Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τo νομοσχέδιο «O περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 201

Παρόντες:

Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος Νεόφυτος Κωνσταντίνου
Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου Σοφοκλής Φυττής
Χρίστος Μέσης Φειδίας Σαρίκας
Ανδρέας Κυπριανού Δημήτρης Συλλούρης
Ιωνάς Νικολάου Γιώργος Περδίκης
Κυριάκος Χατζηγιάννης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου 2012.

Σημειώνεται ότι το πιο πάνω νομοσχέδιο συζητήθηκε από κοινού με ψηφισθέντα νόμο που τροποποιεί τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως βασικό νόμο, που αφορούσε κυρώσεις και μέτρα κατά των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα παραμένοντες υπηκόους τρίτων χώρων, καθώς και με σχετική πρόταση νόμου σε συνεδρία της επιτροπής που πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαΐου 2012.

Στα πλαίσια της πιο πάνω συνεδρίας, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, όπου εξέφρασαν τις απόψεις τους, εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, η διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του ίδιου υπουργείου, εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο διοικητής ΥΑΜ, εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Γραφείου του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, των εργοδοτικών οργανώσεων ΚΕΒΕ και ΟΕΒ, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ και της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Ο Αρχηγός Αστυνομίας, οι εκπρόσωποι του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων Αστυνομίας, της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ) και του Future Worlds Center, παρόλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στη συνεδρία της επιτροπής.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, ώστε, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής, ο υπουργός να εκδίδει χωριστή διοικητική απόφαση ή πράξη με την οποία να διατάσσεται η απομάκρυνση/απέλαση απαγορευμένων μεταναστών, σύμφωνα με το υφιστάμενο άρθρο 14 του νόμου.

Ειδικότερα, έχει διαπιστωθεί ότι οι υφιστάμενες πρόνοιες των άρθρων 18Π και 18ΠΣΤ, καθώς και του Παραρτήματος Χ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου που αφορούν την απέλαση/κράτηση απαγορευμένων μεταναστών, μετά από εναρμόνισή του με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμένοντων υπηκόων τρίτων χωρών, εκ παραδρομής δε διασυνδέθηκαν με το υφιστάμενο άρθρο 14 του βασικού νόμου, με αποτέλεσμα να πάσχει η νομική βάση της έκδοσης των διαταγμάτων απέλασης/κράτησης. Περαιτέρω, η εν λόγω τροποποίηση διασφαλίζει ότι η απόφαση απομάκρυνσης και η διοικητική πράξη περί κράτησης εκδίδονται υπό μορφή διατάγματος και έχουν ως νομική βάση το άρθρο 14 του βασικού νόμου.

Στα πλαίσια της περαιτέρω μελέτης του νομοσχεδίου, η επιτροπή έκρινε σκόπιμο να ακούσει για το νομοσχέδιο αυτό και τις απόψεις της Υπουργού Εσωτερικών, της διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του ίδιου υπουργείου, καθώς και εκπροσώπου του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Στα πλαίσια της εξέτασης του νομοσχέδιου, οι παρευρισκόμενοι εξέφρασαν τις πιο κάτω θέσεις:

1. O εκπρόσωπος του Υπουργείου Εσωτερικών επισήμανε ότι το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, που εκ παραδρομής υιοθετήθηκε στα πλαίσια μεταφοράς της σχετικής Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, προβλέπει ότι ο διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης έχει την εξουσία να εκτελεί την απόφαση επιστροφής/απέλασης των παρανόμως διαμένοντων υπηκόων τρίτων χωρών, καθώς και να εκδίδει διάταγμα απέλασής τους. Παράλληλα, προβλέπει ότι ο υπουργός έχει την εξουσία έκδοσης διατάγματος κράτησής τους, με τη δυνατότητα να εκχωρεί αυτή την εξουσία σε οποιοδήποτε λειτουργό του υπουργείου, κυρίως στο γενικό διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ή στο διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του ίδιου υπουργείου ή σε άλλο λειτουργό. Σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, αυτός ο καταμερισμός των εξουσιών δημιουργεί πρακτικά προβλήματα εφαρμογής και ως εκ τούτου με την προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκεται η επαναφορά του προηγούμενου νομικού καθεστώτος, που προβλέπει ότι ο υπουργός έχει την εξουσία της έκδοσης διατάγματος απέλασης/κράτησης με τη δυνατότητα εκχώρησης αυτής της εξουσίας.

2. H διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών ανέφερε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση έχει ως απώτερο στόχο τη διευκόλυνση των διοικητικών διαδικασιών που απαιτούνται για την έκδοση διαταγμάτων απέλασης/κράτησης.

Στα πλαίσια της περαιτέρω εξέτασης του νομοσχεδίου, μέλη της επιτροπής εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για την επαναφορά της αρμοδιότητας έκδοσης διαταγμάτων απέλασης στον υπουργό και για το λόγο που κρίνεται αυτή η επαναφορά αναγκαία. Περαιτέρω, μέλη της επιτροπής ζήτησαν από τον εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όπως ενημερώσει γραπτώς την επιτροπή αν η σχετική Οδηγία επιτρέπει σε πολιτικά πρόσωπα να έχουν την πιο πάνω αρμοδιότητα.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εσωτερικών απάντησε σχετικά ότι η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία, γιατί διασφαλίζει τη διατήρηση της εξουσίας του υπουργού να εκδίδει διατάγματα απέλασης/κράτησης, με τη δυνατότητα άσκησης των εξουσιών αυτών σε σοβαρές περιπτώσεις που σχετίζονται με λόγους ασφάλειας και δημόσιου συμφέροντος. Περαιτέρω, ακόμα και στις πιο πάνω περιπτώσεις, ο υπουργός δύναται να εκχωρεί αυτές τις εξουσίες.

Σημειώνεται ότι μέλη της επιτροπής εξέφρασαν εκ νέου την επιφύλαξή τους ως προς την ανάγκη επαναφοράς της αρμοδιότητας έκδοσης διαταγμάτων απέλασης στον υπουργό και για το λόγο αυτό ζήτησαν όπως η Υπουργός Εσωτερικών παραστεί σε συνέδρια της επιτροπής και εξηγήσει η ίδια τους λόγους για τους οποίους κρίνεται αναγκαία η προτεινόμενη τροποποίηση.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατέθεσε σχετική γνωμάτευση ενώπιον της επιτροπής όσον αφορά τη συμβατότητα της σχετικής Οδηγίας με την προτεινόμενη τροποποίηση, ημερομηνίας 4 Ιουλίου 2012, στην οποία εκφράζει την άποψη ότι η αναφορά της σχετικής Οδηγίας σε διοικητική ή δικαστική απόφαση, σε διοικητικές ή δικαστικές αρχές και σε διοικητικό ή δικαστικό προσωπικό” είναι γενική. Το ερώτημα της επιτροπής είναι αν η αναφορά της Οδηγίας στη διοίκηση περιλαμβάνει εννοιολογικά τον προϊστάμενο υπουργό του αρμόδιου υπουργείου ή, αντίθετα, τον εξαιρεί, εννοώντας αποκλειστικά τους διοικητικούς λειτουργούς, καθώς και αν η αιτούμενη ερμηνεία επηρεάζει τη νομιμότητα απονομής αρμοδιοτήτων εκ του ημεδαπού νόμου ως προς την εφαρμογή της Οδηγίας.

Με βάση την ίδια γνωμάτευση, η Οδηγία αυτή πρέπει να ερμηνευτεί σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τους οποίους:

1. οι νομικοί κανόνες της Ένωσης ερμηνεύονται σύμφωνα με το γράμμα τους, λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό τους και τα συμφραζόμενα, και

2. προτιμάται η ερμηνεία που διασφαλίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα των ερμηνευόμενων κανόνων και που τους καθιστά συμβατούς με τις πρωτογενείς συνθήκες.

Περαιτέρω, η Οδηγία αυτή εννοεί την εκτελεστική εξουσία των κρατών μελών στο σύνολό της (περιλαμβανομένων των πολιτικών αξιωματούχων) έναντι της δικαστικής εξουσίας στο σύνολό της. Έτι περαιτέρω, η Οδηγία αυτή παραπέμπει εννοιολογικά σε οποιονδήποτε έχει τη νόμιμη αρμοδιότητα έκδοσης σχετικής απόφασης, είτε είναι αξιωματούχος της κυβέρνησης είτε είναι διοικητικός λειτουργός.

Σημειώνεται ότι, όταν Οδηγία αναφέρεται σε διοικητική αρχή/προσωπικό/απόφαση, παραπέμπει γενικά σε οποιοδήποτε φορέα (ή απόφασή του) στον οποίο ο ημεδαπός νομοθέτης χορηγεί εξουσία η άσκηση της οποίας αποσκοπεί στην εφαρμογή της Οδηγίας, είτε αυτός ο φορέας είναι αξιωματούχος (περιλαμβανομένου και του υπουργού) είτε διοικητικός λειτουργός.

Συνεπώς, είναι συμβατή με την Οδηγία η διά νόμου χορήγηση εξουσίας στον Υπουργό Εσωτερικών περί της έκδοσης απόφασης η οποία προβλέπεται και διέπεται από την Οδηγία, όπως πράττει ήδη το άρθρο 18ΠΣΤ του βασικού νόμου και όπως προβλέπει το νομοσχέδιο με τη διʼ αυτού τροποποίηση του άρθρου 18Π του βασικού νόμου.

Στην ίδια γνωμάτευση αναφέρεται καταληκτικά ότι η πιο πάνω γραμματική ερμηνεία καθιστά τη σχετική Οδηγία συμβατή με το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει ότι η Οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων εφαρμογής στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Ως εκ τούτου, κάθε κράτος μέλος δικαιούται να επιλέξει τόσο τον τύπο της εναρμονιστικής πράξης όσο και την αρμόδια αρχή για την εφαρμογή της, νοουμένου ότι αυτές οι επιλογές διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της σχετικής Οδηγίας.

Η Υπουργός Εσωτερικών, ανταποκρινόμενη στο αίτημα της επιτροπής να παραστεί ενώπιόν της, ανέφερε ότι υιοθετεί τις θέσεις και τις απόψεις του εκπροσώπου του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τις οποίες εξέφρασε στην πιο πάνω γνωμάτευσή του. Περαιτέρω, υπενθύμισε την επιτροπή ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκεται να αποκατασταθεί η διαδικασία για επιστροφή των παρανόμως διαμένοντων υπηκόων τρίτων χώρων, που ίσχυε ανέκαθεν από το 1959, αλλά εκ παραδρομής είχε τροποποιηθεί στα πλαίσια της εναρμόνισης με σχετική Οδηγία, και εξέφρασε τη σύμφωνη γνώμη της για τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου.

Υπό το φως των πιο πάνω, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής επιφυλάσσονται να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια της Βουλής.

 

 

10 Ιουλίου 2012

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων