Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για την πρόταση νόμου «Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2011»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Άριστος Δαμιανού
Γεώργιος Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος
Τάσος Μητσόπουλος Αντώνης Αντωνίου

H πιο πάνω πρόταση νόμου κατατέθηκε στη Βουλή από βουλευτές μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών της απελθούσας Βουλής εκ μέρους των κοινοβουλευτικών τους ομάδων και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από τους βουλευτές κ. Ιωνά Νικολάου, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, Άριστο Δαμιανού, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, Νικόλα Παπαδόπουλο, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, και Νίκο Νικολαΐδη, εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ.

Η ανάγκη για την ετοιμασία νέας ολοκληρωμένης και εκσυγχρονισμένης νομοθεσίας για την παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων προέκυψε στα πλαίσια της συζήτησης συναφούς θέματος, που εξετάστηκε αυτεπάγγελτα από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της απελθούσας Βουλής.

Η συζήτηση που προηγήθηκε είχε ως κατάληξη τη δέσμευση από την επιτροπή και το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όπως αρχίσει άμεσα η προσπάθεια για επεξεργασία κειμένου νέας νομοθεσίας, με τη διαβεβαίωση της επιτροπής ότι θα συνδράμει με κάθε τρόπο στο σημαντικό και επείγον αυτό έργο. Ως αποτέλεσμα της κοινής προσπάθειας ήταν να υιοθετηθεί από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της απελθούσας Βουλής και στη συνέχεια από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προσχέδιο, που επεξεργάστηκε για το σκοπό αυτό ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ. Αλέκος Μαρκίδης, και να κατατεθεί τελικά υπό μορφή πρότασης νόμου στη Βουλή, για να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας με τη συνδρομή όλων των εμπλεκόμενων στο έργο αυτό φορέων.

Ωστόσο, λόγω της λήξης της βουλευτικής περιόδου, η εξέταση της πρότασης νόμου άρχισε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της παρούσας Βουλής, η οποία τη μελέτησε σε αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 29 Ιουνίου 2011 και 16 Μαΐου 2012.

Στα πλαίσια των πιο πάνω συνεδριάσεων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, η Γενική Λογίστρια της Δημοκρατίας, εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Υπουργείου Οικονομικών, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και εκπρόσωποι της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, της Παγκύπριας Συνεργατικής Συνομοσπονδίας και του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου.

Σκοπός της πρότασης νόμου είναι η κατάργηση του υφιστάμενου περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15, του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 2002, καθώς και ορισμένων άλλων νομοθετικών διατάξεων που προνοούν περίοδο παραγραφής και περιλαμβάνονται σε επιμέρους νομοθεσίες και η αντικατάστασή τους με τη θέσπιση ενός σύγχρονου, πλήρως αναθεωρημένου νομοθετήματος, με το οποίο εκσυγχρονίζεται και υιοθετείται ολοκληρωμένο σύστημα παραγραφής απαιτήσεων.

Όπως είναι γνωστό, η εφαρμογή των διατάξεων του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15 έχει ανασταλεί με διαδοχικές τροποποιήσεις του, ώστε να δοθεί ο αναγκαίος χρόνος για εκσυγχρονισμό και αναθεώρησή του. Σημειώνεται ότι η ισχύουσα περίοδος αναστολής της εφαρμογής του εν λόγω νόμου εκπνέει στις 30 Ιουνίου 2012.

Ειδικότερα, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις τίθεται τέρμα στην πολύχρονη αναστολή της εφαρμογής της παραγραφής, που προκαλεί δυσκολίες τόσο στους διαδίκους όσο και στην ομαλή λειτουργία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, η πρόταση νόμου προβλέπει διαφορετικές περιόδους παραγραφής των διάφορων απαιτήσεων, ανάλογα με τη φύση τους, καθώς και λόγους αναστολής ή διακοπής των περιόδων παραγραφής και γενικά αντιμετωπίζει κατά τρόπο λεπτομερή και ολοκληρωμένο τα διάφορα θέματα που αφορούν την παραγραφή απαιτήσεων.

Περαιτέρω, στην πρόταση νόμου περιλαμβάνεται μεταβατική διάταξη η οποία προβλέπει ότι, σε περίπτωση που η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του προτεινόμενου νόμου, θα παρέχεται προθεσμία ενός έτους για την έγερση της αγωγής, έτσι ώστε με τον τρόπο αυτό να διασφαλιστούν οι απαιτήσεις προσώπων που δικαιούνται θεραπεία.

Στα πλαίσια της μελέτης των προνοιών της υπό συζήτησης πρότασης νόμου υποβλήθηκε μεγάλος αριθμός υπομνημάτων από τους εκπροσώπους των εμπλεκόμενων φορέων στα οποία περιλαμβάνονται θέσεις, παρατηρήσεις και απόψεις επί ορισμένων προνοιών της πρότασης νόμου, τις οποίες είχαν την ευκαιρία να επεξηγήσουν και προφορικά ενώπιον της επιτροπής στο στάδιο της μακράς μελέτης της. Οι θέσεις, παρατηρήσεις και απόψεις που εκφράστηκαν από τους πιο πάνω εκπροσώπους, αλλά και από μέλη της επιτροπής αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Τις πρόνοιες που καθορίζουν πολλές και διαφορετικές περιόδους παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων.

2. Την ανάγκη όπως υπάρξει ομοιομορφία στη διατύπωση των προνοιών της νομοθεσίας καθόσον αφορά την έναρξη του χρόνου παραγραφής των διάφορων απαιτήσεων.

3. Την ανάγκη όπως περιληφθούν πρόνοιες που να καλύπτουν με σαφήνεια κάθε τραπεζικό προϊόν, όπως υποθήκη, ενέχυρο, δάνειο και παρατράβηγμα, και να διευκρινίζουν λεπτομερώς πότε γεννιέται το αγώγιμο δικαίωμα σε κάθε περίπτωση.

4. Την πρόνοια σχετικά με τη δυνατότητα έγγραφης παραίτησης από το δικαίωμα προβολής ένστασης παραγραφής και τον προβληματισμό κατά πόσο η παραχώρηση τέτοιας δυνατότητας μπορεί να τύχει κατάχρησης ή/και εκμετάλλευσης.

5. Το ενδεχόμενο συμπερίληψης πρόνοιας σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο θα μπορεί να παρατείνει την προβλεπόμενη, σύμφωνα με την προτεινόμενη νομοθεσία, προθεσμία παραγραφής μέχρι δύο έτη, εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.

Σημειώνεται ότι με την πιο πάνω άποψη διαφώνησε έντονα ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο έρχεται σε αντιδιαστολή με την όλη φιλοσοφία της προτεινόμενης νομοθεσίας. Εξάλλου, όπως επισήμανε ο ίδιος, ενδεχομένως είναι και υπερβολικό, αφού στην προτεινόμενη νομοθεσία ήδη περιλαμβάνεται πρόνοια για άσκηση διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου και λήψη απόφασης για μη εφαρμογή των διατάξεων της παραγραφής, καθώς και πρόνοιες που προβλέπουν μη έναρξη, αναστολή ή διακοπή του χρόνου παραγραφής για ορισμένες περιπτώσεις.

Περαιτέρω, η επιτροπή ζήτησε και έλαβε παρατηρήσεις από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με το περιεχόμενο της πρότασης νόμου, οι οποίες συνοψίζονται κυρίως στα ακόλουθα:

1. Στην πρόταση νόμου προβλέπεται ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει, όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής. Σύμφωνα με τους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου, παραδοσιακά η παραγραφή αρχίζει να υπολογίζεται από τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, γι’ αυτό οι πρόνοιες που παραπέμπουν στη συμπλήρωση της βάσης της αγωγής εγείρουν ενδεχόμενα προβλήματα σε σχέση με το χρονικό σημείο συμπλήρωσης του αγώγιμου δικαιώματος.

2. Αναφορικά με τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής σε σχέση με ανταπαίτηση, η ρύθμιση που προτείνεται διαφοροποιείται από την αντίστοιχη στην υφιστάμενη νομοθεσία, εφόσον η ανταπαίτηση θα λογίζεται ως καταχωρισθείσα την ίδια ημέρα όπως και η αγωγή, αν προέκυψε από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα, ενώ θα θεωρείται ως χωριστή αγωγή και δε θα εγείρεται, αν κατά το χρόνο καταχώρισης της ανταπαίτησης έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής σε σχέση με τη βάση της ανταπαίτησης. Κατά την άποψη των ιδίων, η προτεινόμενη ρύθμιση ενδεχομένως να δημιουργήσει προβλήματα, αν η βάση της ανταπαίτησης εν μέρει σχετίζεται με την αγωγή και εν μέρει όχι.

3. Στην πρόταση νόμου διαλαμβάνεται ότι απαγορεύεται στο δικαστήριο να λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή. Σύμφωνα με τους ιδίους, τέτοια απαγόρευση θα ήταν λανθασμένη, διότι, αν ο εναγόμενος δεν εγείρει τέτοιο ζήτημα, αλλά εμφανώς παρουσιάζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί, το δικαστήριο δε θα μπορεί να εγείρει τέτοιο ζήτημα.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω απόψεις και προβληματισμούς, καθώς και τις σχετικές εισηγήσεις που τέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε το κείμενο της πρότασης νόμου, ώστε σ’ αυτό να διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει, όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, δηλαδή το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή.

2. Καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο δέκα ετών από τη συμπλήρωση της βάσης της αγωγής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε οποιοδήποτε νόμο.

3. Καμία αγωγή επί ή για ή σε σχέση με υποθήκη ή ενέχυρο δεν εγείρεται μετά την πάροδο δώδεκα ετών από την ημέρα που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής.

4. α. Καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

β. Αν η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη τη σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.

γ. Αν η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής.

5. α. Καμία αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

β. Καμία αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντιάτρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου ή άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

6. Καμία αγωγή επί ή για ή σε σχέση με δικαστική απόφαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο δεκαπέντε ετών από της τελεσιδικίας της απόφασης.

7. Μη έναρξη ή αναστολή ή διακοπή του χρόνου παραγραφής σε ορισμένες περιπτώσεις.

8. Για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου παραγραφής σε σχέση με ανταπαίτηση, η ανταπαίτηση λογίζεται ότι καταχωρίζεται την ίδια ημέρα όπως και η αγωγή, αν η βάση της ανταπαίτησης προέκυψε από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα με αυτά της αγωγής. Διαφορετικά, θα θεωρείται χωριστή αγωγή και δε θα εγείρεται, αν κατά το χρόνο της καταχώρισης της ανταπαίτησης έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής σε σχέση με τη βάση της ανταπαίτησης.

9. Διαγραφή της πρόνοιας για παραίτηση από το δικαίωμα προβολής ένστασης παραγραφής.

10. Μη αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο της παραγραφής δικαιώματος έγερσης αγωγής.

11. Η δυνατότητα του δικαστηρίου να επεκτείνει τον προβλεπόμενο, σύμφωνα με την προτεινόμενη νομοθεσία, χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη, εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.

12. Μη εφαρμογή της προτεινόμενης νομοθεσίας σε υποχρεώσεις ή δικαιώματα δημόσιου δικαίου.

13. Καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του προτεινόμενου νόμου, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την εν λόγω ημερομηνία.

14. Έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου από την 1η Ιουλίου 2012 και από την εν λόγω ημερομηνία κατάργηση του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15, του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 2002, καθώς και ορισμένων διατάξεων που προνοούν περίοδο παραγραφής και περιλαμβάνονται σε επιμέρους νομοθεσίες.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή επέφερε στο διαμορφωμένο κείμενο της πρότασης νόμου περαιτέρω τροποποιήσεις με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών του, καθώς και τη βελτίωσή του από νομοτεχνικής άποψης.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση της πρότασης νόμου σε νόμο όπως αυτή έχει τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος της, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012».

 

22 Μαΐου 2012

 

 

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων