν μάλιστα ότι ειδικότερα στην περίπτωση διορισμού Επιτρόπου Διοικήσεως απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων. Υπενθύμισαν επίσης τις πρόσφατα ψηφισθείσες νομοθεσίες, σύμφωνα με τις οποίες για το διορισμό του προέδρου και των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Λαϊκής Τράπεζας και των Κυπριακών Αερογραμμών προηγείται ανάλογη διαδικασία διαβούλευσης.

Επιπροσθέτως, βουλευτές μέλη της επιτροπής επικεντρώθηκαν στην ανάγκη προληπτικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας όχι υπό τη μορφή της ανάληψης ευθύνης λήψης αποφάσεων, αλλά διαβούλευσης, γεγονός που κατά την κρίση τους δεν επηρεάζει εκ πρώτης όψεως την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Συναφώς, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας δήλωσε ότι κατʼ αρχήν το θέμα εστιάζεται στην επιβολή της υποχρέωσης διαβούλευσης μέσω νομοθετικής πρωτοβουλίας, η οποία εν προκειμένω προέρχεται από την ίδια τη νομοθετική εξουσία, τονίζοντας ότι στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας και των Κυπριακών Αερογραμμών το θέμα διαφοροποιείται μερικώς, αφού πρόκειται για νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Η ίδια εκπρόσωπος, απαντώντας σε σχετική επισήμανση για την ανάγκη επανεξέτασης της συνταγματικότητας άλλων ισχυουσών νομοθεσιών, στις οποίες προβλέπεται η διαδικασία διαβούλευσης για το διορισμό αξιωματούχων ή προέδρου και μελών διοικητικών συμβουλίων, τόνισε ότι, παρά τη θέσπιση τέτοιων νομοθεσιών, στο παρόν στάδιο δεν παρέχεται από το σύνταγμα η εξουσία στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να ανατρέξει στο παρελθόν με οποιαδήποτε διαδικασία για έλεγχο της συνταγματικότητας αυτών, οι οποίες ήδη ισχύουν και εφαρμόζονται.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε, κατά πλειοψηφία του προέδρου της βουλευτή της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος και των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, του μέλους της βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κόμματος και του μέλους της βουλευτή των Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, να εμμείνει στην αρχική της θέση σε σχέση με τον ψηφισθέντα νόμο, μη αποδεχόμενη την αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας επʼ αυτού.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

23 Οκτωβρίου 2012

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων