Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Νομικής Αρωγής (Τροποποιητικός) Νόμος του 2011»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Γιώργος Γεωργίου
Τάσος Μητσόπουλος Νικόλας Παπαδόπουλος
Άριστος Δαμιανού Αντώνης Αντωνίου
Γιώργος Λουκαΐδης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ της 11ης Ιανουαρίου και της 1ης Φεβρουαρίου 2012. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Υπουργείου Εσωτερικών, του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του ίδιου υπουργείου, του Υπουργείου Οικονομικών, των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της αστυνομίας, η Επίτροπος Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, εκπρόσωποι της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ), του Ερυθρού Σταυρού, του Mediterranean Institute of Gender Studies και της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος και η Αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις πιο πάνω συνεδριάσεις.

Σκοπός του υπό συζήτηση νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, ώστε να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο η παράγραφος 4 του άρθρου 13 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών με τη θέσπιση νομικού πλαισίου για τις διαδικασίες χορήγησης νομικής αρωγής.

Ειδικότερα, στο εν λόγω νομοσχέδιο διαλαμβάνονται πρόνοιες που αφορούν κυρίως τα ακόλουθα:

1. Τη χορήγηση, υπό προϋποθέσεις, δωρεάν νομικής αρωγής σε παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος ασκεί, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, προσφυγή ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά απόφασης επιστροφής, απόφασης απομάκρυνσης ή απόφασης απαγόρευσης εισόδου η οποία τον αφορά και εκδίδεται σύμφωνα με τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο.

2. Τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να υποβληθεί αίτηση για νομική αρωγή. Συγκεκριμένα, καθορίζονται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

α. Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης ούτε άλλο ένδικο μέσο.

β. Είναι πιθανόν να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής.

Επιπρόσθετα, στο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται πρόνοιες με βάση τις οποίες θα εφαρμόζονται και για τον παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτης χώρας οι προβλεπόμενοι ήδη στην ισχύουσα νομοθεσία όροι, στους οποίους υπόκειται η χορήγηση δωρεάν νομικής αρωγής σε άλλες κατηγορίες προσώπων, όπως οι αιτητές ασύλου και οι πρόσφυγες, και οι οποίοι αφορούν την οικονομική κατάσταση του αιτητή και τον τρόπο επιλογής δικηγόρου. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Οδηγία επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επιλέξουν οποιουσδήποτε ή όλους από τους πιο πάνω αναφερόμενους όρους και προϋποθέσεις που περιορίζουν το δικαίωμα της νομικής αρωγής στην υπό ρύθμιση περίπτωση.

Σημειώνεται επίσης ότι οι διατάξεις της πιο πάνω Οδηγίας που δεν περιλαμβάνονται στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο έχουν ήδη μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη με τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικό) Νόμο του 2011 [Ν.153(Ι)/2011], ο οποίος ψηφίστηκε από την ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 24 Νοεμβρίου 2011.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η Κύπρος όφειλε να εναρμονιστεί με τις πρόνοιες της εν λόγω Οδηγίας μέχρι την 24η Δεκεμβρίου 2010 και έλαβε σχετική αιτιολογημένη γνώμη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για παράβαση του κοινοτικού δικαίου λόγω της μη θέσπισης νομοθετικών και διοικητικών μέτρων για εναρμόνιση με τις πρόνοιες της εν λόγω Οδηγίας.

Στο στάδιο της μελέτης των προνοιών του υπό συζήτηση νομοσχεδίου την επιτροπή απασχόλησαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω ζητήματα:

1. Η περίληψη στο νομοσχέδιο πρόνοιας που να εναρμονίζει το εθνικό δίκαιο με το άρθρο 5 της Οδηγίας, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων παραγόντων, και τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού.

Η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού συμφώνησε σε γενικές γραμμές με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου, εξέφρασε όμως την άποψη ότι πρέπει να περιληφθεί στο νομοσχέδιο εναρμονιστική πρόνοια που να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 5 της Οδηγίας. Παρά το γεγονός ότι σχετική πρόνοια έχει ήδη περιληφθεί στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικό) Νόμο του 2011, η επίτροπος υποστήριξε ότι το εν λόγω άρθρο τυγχάνει εφαρμογής και στις διαδικασίες χορήγησης νομικής αρωγής και ως εκ τούτου το υπό συζήτηση νομοσχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει σχετική πρόνοια, ώστε τα δικαστήρια της Δημοκρατίας να λαμβάνουν υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας συμφώνησε με την πιο πάνω άποψη της επιτρόπου και κατέθεσε στην επιτροπή αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου, στο οποίο ενσωμάτωσε σχετική πρόνοια.

2. Οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο νομοσχέδιο για τη διεκδίκηση του δικαιώματος νομικής αρωγής.

Οι εκπρόσωποι της ΚΙΣΑ και της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες αναφέρθηκαν στην εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας για νομική αρωγή σε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, η οποία περιλαμβάνει ανάλογες προϋποθέσεις, και εξέφρασαν την άποψη ότι η διαδικασία και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο θα έχουν ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση του δικαιώματος νομικής αρωγής που προβλέπεται στην Οδηγία, αφού, σύμφωνα με τους ιδίους, δεν είναι πρακτικά δυνατό για ένα αλλοδαπό να αποδείξει την πιθανότητα επιτυχούς έκβασης της προσφυγής του. Οι ίδιοι εισηγήθηκαν τη διεύρυνση του δικαιώματος χορήγησης νομικής αρωγής που προβλέπεται στο νομοσχέδιο με την απάλειψη των προϋποθέσεων που το περιορίζουν.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ενημέρωσε την επιτροπή ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην απόφασή του στην υπόθεση C-279/09 εξέτασε, μεταξύ άλλων, κατά πόσο οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος υποβάλλει το δικαίωμα νομικής αρωγής είναι συμβατές με το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της απρόσκοπτης πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Στην εν λόγω υπόθεση το ΔΕΕ αποφάνθηκε πως η υπαγωγή της νομικής αρωγής σε προϋποθέσεις που αφορούν την οικονομική κατάσταση του διαδίκου ή την πιθανολογούμενη νίκη του στο πλαίσιο της δίκης είναι συμβατή με το προαναφερόμενο ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο χορηγείται από το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ίδια απόφαση το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι με την άποψη αυτή συμφωνεί και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων όσον αφορά το αντίστοιχο δικαίωμα του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο σημειώνεται ότι αντιστοιχεί στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Ο ίδιος εκπρόσωπος κατέληξε ότι η προϋπόθεση πιθανολογούμενης θετικής δικαστικής απόφασης όχι μόνο επιτρέπεται ρητά από την παράγραφο 4 του άρθρου 13 της Οδηγίας, αλλά είναι και συμβατή με τις συνταγματικές και διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας ως προς την τήρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Ο ίδιος εκπρόσωπος διαφώνησε με τη δήλωση του εκπροσώπου της ΚΙΣΑ ότι στις υφιστάμενες διαδικασίες νομικής αρωγής αναφορικά με πρόσφυγες ή αιτούντες άσυλο και στις ανάλογες διαδικασίες που καθορίζονται με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο ο αιτητής νομικής αρωγής πρέπει να αποδείξει πιθανότητα επιτυχούς έκβασης της αίτησής του και επεξήγησε ότι η πλήρωση αυτής της προϋπόθεσης έχει ερμηνευθεί νομολογιακά, έτσι ώστε το δικαστήριο από μόνο του πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα μέσω των διοικητικών φακέλων του δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται από τον αιτητή νομικής αρωγής να αποδείξει οτιδήποτε πριν καταχωρήσει την προσφυγή.

Όσον αφορά τον περιορισμό του δικαιώματος νομικής αρωγής στην πρωτοβάθμια διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα ενημέρωσε την επιτροπή ότι το ΔΕΕ στην απόφασή του στην υπόθεση C-69/10 διευκρίνισε ότι το ευρωπαϊκό κεκτημένο αναφέρεται σε πρωτοβάθμια διαδικασία και, ως εκ τούτου, η Δημοκρατία έχει κάθε δικαίωμα να συμπεριλάβει αυτή την προϋπόθεση στο εθνικό της δίκαιο.

Ο πιο πάνω εκπρόσωπος σημείωσε επίσης το γεγονός ότι τυχόν διεύρυνση του δικαιώματος νομικής αρωγής που προβλέπεται στο νομοσχέδιο θα αποτελεί παραβίαση της αρχής της ισότητας, αφού θα δημιουργηθεί διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι πρόσφυγες ή αιτούντων άσυλο, οι οποίοι πρέπει να τηρούν σχετικές προϋποθέσεις σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, και προσώπων που είναι παρανόμως διαμένοντες υπήκοοι τρίτης χώρας, για τους οποίους δε θα υπάρχουν οποιεσδήποτε από τις προϋποθέσεις αυτές για τη χορήγηση νομικής αρωγής.

Περαιτέρω, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι οποιαδήποτε τροποποίηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο νομοσχέδιο, ώστε να διευρυνθεί το δικαίωμα νομικής αρωγής, θα έχει ως αποτέλεσμα αύξηση του οικονομικού κόστους εφαρμογής της νομοθεσίας και ως εκ τούτου θα συνιστά παράβαση του άρθρου 80 του συντάγματος.

Η επιτροπή, σε συνεργασία με τον εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, επέφερε στο αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου περαιτέρω τροποποιήσεις, με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών του, καθώς και τη βελτίωσή του από νομοτεχνικής άποψης.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως το κείμενό του διαμορφώθηκε στη βάση των πιο πάνω, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Νομικής Αρωγής (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012».

 

 

 

14 Φεβρουαρίου 2012

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων