Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για το νομοσχέδιο «O περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2011»

Παρόντες:

Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος Κυριάκος Χατζηγιάννης
Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου Σοφοκλής Φυττής
Χρίστος Μέσης Φειδίας Σαρίκας
Ανδρέας Κυπριανού Δημήτρης Συλλούρης
Ιωνάς Νικολάου Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο μαζί με πρόταση νόμου που κατέθεσε ο βουλευτής Ιωνάς Νικολάου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού σε πέντε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 3, 17, 24 και την 31η Μαΐου και στις 14 Ιουνίου 2012.

Στα πλαίσια της μελέτης του νομοσχεδίου και της πρότασης νόμου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του ίδιου υπουργείου, εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο διοικητής ΥΑΜ, εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Γραφείου του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, των εργοδοτικών οργανώσεων ΚΕΒΕ, ΟΕΒ, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ και της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Ο Αρχηγός Αστυνομίας και οι εκπρόσωποι του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της αστυνομίας, της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ) και του Future Worlds Center, παρόλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στη συνεδρία της επιτροπής. Οι εκπρόσωποι του Γραφείου Προγραμματισμού, με επιστολή τους προς την επιτροπή, ημερομηνίας 2 Μαΐου 2012, πληροφόρησαν την επιτροπή ότι για το νομοσχέδιο και την πρόταση νόμου το γραφείο τους δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα, γι’ αυτό και δε θα παραστούν στη συνεδρίαση της επιτροπής.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται με το υπό αναφορά νομοσχέδιο είναι η τροποποίηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, έτσι ώστε να επιτευχθεί:

1. εναρμόνισή του με την Οδηγία 2009/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2009 σχετικά με την επιβολή ελάχιστων προτύπων όσον αφορά τις κυρώσεις και τα μέτρα κατά των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα παραμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών,

2. απαγόρευση της απασχόλησης παρανόμως παραμένοντων υπηκόων τρίτης χώρας και η επιβολή συναφών υποχρεώσεων στους εργοδότες, σε συμμόρφωση με την πιο πάνω απαγόρευση,

3. διόρθωση του άρθρου 18ΝΖ, ώστε να αναφέρεται σε διοικητικές κυρώσεις και να συνάδει με τις πρόνοιες που επιτρέπουν την επιβολή όχι μόνο διοικητικού προστίμου, αλλά και διοικητικών, ποινικών και αστικών κυρώσεων, όπως τη στέρηση του δικαιώματος απασχόλησης,

4. διόρθωση του ορισμού του όρου «Επιτροπή», ώστε να συνάδει με την ισχύουσα συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ειδικότερα, με το υπό αναφορά νομοσχέδιο σκοπείται η αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης μέσω της καταπολέμησης της απασχόλησης των υπηκόων τρίτων χωρών που παραμένουν παράνομα στην επικράτεια της Δημοκρατίας, εισάγοντας αυστηρές κυρώσεις και μέτρα κατά των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα παραμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται με την υπό αναφορά πρόταση νόμου είναι η τροποποίηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, έτσι ώστε να αυξηθούν οι ποινές για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών από ποινή φυλάκισης μέχρι τρία (3) χρόνια, που ισχύει σήμερα, σε ποινή φυλάκισης μέχρι τέσσερα (4) χρόνια και από πρόστιμο ύψους πέντε χιλιάδων λιρών (£5.000), που ισχύει σήμερα, σε πρόστιμο ύψους μέχρι είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000).

Ειδικότερα, απώτερος στόχος της πρότασης νόμου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που τη συνοδεύει, είναι η πάταξη της ανεργίας που μαστίζει την κοινωνία μας και η προτεινόμενη αύξηση των ποινών σκοπό έχει να αποβεί αποτρεπτικός παράγοντας στην εργοδότηση παράνομων αλλοδαπών, έτσι ώστε οι κενές θέσεις εργασίας να πληρούνται από νόμιμο εργατικό προσωπικό.

Στα πλαίσια της εξέτασης του νομοσχεδίου και της πρότασης νόμου οι παρευρισκόμενοι εξέφρασαν τις πιο κάτω θέσεις:

1. Oι εκπρόσωποι των Υπουργείων Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Οικονομικών και του Γραφείου του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας συμφώνησαν με τους σκοπούς και επιδιώξεις του νομοσχεδίου. Περαιτέρω, τόνισαν ότι η απασχόληση αλλοδαπών πρέπει να διέπεται από συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις στην αγορά εργασίας και δήλωσαν ότι η διενέργεια επιθεωρήσεων σε εργοδότες που απασχολούν παράνομα παραμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, καθώς και η επιβολή μέτρων εναντίον τους θα βοηθήσουν στην εξάλειψη του φαινομένου αυτού.

2. Ο εκπρόσωπος του ΚΕΒΕ ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι ο οργανισμός δεν παρέλαβε την επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών, ημερομηνίας 22 Ιουλίου 2011, με την οποία καλούσε τους εμπλεκόμενους φορείς να υποβάλουν τα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους για το υπό αναφορά νομοσχέδιο. Ως εκ τούτου, ο οργανισμός δεν υπέβαλε επίσημα τις απόψεις του στο Υπουργείο Εσωτερικών και δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο να μελετήσει σε βάθος τις επιμέρους πρόνοιες του νομοσχεδίου. Ο ίδιος εκπρόσωπος εξέφρασε την επιφύλαξή του για το προτεινόμενο πρόστιμο των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000) που δύναται να επιβληθεί σε εργοδότες που απασχολούν παρανόμως παραμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, κρίνοντας το σχετικό πρόστιμο πολύ αυστηρό για τους εργοδότες, το οποίο και θα πολλαπλασιάζεται ανάλογα με τον αριθμό των αλλοδαπών που εργοδοτούν. Όπως τόνισε περαιτέρω ο ίδιος εκπρόσωπος, το πρόστιμο θα επιβάλλεται και σε περιπτώσεις που εργοδότες έχουν ήδη υποβάλει σχετική αίτηση στην αρμόδια αρχή για ανανέωση της άδειας εργοδότησης υπηκόων τρίτων χωρών, αλλά ενδεχομένως λόγω διοικητικού φόρτου εργασίας να εκκρεμεί η εξέταση της πιο πάνω αίτησης.

3. Ο εκπρόσωπος της ΟΕΒ εξέφρασε την επιφύλαξή του για το προτεινόμενο πρόστιμο των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000) που δύναται να επιβληθεί σε εργοδότες που απασχολούν παρανόμως παραμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, για τους ίδιους λόγους που ανέπτυξε ο πιο πάνω εκπρόσωπος του ΚΕΒΕ. Ο εκπρόσωπος της ΟΕΒ ανέφερε περαιτέρω ότι έχει υποβληθεί σειρά από επισημάνσεις και προτάσεις στο Υπουργείο Εσωτερικών που αφορούν το εν λόγω νομοσχέδιο σε σχετική επιστολή, ημερομηνίας 15 Σεπτεμβρίου 2011, που κατατέθηκε εκ νέου στην επιτροπή.

Στην επιστολή αυτή τονίζεται η ανάγκη όπως διασαφηνιστούν οι όροι “διοικητικές κυρώσεις”, “άμεσος εργολάβος”, “κύριος εργολάβος”, “άμεσος υπεργολάβος” και “ενδιάμεσος υπεργολάβος”, έτσι ώστε να διευκολύνεται η συμμόρφωση με τις επιμέρους πρόνοιες της νομοθεσίας από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Περαιτέρω, εκφράζεται η επιφύλαξη της ομοσπονδίας για τις πρόνοιες του άρθρου 18ΡΣΤ του νομοσχεδίου, που επιτρέπει σε “πάσα αρχή” να επιβάλλει τα μέτρα που καταγράφονται στις παραγράφους (α) έως (δ) του σχετικού άρθρου και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων μέχρι και προσωρινό ή και οριστικό κλείσιμο εγκαταστάσεων, καθώς και αναστολή της άδειας άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας. Οι προτεινόμενες κυρώσεις στις παραγράφους αυτές κρίνονται ιδιαιτέρα αυστηρές και θα έπρεπε να επιβάλλονται μόνο κατόπιν δικαστικής απόφασης και όχι να αφήνονται στην κρίση μιας διοικητικής αρχής. Επιπρόσθετα, προτείνεται όπως αφαιρεθούν οι διατάξεις που αναφέρονται στην ανάκληση της άδειας άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας από τις πιθανές κυρώσεις που περιγράφονται στην παράγραφο (δ) του σχετικού άρθρου και όπως διευκρινιστεί τι ακριβώς συνιστά η “εγκατάσταση που χρησιμεύει για παράβαση”, όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο. Παράλληλα, εξέφρασε τη διαφωνία του όσον αφορά το εδάφιο (2) του άρθρου 18ΡΘ, που προνοεί την εκχώρηση του δικαιώματος καταχώρισης αστικής διαδικασίας ενάντια στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, καθώς τέτοιες κινήσεις πρέπει να γίνονται μόνο από τον άμεσα ενδιαφερόμενο, που πρέπει, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες δικαίου, αυτός να έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Προτείνεται επίσης η καταβολή καθυστερημένων οφειλών προς τα δημόσια ταμεία, όπως προβλέπεται από το άρθρο 18ΡΖ, να μη γίνεται για περισσότερες από μία φορά. Ο κανόνας πρέπει να παραμείνει ότι το κόστος των εισφορών αυτών θα βαραίνει τον άμεσο εργοδότη του αλλοδαπού, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση απασχόλησης. Καταλήγοντας, προτείνει όπως η είσοδος επιθεωρητών χωρίς προειδοποίηση σε υποστατικά που δραστηριοποιούνται στους τομείς της φιλοξενίας και της εστίασης αποφεύγεται γιατί προκαλεί τη χείριστη εντύπωση στους πελάτες.

4. Η εκπρόσωπος της ΠΕΟ χαιρέτισε τη λήψη των προτεινόμενων μέτρων, αλλά και την προτεινόμενη αύξηση των ποινών, καθώς αυτά αναμένεται ότι θα συμβάλουν στην πάταξη της αδήλωτης και παράνομης εργασίας. Η εκπρόσωπος της ΠΕΟ δήλωσε σχετικά ότι έχει υποβληθεί μια σειρά από επισημάνσεις και προτάσεις στο Υπουργείο Εσωτερικών που αφορούν το εν λόγω νομοσχέδιο, οι οποίες περιλαμβάνονται σε σχετική επιστολή προς το Υπουργείο Εσωτερικών, ημερομηνίας 8 Σεπτεμβρίου 2011.

Στην επιστολή αυτή περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α. Γίνεται εισήγηση για διαγραφή της φράσης «εκτός αν ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος μπορεί να αποδείξει ότι ήταν διαφορετικό», όπως περιλαμβάνεται στο 18ΡΕ(1)(α) του νομοσχεδίου, που καθορίζει το πλαίσιο του συμφωνημένου επιπέδου αποδοχών για σκοπούς καταβολής των καθυστερημένων οφειλών από τους εργοδότες, γιατί μπορεί να τύχει κακής ερμηνείας και να παρουσιαστεί συμβόλαιο ή συμφωνία που να μη συμφωνήθηκε και από τα δύο μέρη.

β. Προτείνεται όπως διευκρινιστεί ποιος θα έχει την ευθύνη για τη “συστηματική και αντικειμενική ενημέρωση” των υπηκόων τρίτων χωρών που απασχολούνται παράνομα πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης για επιστροφή τους, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτοί θα λαμβάνουν τη δέουσα ενημέρωση.

γ. Προτείνεται περαιτέρω όπως αφαιρεθεί η φράση «εφόσον ενδείκνυται» από το άρθρο 18ΡΣΤ του νομοσχεδίου, που προβλέπει την επιβολή επιπρόσθετων μέτρων στους εργοδότες, έτσι ώστε η νομοθεσία να είναι όσο το δυνατόν πιο περιοριστική όσον αφορά την παράνομη εργοδότηση και να μην αφήνει περιθώρια για μη σωστή εφαρμογή του σχετικού άρθρου.

δ. Εκφράζεται τέλος η επιφύλαξη της ΠΕΟ για την περίληψη της φράσης «που γνώριζαν» στα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 18ΡΖ του νομοσχεδίου, που προβλέπει για τις περιπτώσεις όπου ο εργοδότης είναι υπεργολάβος, γιατί ενδεχομένως η διατύπωση αυτή να αφήνει περιθώριο στον κύριο εργολάβο ή στους ενδιάμεσους υπεργολάβους, που όφειλαν να γνωρίζουν για τη νομιμότητα της απασχόλησης των εργοδοτουμένων, να επικαλούνται άγνοια και να απαλλάσσονται από τις ευθύνες τους, κάτι που δεν πρέπει να συμβαίνει σε καμία περίπτωση.

5. Ο εκπρόσωπος της ΣΕΚ, αφού δήλωσε ότι κάθε προσπάθεια πάταξης οποιασδήποτε μορφής παράνομης εργοδότησης βρίσκει σύμφωνη τη ΣΕΚ, κατάθεσε υπόμνημα ενώπιον της επιτροπής, ημερομηνίας 17 Μαΐου 2012, με τις εισηγήσεις της όσον αφορά διευκρινίσεις σχετικά με το υπό αναφορά νομοσχέδιο. Συγκεκριμένα, στο υπόμνημα αυτό γίνεται εισήγηση όπως οι “αποδοχές” των παρανόμως παραμένοντων υπηκόων διέπονται και από τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας για την προστασία των μισθών. Περαιτέρω, προτείνεται όπως στους εργοδότες περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις δανεισμού υπαλλήλων (temporary agency work), αφού στις περιπτώσεις δανεισμού, ενοικίασης εργαζομένου ή τοποθέτησής του σε έμμεσο εργοδότη ο κατά νόμο εργοδότης του υπαλλήλου είναι αυτός που ενοικιάζει/δανείζει ή τοποθετεί σε έμμεσους εργοδότες. Επίσης, στον ορισμό “επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης” να υπάρξει πρόνοια τόσο για προσωρινή όσο και για μόνιμη απασχόληση. Παράλληλα, στο ίδιο υπόμνημα εκφράζεται η σύμφωνη γνώμη της ΣΕΚ όσον αφορά την πρόταση νόμου που υπέβαλε ο κ. Ιωνάς Νικολάου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού που προνοεί αύξηση των ποινών που επιβάλλονται σε εργοδότες για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών.

6. Η εκπρόσωπος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες επισήμανε ενώπιον της επιτροπής ότι ο χρόνος για μελέτη του νομοσχεδίου ήταν περιορισμένος. Η ίδια εκπρόσωπος τόνισε την ανάγκη πλήρους ενημέρωσης των εργοδοτών και εργοδοτουμένων από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου. Περαιτέρω, η ίδια εκπρόσωπος εξέφρασε τον προβληματισμό της για τη μη συμπερίληψη πρόνοιας στο νομοσχέδιο που να επιτρέπει τη “δοκιμαστική περίοδο εργασίας”, γιατί ενδεχομένως ο εργοδότης να επιθυμεί να δοκιμάσει τον υπάλληλο που προτίθεται να προσλάβει.

7. Οι εκπρόσωποι της ΚΙΣΑ, αν και δεν παρέστησαν σε συνεδρία ενώπιον της επιτροπής, κατέθεσαν σχετική επιστολή σε μεταγενέστερο στάδιο, ημερομηνίας 17 Μαΐου 2012, με τις θέσεις και παρατηρήσεις τους. Στην επιστολή αυτή εκφράζεται καταρχάς η δυσαρέσκεια της ΚΙΣΑ προς το Υπουργείο Εσωτερικών για την παράλειψή του να την καλέσει να συμμετάσχει σε διαβουλεύσεις ή και να υποβάλει απόψεις επί του νομοσχεδίου και παράλληλα υπενθυμίζει στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών ότι το Υπουργείο Εσωτερικών δεν έχει τηρήσει για άλλη μια φορά τη δέσμευσή του έναντι της επιτροπής για επεξεργασία της βασικής νομοθεσίας, ώστε να καταστεί κατανοητή και ευκολονόητη, αφού απαλλαγεί από άρθρα και πρόνοιες που δεν είναι πλέον σε ισχύ. Οι θέσεις και παρατηρήσεις της ΚΙΣΑ, όπως αυτές εκφράζονται στη σχετική επιστολή, επικεντρώνονται στα ακόλουθα:

α. Συγκεκριμένες πρόνοιες των άρθρων 6 και 13 της σχετικής Οδηγίας που προβλέπουν την υποχρέωση του κράτους μέλους να διασφαλίσει την ύπαρξη αποτελεσματικών διαδικασιών και απαιτούμενων μηχανισμών, προκείμενου να διευκολύνεται η διαδικασία των καταγγελιών από τους παράνομα απασχολούμενους υπηκόους τρίτων χωρών εναντίον των εργοδοτών τους, καθώς και η καταβολή των καθυστερημένων οφειλών από τους εργοδότες στους παράνομα απασχολούμενους υπηκόους τρίτων χωρών, δεν κατοχυρώνονται μέσα από το κείμενο του νομοσχεδίου. Ειδικότερα, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, στο οποίο ο μετανάστης μπορεί να καταφύγει, προϋποθέτει ότι αυτός διαθέτει τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους. Στην περίπτωση υποχρεωτικής επιστροφής του στη χώρα του η εν λόγω διαδικασία είναι αναποτελεσματική.

Περαιτέρω, η ΚΙΣΑ θεωρεί ότι ο μηχανισμός υποβολής παραπόνων του Γραφείου Εργασίας, νοουμένου ότι θα θεσμοθετηθεί και θα εξοπλιστεί νομικά με τις απαιτούμενες εξουσίες, θα μπορούσε να επιτελέσει το ρόλο ενός αποτελεσματικού μηχανισμού. Καταλήγοντας, η ΚΙΣΑ επισημαίνει ότι το νομοσχέδιο, σε αντίθεση με τη σχετική Οδηγία, αναγνωρίζει το δικαίωμα υποβολής καταγγελιών και κίνησης διοικητικών και αστικών διαδικασιών είτε απευθείας από τους εργοδοτουμένους είτε μέσω των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων, ενώ θα έπρεπε να αναγνωρίζει το ίδιο δικαίωμα και σε άλλους φορείς, όπως για παράδειγμα σε μη κυβερνητικούς φορείς, π.χ. στην ΚΙΣΑ, οι οποίοι παρέχουν ήδη δωρεάν υπηρεσίες στήριξης και εκπροσώπησης των μεταναστών και υποβάλλουν καταγγελίες στην Επιτροπή Εξέτασης Εργατικών Διαφορών.

β. Σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 13 της σχετικής Οδηγίας, σε περιπτώσεις που η παράβαση της παράνομης απασχόλησης συνοδεύεται με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους ή αφορά παράνομη απασχόληση ανηλίκου τα κράτη μέλη ορίζουν με βάση την εθνική τους νομοθεσία τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη χορήγηση άδειων διαμονής ορισμένου χρόνου, αλλά και για την ανανέωση των πιο πάνω αδειών, μέχρις ότου ο συγκεκριμένος αλλοδαπός να έχει εισπράξει τις καθυστερούμενες οφειλές από τον εργοδότη. Ως εκ τούτου, η ΚΙΣΑ εκφράζει την άποψη ότι ο καθορισμός της μέγιστης διάρκειας της πιο πάνω χορηγηθείσας άδειας στους έξι μήνες με δυνατότητα ανανέωσης της για μέχρι ακόμα έξι μήνες συνιστά λανθασμένη μεταφορά των πιο πάνω προνοιών της σχετικής Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Περαιτέρω, η ΚΙΣΑ θεωρεί ότι στον προτεινόμενο νόμο δεν καθορίζονται οι προϋποθέσεις χορήγησης και ανανέωσης αυτών των αδειών και ως εκ τούτου ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταστρατήγηση του δικαιώματος αυτού.

γ. Σύμφωνα με την παράγραφο 12 του προοιμίου της σχετικής Οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια, ώστε οι αιτήσεις για ανανέωση αδειών παραμονής να εξετάζονται έγκαιρα. Η ΚΙΣΑ εκφράζει την ανησυχία της ότι η μη ύπαρξη νομικής υποχρέωσης των αρμόδιων αρχών για άμεση εξέταση και έκδοση των σχετικών αδειών παραμονής και εργασίας θα οδηγήσει σε διακρίσεις εις βάρος των αλλοδαπών, οι οποίοι δε θα προσλαμβάνονται από τους εργοδότες λόγω αμφιβολίας για το καθεστώς διαμονής τους και της γραφειοκρατικής ταλαιπωρίας που θα υφίστανται, για να διαπιστώνεται η νομιμότητα της παραμονής του αλλοδαπού.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, αφού υπενθύμισε ότι η προθεσμία εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με την εν λόγω Οδηγία έχει ήδη εκπνεύσει από τις 20 Ιουλίου 2011 και τα περιθώρια απόκλισης του προτεινόμενου νόμου από την Οδηγία είναι στενά, εξέφρασε τις πιο κάτω επιμέρους θέσεις:

1. Το υπό αναφορά νομοσχέδιο είναι εναρμονιστικό και γι’ αυτό είναι νομικά επισφαλές να γίνουν αλλαγές είτε στους ορισμούς ή σε άλλες διατάξεις του.

2. Το άρθρο 18Σ περιλαμβάνει διατάξεις που εμπίπτουν στις συνήθεις εξουσίες επιθεώρησης και εξέφρασε τον προβληματισμό του για την αποτελεσματικότητα του σχετικού άρθρου, σε περίπτωση που ο εργοδότης ενημερώνεται εκ των προτέρων ότι θα τύχει επιθεώρησης. Τόνισε περαιτέρω ότι η διοίκηση πρέπει να πιστωθεί ότι μπορεί να ενεργήσει με γνώμονα τη λογική.

3. Η Οδηγία δεν προβλέπει το ύψος των ποινών, αλλά δίνει κατευθύνσεις ως προς την αναλογικότητα αυτών. Επιπρόσθετα, οι ποινές αυτές καθορίζονται ανάλογα με τη βαρύτητα του αδικήματος, αλλά και σε σύγκριση με συναφή αδικήματα. Σε σχέση με το ανώτατο πρόστιμο των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000) που δύναται να επιβληθεί σε εργοδότες που απασχολούν παρανόμως παραμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, ο ίδιος εκπρόσωπος επισήμανε ότι αφορά περιπτώσεις που στοιχειοθετείται ένοχη σκέψη, πρόθεση και κατάχρηση από τον εργοδότη. Συνεπώς, ενόψει όλων των πιο πάνω ιδιαιτεροτήτων, η ποινή είναι ανάλογη. Ειδικότερα, η Οδηγία προνοεί για χρηματικές κυρώσεις και άλλες κυρώσεις που μπορεί να λάβει το κράτος μέλος.

4. Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας, αν η διοίκηση ευθύνεται για την καθυστέρηση της εξέτασης της αίτησης από τον εργοδότη για ανανέωση άδειας εργοδότησης υπηκόων τρίτων χώρων, τότε ο αιτητής μπορεί να καταθέσει προσφυγή κατά της παράλειψης της διοίκησης και, σε περίπτωση που δικαιωθεί, δικαιούται αποζημίωση. Επί τούτου, η διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ξεκαθάρισε ότι η καταχώριση έντυπης αίτησης από τον εργοδότη για την πιο πάνω ανανέωση είναι αρκετή, για να κατοχυρώσει τη νομιμότητα της εργοδότησης τη δεδομένη στιγμή, ανεξάρτητα από το αν έχει πάρει απάντηση ή όχι. Επιπλέον, επισήμανε ότι ο κάθε εργοδότης οφείλει να υποβάλλει τη σχετική αίτηση για ανανέωση ένα μήνα πριν από τη λήξη της σχετικής άδειας.

5. Η Οδηγία δεν προβλέπει διάταξη για “δοκιμαστική περίοδο”, αρά ενδεχομένως η δραστηριότητα αυτή να εμπίπτει σε αυτές που η Οδηγία θέλει να απαγορεύσει. Ως εκ τούτου, θα ήταν νομικά επισφαλές να ρυθμιστεί η πιο πάνω δραστηριότητα.

Στα πλαίσια της περαιτέρω εξέτασης του νομοσχεδίου και της πρότασης νόμου, στην παρουσία εκπροσώπων των Υπουργείων Εσωτερικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, μέλη της επιτροπής εξέφρασαν προβληματισμό σε σχέση με ορισμένες πρόνοιες του νομοσχεδίου. Ειδικότερα, ο προβληματισμός των πιο πάνω μελών επικεντρώθηκε στα ακόλουθα:

1. Στη δυνατότητα επιβολής υψηλού προστίμου σε εργοδότες που απασχολούν παρανόμως παραμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, η οποία κρίθηκε ως επιτακτική, καθώς τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποκομίσει ο εργοδότης από την παράνομη εργοδότηση του αλλοδαπού είναι τέτοια, που ενδεχομένως μικρότερη ποινή να μην είναι αποτρεπτική.

2. Στην ποινή φυλάκισης των πέντε ετών που δύναται να επιβληθεί σε εργοδότες που απασχολούν παρανόμως παραμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, σύμφωνα με το άρθρο 18ΡΗ του προτεινόμενου νόμου, η οποία κρίθηκε ως υπερβολική, καθώς αντίστοιχη ποινή για συναφές αδίκημα, σύμφωνα με το άρθρο 14Β του βασικού νόμου, καθορίστηκε στα τρία έτη. Σχετικά, τονίστηκε ότι η υφιστάμενη ανώτατη ποινή σε ελάχιστες περιπτώσεις επιβάλλεται και δεν έχει συμβάλει στην πάταξη της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Περαιτέρω, μέλη της επιτροπής εξέφρασαν τη διαφωνία τους ως προς τον καθορισμό ποινής φυλάκισης στα πέντε έτη, καθώς τα αδικήματα αυτά θα θεωρούνται κακουργήματα και θα παραπέμπονται για εκδίκαση από το Κακουργιοδικείο. Επί τούτου, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα επισήμανε ότι η Οδηγία δεν υποβάλλει οποιουσδήποτε περιορισμούς όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και ως εκ τούτου εναπόκειται στη θέληση της Βουλής η μείωση της πιο πάνω ποινής.

3. Στην επιβολή προστίμου ή ποινής φυλάκισης σε νομικά πρόσωπα σε περιπτώσεις διευθυντών που δεν ασκούν πραγματική εξουσία, θέμα ως προς το οποίο διαφωνία εξέφρασε μέλος της επιτροπής. Σχετικά, τόνισε ότι θα κινδυνεύουν ακόμα και με φυλάκιση πρόσωπα που είναι μεν διευθυντές σε εταιρείες, αλλά διαχειριστές της εταιρείας είναι άλλα πρόσωπα. Επί τούτου, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα τόνισε ότι η πιο πάνω πρόνοια όπως έχει μεταφερθεί από την Οδηγία είναι υποχρεωτική και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αλλάξει. Περαιτέρω, ο ίδιος εκπρόσωπος ξεκαθάρισε ότι αυτά τα πρόσωπα θα υπόκεινται σε τέτοιες ποινές, νοουμένου ότι υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την ενεργό συμμετοχή τους στη διαχείριση της εταιρείας.

4. Στη δημοσιοποίηση από τον Αρχηγό Αστυνομίας του καταλόγου των προσώπων που έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, ενδεχόμενο που προβλημάτισε ως υπερβολικό, αφού ακόμα και σε πιο σοβαρά αδικήματα δεν ακολουθείται αυτή η πρακτική. Περαιτέρω, μέλος της επιτροπής επισήμανε ότι, ενώ αυτή η πρόνοια της Οδηγίας είναι δυνητική, στο νομοσχέδιο παρουσιάζεται ως υποχρεωτική. Επί τούτου, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα συμφώνησε ότι αυτή η πρόνοια της Οδηγίας είναι δυνητική και ως εκ τούτου εναπόκειται στη θέληση της Βουλής η αφαίρεσή της.

5. Στην άμεση επιστροφή και αποδέσμευση της εγγύησης που καταθέτει ο πρώτος εργοδότης εντός περιόδου σαράντα πέντε ημερών, σε περίπτωση που ο εργοδοτούμενος παραβιάζει τη σχετική σύμβαση.

6. Στην περαιτέρω μελέτη των προνοιών του νομοσχεδίου σχετικά με το θέμα των επιθεωρήσεων και στο αν αυτές συνάδουν με παρόμοιες ρυθμίσεις σε άλλες νομοθεσίες.

Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Εσωτερικών με σχετική επιστολή του προς την επιτροπή, ημερομηνίας 14 Μαΐου 2012, διαβίβασε παράκληση για προώθηση του νομοσχεδίου αυτού για ψήφιση από την ολομέλεια της Βουλής κατά προτεραιότητα.

Σημειώνεται ότι το νομοσχέδιο αυτό κατατέθηκε στη Βουλή στις 20 Οκτωβρίου 2011, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 17 της σχετικής Οδηγίας, καθορίζεται ως προθεσμία μεταφοράς της σχετικής Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο η 20ή Ιουλίου 2011. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η σχετική προθεσμία έχει εκπνεύσει, θέτοντας την Κυπριακή Δημοκρατία υπό την παρακολούθηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Για το λόγο αυτό επίκειται η λήψη τιμωρητικών μέτρων και ως εκ τούτου παρίσταται ανάγκη άμεσης ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο.

Τοποθετούμενη επί του θέματος της επιστροφής της εγγυητικής επιστολής, η διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης δήλωσε ότι η κυβέρνηση προτίθεται να ρυθμίσει το όλο θέμα αργότερα πάνω σε ολοκληρωμένη βάση, γιατί το θέμα είναι πολύπλοκο.

H Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον της, κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της, εισηγείται στην ολομέλεια της Βουλής την ψήφιση του υπό αναφορά νομοσχεδίου σε νόμο όπως αυτό έχει διαμορφωθεί με βάση τα πιο κάτω, αφού τροποποιηθούν ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2012», και το κείμενό του, ώστε να ενσωματωθούν σε αυτό οι πιο πάνω παρατηρήσεις της επιτροπής, και υιοθετηθούν οι εισηγήσεις της πρότασης νόμου όσον αφορά τις ποινές.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κόμματος επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια της σώματος.

 

 

19 Ιουνίου 2012

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων