Αρχείο

    

Συμπληρωματική έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμος του 2012»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος

Σταύρος Ευαγόρου

Αβέρωφ Νεοφύτου

Νίκος Νικολαΐδης

Μάριος Μαυρίδης

Νίκος Κουτσού

Χάρης Γεωργιάδης

Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού επανεξέτασε το υπό αναφορά νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 5 Μαρτίου, 14 Μαΐου και 11 Ιουνίου 2012. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, της JCC Payment Systems Ltd, της FBME Card Services Ltd και της CSC24Seven.com Ltd. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο Σύνδεσμος Διεθνών Τραπεζών Κύπρου, η Παγκύπρια Συνεργατική Συνομοσπονδία, το ΚΕΒΕ, η ΟΕΒ, η Παγκύπρια Ένωση Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής και η Eurobank EFG, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις συνεδρίες της επιτροπής.

Όπως είναι γνωστό, για το υπό αναφορά νομοσχέδιο έχει ήδη υποβληθεί στην ολομέλεια του σώματος σχετική έκθεση στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Ωστόσο, η συζήτηση του νομοσχεδίου αναβλήθηκε από την ολομέλεια του σώματος στις 16 Φεβρουαρίου 2012, με στόχο να επανεξεταστούν από την επιτροπή θέματα που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο εναρμονίζεται η εθνική νομοθεσία με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η θέσπιση νέας νομοθεσίας για τις υπηρεσίες προπληρωμένων προϊόντων ηλεκτρονικών πληρωμών, ώστε να επιτευχθεί η εναρμόνιση με την Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, καθώς η τροποποίηση των Οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και η κατάργηση της Οδηγίας 2000/46/ΕΚ.

Στο στάδιο της επανεξέτασης του προτεινόμενου νόμου ο βουλευτής κ. Ιωνάς Νικολάου ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις σε σχέση με τη μεταφορά του κοινοτικού κεκτημένου στην εθνική νομοθεσία και υπέβαλε εισηγήσεις που αφορούν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Την ανάγκη θέσπισης κυρώσεων για την περίπτωση επιβολής παράνομης χρέωσης από τον εκδότη προς τον κάτοχο ηλεκτρονικού χρήματος κατά την εξαργύρωση ηλεκτρονικού χρήματος, καθώς και στην περίπτωση παράνομης παραχώρησης τόκου ή άλλου οφέλους κατά την περίοδο που ο κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος κατέχει το ηλεκτρονικό χρήμα.

2. Την ανάγκη θέσπισης της υποχρεωτικής εκ μέρους των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος υπενθύμισης στον κάτοχο ηλεκτρονικού χρήματος της ημερομηνίας λήξης της σύμβασης που έχει συναφθεί μεταξύ των δύο.

3. Τον καθορισμό υποχρεωτικών μηχανισμών και διαδικασιών για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών μεταξύ εκδοτών ηλεκτρονικού χρήματος και κατόχων ηλεκτρονικού χρήματος από άλλο φορέα και όχι από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος.

Συναφώς, το Υπουργείο Οικονομικών με σχετική επιστολή του, ημερομηνίας 9 Απριλίου 2012, κατέθεσε στην επιτροπή τα ακόλουθα:

1. Η επιβολή ποινικών κυρώσεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται πιο πάνω κρίνεται υπερβολική, ενώ παράλληλα η επιβολή τέτοιας κύρωσης ενδεχομένως να μην είναι δυνατό να εφαρμοστεί στην πράξη λόγω του ιδιαίτερα τεχνικού χαρακτήρα των σχετικών προνοιών του προτεινόμενου νόμου.

2. Η επιβολή υποχρέωσης προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για υπενθύμιση του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος σχετικά με τη λήξη της σύμβασης δεν είναι δυνατή, αφού μια τέτοια διάταξη αντίκειται στην ευρωπαϊκή Οδηγία που ρυθμίζει τις υπηρεσίες πληρωμών.

3. Οι αρμόδιες εποπτικές αρχές θα πρέπει να παραμείνουν αρμόδιες για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών μεταξύ εκδοτών ηλεκτρονικού χρήματος και κατόχων ηλεκτρονικού χρήματος οι οποίες δεν καλύπτονται από τις αρμοδιότητες του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης. Ταυτόχρονα, ο φορέας θα μπορεί να επιλαμβάνεται, εφόσον τεθεί σε λειτουργία, διαφορών χρηματοοικονομικής φύσεως μεταξύ καταναλωτών και χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων μέχρι του ποσού των €170.000, καθώς και διασυνοριακών καταναλωτικών διαφορών χρηματοοικονομικής φύσης.

Σημειώνεται ότι το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με επιστολή του, ημερομηνίας 3 Μαΐου 2012, ενημέρωσε την επιτροπή ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβίβασε στη Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία αναφέρεται ότι η Δημοκρατία παρέλειψε να μεταφέρει στο κυπριακό δίκαιο την Οδηγία που αφορά την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος.

Σύμφωνα με την ίδια πιο πάνω επιστολή σχετικά με την παράλειψη της Δημοκρατίας να μεταφέρει μέχρι τις 30 Απριλίου 2011 την εν λόγω Οδηγία, η αιτιολογημένη γνώμη απαιτεί όπως η μεταφορά αυτή ολοκληρωθεί μέχρι την 29η Ιουνίου 2012.

Σημειώνεται περαιτέρω ότι το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας απέστειλε εκ νέου στη Βουλή επιστολή, ημερομηνίας 5 Ιουνίου 2012, με την οποία ενημέρωσε την επιτροπή ότι, σε περίπτωση που ο εναρμονιστικός νόμος δε δημοσιευτεί και τεθεί σε ισχύ το αργότερο μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, η Δημοκρατία υπόκειται σε βέβαιη καταδίκη από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταχωρίσει εναντίον της προσφυγή για παράβαση της Οδηγίας 2009/110/ΕΚ, καθώς και σε πιθανή επιβολή προστίμου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Κόμματος και ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, καθώς και τα μέλη της βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών εισηγούνται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, καθώς και το μέλος της βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

12 Ιουνίου 2012

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων