Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Φόρων Κατανάλωσης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012»

Παρόντες:

Άγγελος Βότσης, αναπλ. πρόεδρος Γιάννος Λαμάρης
Αβέρωφ Νεοφύτου Πάμπος Παπαγεωργίου
Μάριος Μαυρίδης Νίκος Νικολαΐδης
Χάρης Γεωργιάδης Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε αυθημερόν το πιο πάνω νομοσχέδιο, το οποίο κατατέθηκε στη σημερινή συνεδρία της ολομέλειας του σώματος και κηρύχθηκε επείγον. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκε και παρευρέθηκε ο διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση της βασικής νομοθεσίας για το φόρο κατανάλωσης, έτσι ώστε να αυξηθεί ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης με τον οποίο επιβαρύνονται τα καπνά για στρίψιμο τσιγάρων, αλλά και για να υιοθετηθούν ορισμένες πρόσθετες ρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την εν λόγω νομοθεσία.

Ειδικότερα, με την προτεινόμενη νομοθεσία προτείνονται τα ακόλουθα:

1. Η υποχρεωτική αναγραφή της ανώτερης τιμής λιανικής πώλησης επί της εκάστοτε μικρότερης συσκευασίας στην οποία διατίθενται στους καταναλωτές τα τσιγάρα και η ποινικοποίηση της πώλησης τσιγάρων σε τιμές μεγαλύτερες των αναγραφομένων, καθώς και η παραχώρηση δυνατότητας στο διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων να επιβάλλει, κατά την κρίση του, περιορισμούς στις ποσότητες των βιομηχανοποιημένων καπνών που τίθενται σε ανάλωση κατά την περίοδο πριν από την αύξηση της φορολογίας στα προϊόντα αυτά.

2. Η αύξηση του συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης με τον οποίο επιβαρύνονται τα καπνά για στρίψιμο τσιγάρων και τα άλλα καπνά για κάπνισμα από €60/χιλιόγραμμο στα €120/χιλιόγραμμο, με στόχο να καταστεί πιο δίκαιη και ισορροπημένη η επιβάρυνση των βιομηχανοποιημένων καπνών, τα οποία ικανοποιούν την ίδια ανάγκη.

3. Ο καθορισμός ανώτατου ποσού ειδικού φόρου κατανάλωσης που μπορεί να επιστραφεί στις περιπτώσεις καταστροφής λόγω υπερβολικής ξηρότητας βιομηχανοποιημένων καπνών που έχουν τεθεί σε ανάλωση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, αναφορικά με τον πρώτο σκοπό του νομοσχεδίου, με βάση τις διατάξεις της υφιστάμενης νομοθεσίας, οι καπνοβιομήχανοι ή οι αντιπρόσωποι ή οι εντολοδόχοι αυτών στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες οφείλουν να ενημερώνουν το Τμήμα Τελωνείων για τα είδη των τσιγάρων που διαθέτουν στην εγχώρια αγορά, καθώς και για τις ανώτερες τιμές λιανικής πώλησής τους. Συναφώς, το Τμήμα Τελωνείων έχει καταρτίσει σχετικό κατάλογο, τον οποίο ενημερώνει κάθε φορά που υπάρχουν αλλαγές και τον κοινοποιεί μόνο στο τελωνειακό προσωπικό, έτσι ώστε να ελέγχεται ότι έχουν υπολογιστεί και καταβληθεί οι ορθοί φόροι κατανάλωσης, σύμφωνα με τις τιμές που έχουν δηλωθεί.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα διαθέτουν τα προϊόντα τους στο λιανικό εμπόριο μέσω των αδειούχων λιανοπωλητών, όπως οι περιπτεριούχοι, οι υπεραγορές και άλλα σημεία λιανικής πώλησης. Παρ’ όλο που η βάση για την επιβολή και τον υπολογισμό του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα τσιγάρα είναι η ανώτερη τιμή λιανικής πώλησης προς τους καταναλωτές, δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση με την οποία να διασφαλίζεται ότι οι υπό αναφορά λιανοπωλητές θα διαθέτουν τα τσιγάρα στις τιμές που έχουν δηλωθεί από τους καπνέμπορους, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο ανάλογος φόρος κατανάλωσης, αλλά ούτε μπορεί να διασφαλισθεί ότι οι καταναλωτές θα αγοράζουν τα τσιγάρα από τους λιανοπωλητές στην τιμή που έχει δηλωθεί από τους καπνέμπορους.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, έχει παρατηρηθεί ότι αρκετοί λιανοπωλητές διαθέτουν τα τσιγάρα σε πιο ψηλές τιμές από αυτές που έχουν δηλωθεί από τους καπνοβιομήχανους ή γενικότερα τους καπνέμπορους, ενώ κατά την περίοδο πριν από την τελευταία αύξηση των συντελεστών ειδικού φόρου κατανάλωσης για τα καπνικά προϊόντα, το Δεκέμβριο του 2010, παρατηρήθηκε το φαινόμενο αρκετοί λιανοπωλητές να προσφέρουν στις νέες αυξημένες τιμές τσιγάρα τα οποία είχαν προμηθευτεί πριν από την αύξηση του φόρου. Συναφώς, κρίνεται χρήσιμο όπως ρυθμιστεί νομοθετικά η αναγκαστική αναγραφή της ανώτερης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων στις εκάστοτε μικρότερες συσκευασίες στις οποίες διατίθενται τα τσιγάρα στους καταναλωτές, καθώς και η ποινικοποίηση της διάθεσης των τσιγάρων σε τιμές ψηλότερες των αναγραφομένων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, η ρύθμιση για αναγκαστική αναγραφή της ανώτερης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων έχει ζητηθεί και από τους κυριότερους καπνέμπορους, καθότι με την πώληση από τους λιανοπωλητές τσιγάρων σε ψηλότερες τιμές από αυτές που έχουν δηλώσει καταστρατηγείται η τιμολογιακή πολιτική τους και επιπλέον με την εμπλοκή και των λιανοπωλητών δημιουργείται στρέβλωση στον ανταγωνισμό στον τομέα αυτό του εμπορίου. Επιπρόσθετα, με την αναγραφή της ανώτερης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων προστατεύεται και ο καταναλωτής, αλλά ενδεχομένως διασφαλίζονται και τα δημόσια έσοδα, καθότι με τη ρύθμιση αυτή αποκλείεται το ενδεχόμενο συνεννόησης μεταξύ των καπνεμπόρων και των λιανοπωλητών.

Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι σε δεκαεπτά χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγράφεται είτε ο φόρος κατανάλωσης που έχει πληρωθεί είτε η ανώτερη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων στα πακέτα ή στις φορολογικές ταινίες που είναι επικολλημένες στα πακέτα των τσιγάρων.

Αναφορικά με το δεύτερο σκοπό του νομοσχεδίου, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί, μετά την αύξηση των συντελεστών του ειδικού φόρου κατανάλωσης με τους οποίους επιβαρύνονται τα καπνικά προϊόντα, από τις 10 Δεκεμβρίου 2010, η εγχώρια κατανάλωση τσιγάρων παρουσιάζει συνολική μείωση της τάξης του 11,21% (10 809 403 πακέτα των 20 τεμαχίων), ενώ η αντίστοιχη εγχώρια κατανάλωση καπνού (καπνός για στρίψιμο τσιγάρων και άλλα καπνά για κάπνισμα) παρουσιάζει ετήσια αύξηση ύψους 10,06% (26 846 κιλά).

Με βάση τα στοιχεία που κατατέθηκαν, εξάγεται το συμπέρασμα ότι, παρ’ όλο που ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης για τον καπνό για στρίψιμο τσιγάρων αυξήθηκε από €34,17/κιλό στα €60/κιλό, η κατανάλωση καπνού έχει σημειώσει σημαντική αύξηση, καθότι αυξήθηκε σημαντικά ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης με τον οποίο επιβαρύνονται τα τσιγάρα.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι:

1. τα καπνά για στρίψιμο τσιγάρων και τα άλλα καπνά για κάπνισμα είναι υποκατάστατο των τσιγάρων,

2. ο φόρος €60/κιλό με τον οποίο επιβαρύνονται τα καπνά είναι σημαντικά χαμηλότερος από το φόρο με τον οποίο επιβαρύνονται τα τσιγάρα (ελάχιστος φόρος €2,20/20 τσιγάρα) και

3. με ένα κιλό καπνού κατασκευάζονται κατά μέσο όρο 1 300 στριφτά τσιγάρα και κατ’ επέκταση 20 στριφτά τσιγάρα επιβαρύνονται με φόρο κατανάλωσης €0,902 μόνο, γεγονός που αποτελεί στρέβλωση στην εμπορία καπνικών προϊόντων,

γίνεται εισήγηση για νομοθετική ρύθμιση, ώστε να αυξηθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης για τα καπνά για στρίψιμο τσιγάρων και τα άλλα καπνά για κάπνισμα από €60/κιλό στα €120/κιλό, έτσι ώστε να πλησιάσει το φόρο με τον οποίο επιβαρύνονται τα τσιγάρα. Ως αποτέλεσμα, ο φόρος με τον οποίο θα επιβαρύνονται τα στριφτά τσιγάρα θα διαμορφωθεί στα €1,85/20 τσιγάρα και θα πλησιάσει (αν και θα παραμείνει χαμηλότερος) τον ελάχιστο φόρο των τσιγάρων, που είναι €2,20/20 τσιγάρα.

Η εν λόγω αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καπνά για στρίψιμο τσιγάρων και τα άλλα καπνά για κάπνισμα αναμένεται ότι θα αποφέρει στο κράτος πρόσθετα ετήσια έσοδα της τάξης των €20 εκατομ. περίπου, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ. Σύμφωνα με δηλώσεις του κυβερνητικού αρμοδίου ενώπιον της επιτροπής, τα έσοδα από την επιβολή της εν λόγω φορολογίας στα προβλεπόμενα καπνικά προϊόντα θα κατατίθενται σε ειδικό ταμείο, με σκοπό να επιστρέφονται στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, που επιβαρύνονται ιδιαίτερα από τις πρόσφατες αυξήσεις στη διατίμηση του ηλεκτρικού ρεύματος.

Αναφορικά με τον τρίτο σκοπό του νομοσχεδίου, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, οι διατάξεις της υφιστάμενης νομοθεσίας δεν περιλαμβάνουν περιορισμούς ως προς την ποσότητα ή το ύψος του συνολικού ποσού του φόρου κατανάλωσης που μπορεί να επιστραφεί στις περιπτώσεις καταστροφής λόγω υπερβολικής ξηρότητας βιομηχανοποιημένων καπνών. Η έλλειψη καθορισμού ανώτατου ποσού του φόρου που μπορεί να επιστραφεί δημιουργεί πρόβλημα τόσο ως προς την πρόβλεψη για την είσπραξη φόρων κατανάλωσης από τα καπνικά προϊόντα όσο και ως προς τον έλεγχο μεγάλων ποσοτήτων καπνικών προϊόντων, που γίνεται, για να διαπιστωθεί ότι όντως είναι οι ποσότητες για τις οποίες έχουν εισπραχθεί οι αναλογούντες φόροι κατανάλωσης.

Με στόχο να ρυθμιστεί η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων αποτελεσματικά, ώστε να διασφαλίζονται τα δημόσια έσοδα, αλλά και να αποφεύγονται ενδεχόμενες στρεβλώσεις στον τομέα της εμπορίας των καπνικών προϊόντων με τη δημιουργία στατιστικών στοιχείων που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (παραδείγματος χάριν σκόπιμη παρουσίαση μεγάλων ποσοτήτων καπνικών προϊόντων τα οποία τέθηκαν σε ανάλωση στο εσωτερικό της Δημοκρατίας), γίνεται εισήγηση για συμπερίληψη πρόνοιας σύμφωνα με την οποία θα καθορίζεται ανώτατο ποσό ειδικού φόρου κατανάλωσης που μπορεί να επιστραφεί κατά τη διάρκεια ενός έτους, στην περίπτωση καταστροφής των προϊόντων, ίσο με το μέσο μηνιαίο όρο των ποσοτήτων ανά κατηγορία βιομηχανοποιημένων καπνών που τίθενται σε ανάλωση αυξημένο κατά 10%.

Για σκοπούς τελικής τοποθέτησης όλων των πλευρών που εκπροσωπούνται στην επιτροπή, σημειώνεται ότι ο διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων, εκ μέρους του Υπουργού Οικονομικών, δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι τα έσοδα από την προτεινόμενη αύξηση του συντελεστή ειδικής φορολογίας επί των αναφερόμενων καπνικών προϊόντων, τα οποία υπολογίζονται γύρω στα €20 εκατομ., θα κατατίθενται σε ειδικό ταμείο και θα επιστρέφονται υπό τη μορφή αντισταθμιστικών μέτρων στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, που επιβαρύνονται από τις πρόσφατες αυξήσεις στη διατίμηση του ηλεκτρικού ρεύματος.

Επιπροσθέτως των πιο πάνω, σημειώνεται ότι στο στάδιο της όλης συζήτησης το μέλος της επιτροπής βουλευτής κ. Αβέρωφ Νεοφύτου έθεσε ενώπιον των αρμοδίων την ανάγκη περαιτέρω τροποποίησης του νομοσχεδίου, ώστε ο αναλογικός φόρος ο οποίος επιβάλλεται επί της τελικής λιανικής τιμής πώλησης συσκευασμένων τσιγάρων σε ποσοστό 40% να διαμορφωθεί κατά τρόπο που η τελική επιβάρυνση που θα υπόκειται ο καταναλωτής από την αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ από 15% σε 17% να μην υπερβαίνει το 2%. Σε αντίθετη περίπτωση, επειδή ο αναλογικός φόρος, ύψους 40%, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, επιβάλλεται επί της τελικής λιανικής τιμής πώλησης, αφού προηγηθεί η επιβολή του εκάστοτε ισχύοντος συντελεστή ΦΠΑ, η εν λόγω τιμή πώλησης μετά την επιβολή του αναλογικού φόρου ουσιαστικά θα ξεπεράσει την αύξηση του 2%, που επέρχεται με την αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ από 15% σε 17%, γεγονός που αποτελεί στρέβλωση.

Η επιτροπή, αφού συζήτησε την τεθείσα εισήγηση αποφάσισε να μην προχωρήσει σε οποιαδήποτε τροποποίηση του νομοσχεδίου, καθότι, σύμφωνα με το διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, το θέμα συζητήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών και τους επηρεαζόμενους καπνοβιομήχανους, οι οποίοι δεσμεύτηκαν να απορροφήσουν οι ίδιοι το ποσοστό της επιπλέον επιβάρυνσης που θα προκύψει από την αύξηση του επιβλητέου συντελεστή ΦΠΑ από 15% σε 17%, σε συνάρτηση με την επιβολή του αναλογικού φόρου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού διεξήλθε τις επιμέρους πρόνοιες του νομοσχεδίου και έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

 

1η Μαρτίου 2012

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων