Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εμπορίου και Βιομηχανίας για το νομοσχέδιο «Ο περί Καθορισμού Ανωτάτων Τιμών Χονδρικής και Λιανικής Πώλησης σε Ειδικές Περιπτώσεις Νόμος του 2011»

Παρόντες:

Λευτέρης Χριστοφόρου, πρόεδρος Κώστας Κώστα
Ζαχαρίας Ζαχαρίου Άγγελος Βότσης
Ανδρέας Μιχαηλίδης Νικόλας Παπαδόπουλος
Γιαννάκης Γαβριήλ  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνολικά συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 11 Μαρτίου 2011 από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας υπό την προηγούμενη σύνθεσή της, πριν από τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, καθώς και στις 20 Μαρτίου και στις 4 Απριλίου 2012 υπό την παρούσα σύνθεσή της.

Στην πρώτη συνεδρία της προηγούμενης επιτροπής για την παρουσίαση των προνοιών του εν λόγω νομοσχεδίου, που πραγματοποιήθηκε στις 11 Μαρτίου 2011, κλήθηκε και παρευρέθηκε ο προηγούμενος Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού κ. Α. Πασχαλίδης. Επίσης, στα πλαίσια της εξέτασης του νομοσχεδίου αυτού κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του ίδιου υπουργείου, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (ΕΠΑ), της ΟΕΒ, του ΚΕΒΕ, του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής, του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ, του Παγκύπριου Συνδέσμου Αρτοποιών, του Κυπριακού Συνδέσμου Εμφιαλωτών Νερού και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ και ΣΕΚ. Ο επικεφαλής της αντιπροσωπίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο, παρʼ όλο που κλήθηκε στη συνεδρία της επιτροπής, δεν παρευρέθηκε και ενημέρωσε σχετικά γραπτώς την επιτροπή με επιστολή του ημερομηνίας 19 Μαρτίου 2012. Η επιστολή αυτή παραπέμπει σε παλαιότερη επιστολή την οποία απέστειλε προς την επιτροπή η τέως επικεφαλής στις 19 Φεβρουαρίου 2012. Επίσης, η συνδικαλιστική οργάνωση ΔΕΟΚ, παρʼ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε στις συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός του εν λόγω νομοσχεδίου είναι να προωθηθεί ειδική νομοθεσία, ώστε να δοθεί εξουσία στον εκάστοτε Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να επιβάλλει ανώτατες τιμές πώλησης για το γάλα, το νερό, το ψωμί και τα είδη αρτοποιίας, καθώς και για τις βασικές πρώτες ύλες με τις οποίες παρασκευάζονται ή παράγονται τα προϊόντα αυτά, όταν επικρατούν ιδιαίτερες συνθήκες, που καθορίζονται σε σχετικό άρθρο του νομοσχεδίου. Επιπρόσθετα, το νομοσχέδιο παρέχει την εξουσία στον αρμόδιο υπουργό να προσθέτει και άλλα προϊόντα στο σχετικό παράρτημα του βασικού νόμου και συνεπώς στο πεδίο εφαρμογής του νομοσχεδίου αυτού, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, που συνοδεύει το νομοσχέδιο αυτό, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις κρίνονται επιβεβλημένες για σκοπούς καλύτερης προστασίας των καταναλωτών, αφού οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην αγορά της Κύπρου, μίας μικρής νησιωτικής χώρας, έχουν ως συνέπεια τις αυξομειώσεις στο κόστος παραγωγής και διανομής των προϊόντων αυτών και δεν μετακυλίονται ανάλογα με τις τιμές πώλησης των προϊόντων αυτών.

Ειδικότερα, στο υπό εξέταση νομοσχέδιο ρυθμίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Καθορίζεται ότι το ύψος των τιμών λιανικής πώλησης του ψωμιού και των προϊόντων αρτοποιίας, του γάλατος και του νερού καθορίζεται ελεύθερα από τους εμπόρους, έχοντας υπόψη τις διεθνείς και εγχώριες συνθήκες αγοράς, τηρουμένων των διατάξεων του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου.

2. Περαιτέρω, ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να καθορίζει ανώτατες τιμές πώλησης για όλα ή μερικά από τα προϊόντα που αναφέρονται αναλυτικά πιο πάνω για περίοδο που δεν ξεπερνά τις σαράντα πέντε ημέρες. Η εν λόγω εξουσία παρέχεται στον υπουργό, όταν το ύψος των τιμών των προϊόντων αυτών είναι σε υπερβολικά πιο υψηλό επίπεδο από ό,τι δικαιολογείται από τις διεθνείς και εγχώριες συνθήκες, καθώς και όταν επικρατούν στην αγορά ιδιαίτερα δύσκολες οικονομικές συνθήκες που επιβάλλουν συγκράτηση της αύξησης των τιμών σε βασικά αγαθά, ιδίως όταν το περιθώριο κέρδους των εμπόρων είναι υπερβολικά υψηλό, καθώς και όπου αυτό επιβάλλεται για την προστασία του καταναλωτή.

3. Για την υλοποίηση των προνοιών αυτών ο υπουργός, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, διορίζει λειτουργούς του υπουργείου, ως εξουσιοδοτημένους λειτουργούς, οι οποίοι θα μπορούν να διεξάγουν έρευνες για τις συνθήκες της αγοράς.

4. Επιπρόσθετα, ο αρμόδιος υπουργός δύναται να μεριμνά για τη διάδοση πληροφοριών και συμβουλών αναφορικά με την εφαρμογή των προνοιών του υπό ψήφιση νομοσχεδίου, τις οποίες κρίνει χρήσιμες για την εξυπηρέτηση τόσο των καταναλωτών όσο και όλων των προσώπων που τυχόν επηρεάζονται από τις διατάξεις αυτού.

5. Τέλος, καθορίζονται αδικήματα, ποινές και διοικητικά πρόστιμα για τις περιπτώσεις παραβίασης των διατάξεων του υπό αναφορά νομοσχεδίου. Ειδικότερα, παρέχεται εξουσία στον αρμόδιο υπουργό να εξετάζει, κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα, τυχόν παραβίαση της νομοθεσίας που προτείνεται και να ζητά τη λήψη μέτρων, όπως την επιβολή διοικητικού προστίμου.

Ο τότε Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, στα πλαίσια της πρώτης συνεδρίας της επιτροπής, υπό τη σύνθεσή της πριν από τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, που πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο του 2011, δήλωσε μεταξύ άλλων ότι, παρʼ όλο που το εν λόγω νομοσχέδιο δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα της αγοράς, μπορεί να αποτελέσει εργαλείο, προκειμένου σε κάποιες περιπτώσεις να μπορεί να παρεμβαίνει η πολιτεία για προστασία του καταναλωτή. Παράλληλα, με το νομοσχέδιο αυτό δίνεται η δυνατότητα στους εξουσιοδοτημένους λειτουργούς να ελέγχουν και να ζητούν στοιχεία από τους εισαγωγείς πρώτων υλών των προϊόντων που αναφέρονται στο εν λόγω νομοσχέδιο. Ο ίδιος υπουργός δήλωσε ακόμα πρόσθετα και διευκρινιστικά ότι σε κάθε περίπτωση το υπουργείο, προκειμένου να προχωρήσει στις δυνατότητες που του παρέχονται μέσα από τις διατάξεις του υπό εξέταση νομοσχεδίου, θα λαμβάνει υπόψη τις διεθνείς και εγχώριες συνθήκες της αγοράς, τον πληθωρισμό, την προσφορά και τη ζήτηση, καθώς και τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου τομέα της αγοράς.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τοποθετούμενος επί του νομοσχεδίου, δήλωσε ανάμεσα σε άλλα ότι οι λειτουργοί του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα εξέτασαν, εκ καθήκοντος, πολύ προσεκτικά το νομοσχέδιο και κατέληξαν στη θέση ότι αυτό είναι συμβατό με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το νομοσχέδιο, όπως δήλωσε επιπρόσθετα, κοινοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τη διαδικασία που προβλέπεται στην Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την καθιέρωση μίας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν προέβη σε οποιεσδήποτε παρατηρήσεις ούτε εξέφρασε οποιαδήποτε ένσταση. Όπως δήλωσε ο ίδιος πρόσθετα και διευκρινιστικά στην επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται για το κατά πόσο ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη νομοθετούν αντίκειται στο δίκαιο του ανταγωνισμού, αλλά η αρμοδιότητά της περιορίζεται στο κατά πόσο νέοι τεχνικοί κανόνες που επιβάλλονται από τα κράτη μέλη δυνατό να επηρεάσουν την ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων ή υπηρεσιών.

Όμως ο ίδιος δήλωσε επιπρόσθετα ότι η εφαρμογή του νομοσχεδίου αυτού θα είναι δύσκολη και, επεξηγώντας την τοποθέτησή του αυτή, διευκρίνισε ότι στον προτεινόμενο νόμο θεσπίζονται κάποιοι γενικοί κανόνες και δίδονται κάποιες εξουσίες στον αρμόδιο υπουργό, για την εφαρμογή των οποίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα δεδομένα, έτσι ώστε οι αποφάσεις που θα λαμβάνονται να μην αντίκεινται στο δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης προϊόντων και γενικότερα στους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ΕΠΑ κατέθεσε τις απόψεις της γύρω από το νομοσχέδιο τόσο προφορικά διά των εκπροσώπων της, στα πλαίσια των πιο πάνω συνεδριάσεων, όσο και γραπτώς με δύο επιστολές της, που απέστειλε στην επιτροπή στις 15 Μαρτίου 2011 και στις 28 Μαρτίου 2012, αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, στην τελευταία και πιο πρόσφατη επιστολή της αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Tο κοινοτικό δίκαιο, καθώς και ο περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος δεν περιέχουν ειδική ρύθμιση για τη νομιμότητα της επιβολής ανώτατων τιμών χονδρικής και λιανικής πώλησης αγαθών. Συνεπώς, τόσο οι προτεινόμενες όσο και οι μέγιστες τιμές δε θεωρείται ότι παραβιάζουν εξ υπαρχής τους κανόνες του ανταγωνισμού, σε αντίθεση με την επιβολή κατώτατων τιμών. Παράλληλα, από οικονομικής προσέγγισης, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δύναται να δημιουργήσουν στρεβλώσεις στην αγορά. Έχοντας ως δεδομένο ότι η τιμή παύει να αποτελεί παράγοντα ανταγωνισμού, ο καθορισμός ανώτατων τιμών δύναται να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής και έλλειψη προϊόντων, καθώς και σε δημιουργία μαύρης αγοράς, σε παραγωγή χαμηλότερης ποιότητας προϊόντων, σε περιορισμό του δυναμισμού και της καινοτομίας της αγοράς, όπως και στην αύξηση της τιμής άλλων προϊόντων που είναι ελαφρώς διαφοροποιημένα από αυτά που καθορίζονται στο εν λόγω νομοσχέδιο.

2. Μακροχρόνια η επιβολή ανώτατων τιμών πώλησης προϊόντων ενδέχεται να δημιουργήσει σημαντική και παρατεταμένη ζημιά στην αγορά, παρά το προσωρινό και πρόσκαιρο όφελος του καταναλωτή.

3. Η επιβολή ανώτατων τιμών πώλησης δημιουργεί προϋποθέσεις εναρμονισμένης πρακτικής τόσο μεταξύ εμπόρων του ίδιου προϊόντος (σε επίπεδο χονδρικής αγοράς) όσο και μεταξύ παραγωγών ανταγωνιστικών προϊόντων (σε επίπεδο λιανικής αγοράς).

4. Τα συμφέροντα του καταναλωτή εξυπηρετούνται καλύτερα με την ελεύθερη διαμόρφωση των τελικών τιμών διάθεσης των προϊόντων και υπηρεσιών της κάθε επιχείρησης, ανάλογα με το κόστος και την ποιότητα των προϊόντων της, ανταποκρινόμενη στις προκλήσεις της ελεύθερης αγοράς.

5. Η επιβολή ανώτατων τιμών πώλησης αγαθών δεν αποτελεί εσωτερικό ζήτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού είναι πιθανόν να επηρεαστεί το διασυνοριακό εμπόριο με τη δημιουργία επιπρόσθετου εμποδίου αγοράς.

6. Παρʼ όλο που η νομοθεσία δεν επηρεάζει εξ υπαρχής το δίκαιο του ανταγωνισμού, το αποτέλεσμα της εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας δυνατόν να επιφέρει αποτελέσματα που να παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο και γιʼ αυτό η ΕΠΑ δύναται, εάν κρίνει, κατά περίπτωση, να μην εφαρμόζει την εν λόγω νομοθεσία.

Η τέως επικεφαλής της αντιπροσωπίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο σε επιστολή που απέστειλε στην επιτροπή στις 23 Φεβρουαρίου 2012 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Γ.Δ. Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας) έλαβε το εν λόγω σχέδιο νόμου, στα πλαίσια της Οδηγίας 98/34/ΕΚ. Η διαδικασία κοινοποίησης δυνάμει της εν λόγω Οδηγίας έχει προληπτικό χαρακτήρα, συγκεκριμένα όσον αφορά φραγμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών μεταξύ των κρατών μελών, και παρέχει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αντιδρούν όσον αφορά σχέδια τεχνικών κανόνων, πριν από την έγκρισή τους. Το εν λόγω σχέδιο νόμου, όπως αναφέρεται περαιτέρω στην ίδια επιστολή, καλύπτεται από την έννοια του τεχνικού κανόνα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 της εν λόγω Οδηγίας, και επομένως ορθά κοινοποιήθηκε από τις κυπριακές αρχές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Καταληκτικά, όπως σημειώνεται στην ίδια επιστολή, στο πλαίσιο της διαδικασίας κοινοποίησης της Οδηγίας 98/34/ΕΚ δεν εξετάζεται η συμβατότητα με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη να ελέγχουν τη συμφωνία των σχεδίων εθνικής νομοθεσίας με τους εν λόγω κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο εκπρόσωπος του ΚΕΒΕ δήλωσε ότι διαφωνεί με τον προτεινόμενο νόμο. Επεξηγώντας την τοποθέτησή του, δήλωσε ότι αυτό αποτελεί μια οπισθοδρόμηση και ότι σε όλα τα προϊόντα που καθορίζονται στο σχετικό νομοσχέδιο ο καταναλωτής έχει τεράστιο πεδίο επιλογής από το οποίο μπορεί να επιλέξει. Ο ίδιος εκπρόσωπος αναφέρθηκε στην εφαρμογή του σχεδίου, καθώς επίσης και στους παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν και καθορίζουν την τελική τιμή ενός προϊόντος. Για τους λόγους αυτούς, πρόσθεσε, το υπουργείο δεν μπορεί να αναγκάσει τις επιχειρήσεις να πουλούν τα προϊόντα τους σε συγκεκριμένες τιμές. Καταλήγοντας, δήλωσε ότι πρέπει να αναπτυχθούν τέτοιοι μηχανισμοί και τέτοιες διαδικασίες που να διασφαλίζουν τη λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά.

Ο εκπρόσωπος της ΟΕΒ, τοποθετούμενος επί του συγκεκριμένου θέματος, δήλωσε ότι διαφωνεί με την επιβολή οποιουδήποτε μηχανισμού ελέγχου των τιμών. Δήλωσε χαρακτηριστικά ότι το υπό εξέταση νομοσχέδιο παρεμποδίζει τον υγιή ανταγωνισμό και αποτελεί πισωγύρισμα σε αναχρονιστικές πρακτικές. Πρόσθεσε δε ότι αυτό αποτελεί εμπόδιο στην καινοτομία και στην προώθηση της ποιότητας των προϊόντων, γεγονός το οποίο αναμένεται να επηρεάσει και τους καταναλωτές. Δήλωσε δε καταληκτικά ότι, σε περίπτωση που το νομοσχέδιο αυτό προωθηθεί, η ΟΕΒ θα συμβουλεύσει τα μέλη της να αποταθούν στην ΕΠΑ.

Τόσο ο εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών όσο και ο εκπρόσωπος της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής τάχθηκαν υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών δήλωσε ότι, παρʼ όλο που το νομοσχέδιο δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα στον τομέα αυτό, αποτελεί ένα καλό εργαλείο στα χέρια του αρμόδιου υπουργείου. Ο ίδιος δήλωσε περαιτέρω ότι υποστηρίζει το νομοσχέδιο, στα πλαίσια μιας προσπάθειας να επικρατήσουν σταδιακά οι συνθήκες της ελεύθερης αγοράς.

Τοποθετούμενος επί των προτεινόμενων ρυθμίσεων, ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Συνδέσμου Αρτοποιών δήλωσε ότι η υφιστάμενη αγορά των αρτοποιητικών προϊόντων είναι αρκούντως ανταγωνιστική και ότι, με βάση στατιστική έρευνα της Eurostat που διεξήχθη το 2009, η Κύπρος κατέχει τη 19η θέση αναφορικά με την τιμή πώλησης του άσπρου ψωμιού. Δήλωσε επίσης ότι το κόστος στον τομέα αυτό ανεβαίνει συνεχώς και η κατάσταση για τις επιχειρήσεις αυτές είναι πολύ δύσκολη.

Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε συναφώς στην επιτροπή ο εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Εμφιαλωτών Νερού και τα όσα αναφέρονται σε σχετικό υπόμνημα που κατατέθηκε στην επιτροπή, στην περίπτωση του εμφιαλωμένου νερού υπάρχει σήμερα ελεύθερος ανταγωνισμός και απρόσκοπτη τροφοδοσία από την ευρωπαϊκή αγορά, αφού οι εισαγωγές νερού από το εξωτερικό είναι πλήρως ελευθεροποιημένες. Αυτό αποδεικνύεται, σύμφωνα με τον ίδιο, και από το γεγονός ότι πολλά είδη εμφιαλωμένων νερών που εισάγονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση πωλούνται στην κυπριακή αγορά σε τιμές χαμηλότερες από ό,τι τα αντίστοιχα κυπριακά. Στη γραπτή επιστολή αναφέρεται επιπλέον ότι το εμφιαλωμένο νερό διατίθεται σε υποκατάστατες μορφές, όπως είναι το τρεχούμενο νερό, το νερό το οποίο διανέμεται κατʼ οίκον από τα πλανόδια βυτιοφόρα, οι αυτόματες συσκευές πώλησης νερού που υπάρχουν στους δρόμους, καθώς και η διανομή νερού σε μεγάλες φιάλες. Επιπρόσθετα, στην ίδια επιστολή, αναφέρεται ότι υπάρχουν τόσες διαβαθμίσεις στην ποιότητα του εμφιαλωμένου νερού, γεγονός που θα καθιστούσε την επιβολή ανώτατης τιμής αδύνατη.

Τοποθετούμενος επί των προτεινόμενων ρυθμίσεων, ο εκπρόσωπος του ΠΟΑ δήλωσε συναφώς ότι οι πρόνοιες του νομοσχεδίου δεν μπορούν να εφαρμοστούν ούτε από νομικής ούτε από πρακτικής πλευράς και σημείωσε ότι στο υπό εξέταση νομοσχέδιο δεν καθορίζονται δύο σημαντικοί όροι/παράμετροι που είναι η κοινή γεωργική πολιτική και οι κοινές οργανώσεις αγοράς, αλλά γίνεται απλή αναφορά στους όρους αυτούς χωρίς να υπάρχει σχετικός ορισμός.

Ο εκπρόσωπος της ΣΕΚ δήλωσε πρόσθετα ότι ο ανταγωνισμός που υπάρχει στην Κύπρο είναι από περιορισμένος μέχρι ανύπαρκτος και πρόσθεσε ότι για το γεγονός αυτό υπάρχουν ευθύνες οι οποίες βαρύνουν διαχρονικά όλους. Δήλωσε επίσης ότι, αν η λύση του προβλήματος είναι ο καθορισμός ανώτατων τιμών σε βασικά προϊόντα, τότε το νομοσχέδιο πρέπει να προχωρήσει, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστεί και θα φέρει αποτελέσματα.

Τοποθετούμενος επί του νομοσχεδίου, ο εκπρόσωπος της ΠΕΟ δήλωσε ότι στην κυπριακή αγορά δεν υπάρχει υγιής ανταγωνισμός και γιʼ αυτό τάχθηκε υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο, ο οποίος θα αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια του κράτους για καταπολέμηση της αισχροκέρδειας. Δήλωσε δε καταληκτικά ότι οι εξουσίες που δίνονται στις αρμόδιες αρχές με το εν λόγω νομοσχέδιο πρέπει να χρησιμοποιούνται την κατάλληλη στιγμή και όταν διαπιστώνεται η ύπαρξη αδικαιολόγητων υψηλών τιμών.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας, αφού έλαβε υπόψη της τα πιο πάνω, διαμόρφωσε τις πιο κάτω θέσεις:

1. O πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, καθώς και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν στην ολομέλεια της Βουλής.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις τάσσονται υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου, όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία, σε νόμο, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Καθορισμού Ανωτάτων Τιμών Χονδρικής και Λιανικής Πώλησης σε Ειδικές Περιπτώσεις Νόμος του 2012».

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας υποβάλλει την εν λόγω έκθεση ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής για τη λήψη τελικής απόφασης.

  

 

24 Απριλίου 2012

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων