Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τα νομοσχέδια του επισυνημμένου παραρτήματος

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Γιώργος Γεωργίου
Γεώργιος Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος
Τάσος Μητσόπουλος Αντώνης Αντωνίου
Άριστος Δαμιανού Νίκος Νικολαΐδης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τα νομοσχέδια του επισυνημμένου παραρτήματος σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 30 Μαΐου, στις 6 και 13 Ιουνίου 2012. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της αστυνομίας και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Σκοπός των νομοσχεδίων είναι η τροποποίηση των νομοθεσιών που περιλαμβάνονται στο επισυνημμένο παράρτημα, ώστε να συμμορφωθεί η Δημοκρατία με σχετική σύσταση της επιτροπής GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία διατυπώθηκε στο πλαίσιο του τρίτου γύρου αξιολόγησης της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά το έτος 2011, για τη δημιουργία ενός ομοιόμορφου νομοθετικού πλαισίου ποινικοποίησης της διαφθοράς.

Συγκεκριμένα, σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου του 2000 [Νόμος αρ. 23(ΙΙΙ) του 2000], ώστε να επέλθει πλήρης συμβατότητα του εθνικού δικαίου με τις διατάξεις της εν λόγω σύμβασης.

Ειδικότερα, με την προτεινόμενη τροποποίηση επεκτείνεται η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων για εκδίκαση των αδικημάτων που προβλέπονται στην εν λόγω σύμβαση, όταν αυτά τελούνται από πολίτη της Δημοκρατίας, δημόσιο λειτουργό ή μέλος εσωτερικού δημόσιου οργανισμού. Περαιτέρω, αυξάνεται το ύψος της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 του πιο πάνω νόμου χρηματικής ποινής, προκειμένου αυτή να καταστεί αποτρεπτική, δεδομένου ότι τέτοια ποινή μπορεί να επιβληθεί και σε νομικά πρόσωπα.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου του 2006 [Νόμος αρ. 22(ΙΙΙ) του 2006], ώστε αυτός να συνάδει με τις διατάξεις της κυρωτικής της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς νομοθεσίας.

Σκοπός του τρίτου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Πρόληψης Διαφθοράς Νόμου (Κεφ. 161), ώστε οι πρόνοιές του να καταστούν συμβατές με αυτές της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς και της οικείας κυρωτικής της σύμβασης νομοθεσίας, αναφορικά με τα αδικήματα διαφθοράς που προβλέπει, καθώς και τις προβλεπόμενες ποινές.

Σκοπός του τέταρτου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του άρθρου 100 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, ώστε οι προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο ποινές αναφορικά με τα αδικήματα της δωροδοκίας δημόσιου λειτουργού να αυξηθούν, για να καταστούν συμβατές με αυτές της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς και της οικείας κυρωτικής της σύμβασης νομοθεσίας.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιόν της, η επιτροπή επισήμανε το ζήτημα της αδυναμίας των διωκτικών αρχών ως προς τη διερεύνηση και δίωξη υποθέσεων διαφθοράς, τονίζοντας ιδιαίτερα την άποψη ότι δεν είναι αρκετό να τροποποιούνται οι σχετικές νομοθεσίες και να αυξάνονται οι ποινές για τα αδικήματα διαφθοράς, απλώς και μόνο για να συμμορφωθεί η Κυπριακή Δημοκρατία με συστάσεις ευρωπαϊκών οργάνων, αλλά πρέπει οι υποθέσεις αυτές να μπορούν να διερευνώνται και οι σχετικές νομοθεσίες να εφαρμόζονται από τις διωκτικές αρχές.

Για το ζήτημα αυτό, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε στην επιτροπή ότι, όπως προκύπτει από την έκθεση αξιολόγησης της χώρας μας από την επιτροπή GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης, οι διωκτικές αρχές δεν είναι εξοικειωμένες με όλες τις σχετικές νομοθεσίες που αφορούν την ποινικοποίηση της διαφθοράς, αλλά είναι περισσότερο εξειδικευμένες για σκοπούς δίωξης, στην εφαρμογή των διατάξεων του ποινικού κώδικα. Περαιτέρω, ο ίδιος δήλωσε στην επιτροπή ότι το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σε συνεργασία με την αστυνομία, έχει εκδώσει ήδη σχετική εγκύκλιο προς τις διωκτικές αρχές, καλώντας τις να εφαρμόζουν τις διατάξεις των νομοθεσιών για σκοπούς πάταξης της διαφθοράς.

Για το ίδιο ζήτημα ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο οποίος παρευρέθηκε στη συνεδρία της επιτροπής για σκοπούς της συζήτησης άλλου θέματος, ανέφερε ότι λόγω της φύσεως των αδικημάτων διαφθοράς καθίσταται δύσκολη η διερεύνησή τους, καθώς και ότι χρειάζονται τέτοιοι μηχανισμοί ελέγχου και διαφάνειας των οποίων η λειτουργία να είναι αποτρεπτική και να μην επιτρέπει τη διαφθορά.

Στο στάδιο της μελέτης των προνοιών των νομοσχεδίων, την επιτροπή απασχόλησαν κυρίως τα πιο κάτω ζητήματα:

1. Σε σχέση με το πρώτο νομοσχέδιο, η πρόνοια σύμφωνα με την οποία διαγράφεται η εξουσία του δικαστηρίου να επιβάλει οποιαδήποτε άλλη από την ποινή που προβλέπεται για αδικήματα που περιλαμβάνει ο σχετικός κυρωτικός νόμος ή να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο είναι δυνατό να επιβάλει ή να εκδώσει κατά την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για το ζήτημα αυτό δήλωσε ότι η προτεινόμενη διαγραφή των σχετικών διατάξεων του ισχύοντος νόμου προέκυψε από σχετική σύσταση της επιτροπής GRECO, η οποία θεωρεί ότι με την εν λόγω υφιστάμενη διάταξη δημιουργείται ασάφεια στο νόμο. Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοια δυνατότητα για επιβολή οποιασδήποτε ποινής ή έκδοσης σχετικού διατάγματος εξακολουθεί να παρέχεται στο δικαστήριο, με βάση σχετική διάταξη του ποινικού κώδικα. Περαιτέρω, ο ίδιος δήλωσε ότι δε διαφωνεί σε περίπτωση που η επιτροπή επιθυμεί τη μη διαγραφή από τις διατάξεις του ισχύοντος νόμου της πιο πάνω εξουσίας του δικαστηρίου.

Ως εκ τούτου, η επιτροπή προχώρησε στη διαμόρφωση του κειμένου του νομοσχεδίου, ώστε να διατηρηθεί στην υφιστάμενη νομοθεσία η διάταξη με την οποία παρέχεται η πιο πάνω εξουσία στο δικαστήριο.

2. Σε σχέση με το τρίτο νομοσχέδιο, με το οποίο τροποποιείται ο περί της Πρόληψης Διαφθοράς Νόμος, η πρόνοια με την οποία μεταξύ άλλων διαγράφεται το στοιχείο της απόπειρας, καθώς και της συμφωνίας από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των συναλλαγών οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά.

Ειδικότερα, η επιτροπή εξέφρασε τη διαφωνία της με την πιο πάνω ρύθμιση, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό περιορίζεται η έκταση εφαρμογής των εν λόγω αδικημάτων, αφού πλέον δε θα προβλέπεται ρητά ότι θα τιμωρείται τόσο η απόπειρα όσο και η συμφωνία για τέτοια συναλλαγή.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αναφερόμενος στο συστατικό στοιχείο της απόπειρας, επισήμανε ότι ούτε στα πλαίσια της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς δεν περιλαμβάνεται η έννοια της απόπειρας και δήλωσε πως δε θεωρεί ότι δημιουργείται κενό στη νομοθεσία, εφόσον η απόπειρα ποινικοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ποινικού κώδικα. Ωστόσο, ο ίδιος δε διαφώνησε με τη θέση της επιτροπής αφενός να διατηρηθούν στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των συναλλαγών οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά τόσο το συστατικό στοιχείο της απόπειρας όσο και της συμφωνίας για τη διάπραξη τέτοιων συναλλαγών και αφετέρου τα εν λόγω στοιχεία να προστεθούν στις σχετικές διατάξεις του ισχύοντος νόμου για τα αδικήματα που δεν τα περιλαμβάνουν.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, διαμόρφωσε τα κείμενα του πρώτου και του τρίτου νομοσχεδίου στη βάση των πιο πάνω αποφάσεών της. Επιπρόσθετα, επέφερε στα κείμενα όλων των νομοσχεδίων περαιτέρω τροποποιήσεις, με σκοπό τη βελτίωσή τους από νομοτεχνική άποψη.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται την ψήφιση όλων των νομοσχεδίων σε νόμο όπως αυτά έχουν τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του τέταρτου νομοσχεδίου, ώστε να αναφέρεται ως ο «Ο περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012».

19 Ιουνίου 2012

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων