Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος

Γιώργος Λουκαΐδης

Γεώργιος Γεωργίου

Γιώργος Γεωργίου

Τάσος Μητσόπουλος

Νικόλας Παπαδόπουλος

Άριστος Δαμιανού

Αντώνης Αντωνίου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 18 και 25 Ιανουαρίου και την 1η Φεβρουαρίου 2012. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και ο πρόεδρος της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) Νόμου, ώστε αφενός οι ανακριτές που διορίζονται από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, στο εξής “Αρχή”, να λαμβάνουν αποζημίωση με βάση τις ώρες εργασίας, η οποία θα υπολογίζεται στην αρχική βαθμίδα της μισθολογικής Κλίμακας Α13 της δημόσιας υπηρεσίας και όχι στην αρχική βαθμίδα της μισθολογικής Κλίμακας Α15 που προβλέπει ο πιο πάνω νόμος, και αφετέρου τα έξοδα της Αρχής να περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό της Νομικής Υπηρεσίας με ξεχωριστό τίτλο (item) και όχι στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, η υφιστάμενη νομοθεσία προβλέπει ότι τα έξοδα της Αρχής περιλαμβάνονται στον κρατικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως με ξεχωριστό τίτλο. Σημειώνεται ότι για το έτος 2011 ελέγχων λειτουργός για τον προϋπολογισμό της Αρχής ήταν ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και για το έτος 2010 ήταν λειτουργός που καθορίστηκε από το Υπουργείο Οικονομικών.

Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, ο πρόεδρος της Αρχής εισηγήθηκε την υπαγωγή του προϋπολογισμού της Αρχής ως ξεχωριστού τίτλου στον προϋπολογισμό της Νομικής Υπηρεσίας, για να καταστεί πιο εύρυθμη η λειτουργία της και η διεκπεραίωση των λογιστικών της εργασιών, αλλά και να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία της από την εκτελεστική εξουσία και συγκεκριμένα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, στο οποίο υπάγεται η αστυνομία. Σημειώνεται ότι με την πιο πάνω εισήγηση συμφώνησαν το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας.

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, ο πρόεδρος της Αρχής και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας συμφώνησαν ως προς την ανάγκη καθορισμού ενιαίας πολιτικής για την αποζημίωση που καταβάλλεται στους ποινικούς ανακριτές είτε αυτοί διορίζονται από την Αρχή είτε από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, συμφώνησαν όπως οι ανακριτές λαμβάνουν αποζημίωση με βάση τις ώρες εργασίας τους, η οποία θα υπολογίζεται στην αρχική βαθμίδα της μισθολογικής Κλίμακας Α13 της δημόσιας υπηρεσίας και όχι στην αρχική βαθμίδα της μισθολογικής Κλίμακας Α15 της δημόσιας υπηρεσίας, όπως υπολογίζεται σήμερα με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία.

Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, όταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κατέθεσε σχετική πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο για έγκριση του νομοσχεδίου, το Υπουργικό Συμβούλιο κάλεσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως όπως εξετάσει το ενδεχόμενο τα έξοδα της Αρχής να περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών με ξεχωριστό τίτλο (item) και με ελέγχοντα λειτουργό από το ίδιο υπουργείο. Για το σκοπό αυτό το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ζήτησε τις απόψεις του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο έκρινε ότι είναι προσφορότερο ο προϋπολογισμός της Αρχής να υπάγεται ως ξεχωριστή υποδιαίρεση στον προϋπολογισμό της Νομικής Υπηρεσίας, όπως δηλαδή προνοούσε το νομοσχέδιο το οποίο εγκρίθηκε τελικά από το Υπουργικό Συμβούλιο με τη μορφή που κατατέθηκε στη Βουλή.

Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου την επιτροπή απασχόλησε το ύψος της προτεινόμενης κλίμακας για τον υπολογισμό της αποζημίωσης που θα λαμβάνουν οι ποινικοί ανακριτές με βάση τις ώρες εργασίας τους και τέθηκε ο προβληματισμός κατά πόσο θα ήταν σκόπιμο ο υπολογισμός αυτός να γίνεται στη βάση χαμηλότερης κλίμακας από την Α13. Συναφώς, τέθηκε ο προβληματισμός κατά πόσο ασκείται ο απαιτούμενος έλεγχος των ωρών που δαπανώνται από τους ποινικούς ανακριτές για τη διερεύνηση μιας υπόθεσης, καθώς και κατά πόσο έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα καταχρηστικής συμπεριφοράς από ανακριτές.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι το υπουργείο δε θα φέρει ένσταση στο ενδεχόμενο περαιτέρω μείωσης της κλίμακας με βάση την οποία θα υπολογίζεται η αμοιβή των ανακριτών.

Σε σχέση με τον πιο πάνω προβληματισμό, ο πρόεδρος της Αρχής, αφού τόνισε το γεγονός ότι η ίδια η Αρχή εισηγήθηκε να μειωθεί η κλίμακα υπολογισμού της αποζημίωσης των ποινικών ανακριτών από την Κλίμακα Α15 στην Α13, επισήμανε συναφώς ότι η εισήγηση αυτή προέκυψε λόγω της μείωσης του προϋπολογισμού της Αρχής για το έτος 2012. Επιπλέον, ο ίδιος εξέφρασε την ανησυχία πως περαιτέρω μείωση της κλίμακας θα δυσχεράνει τη διεκπεραίωση του έργου της Αρχής προκαλώντας λειτουργικά προβλήματα, αφού ενδέχεται πεπειραμένοι και υψηλόβαθμοι πρώην αστυνομικοί, καθώς και δικηγόροι να μην ενδιαφέρονται να αναλάβουν τέτοια καθήκοντα ανακριτή.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δήλωσε ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες και τις θέσεις του προέδρου της Αρχής και παράλληλα τόνισε πως πρέπει να εφαρμοστεί η ίδια πρακτική για όλους τους ποινικούς ανακριτές.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την ανησυχία που εκφράστηκε για τυχόν δυσλειτουργία της Αρχής ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε περαιτέρω μείωσης στην αποζημίωση των ποινικών ανακριτών, πέραν αυτής που προτείνεται στο νομοσχέδιο, κατέληξε μεν να μην εισηγηθεί τέτοια επιπρόσθετη μείωση, αλλά διατύπωσε έντονα την άποψη ότι, προς αποφυγή καταχρήσεων στο θέμα αυτό, επιβάλλεται από τον πρόεδρο της Αρχής ενδελεχής έλεγχος του χρόνου εργασίας που δαπανάται για τη διεκπεραίωση κάθε ανάκρισης από ποινικό ανακριτή. Συναφώς, η επιτροπή κάλεσε τον πρόεδρο της Αρχής, σε περίπτωση που κατά τον ενδεικνυόμενο έλεγχο διαπιστώνει οποιαδήποτε κατάχρηση του χρόνου αυτού, να περικόπτει χωρίς δισταγμό ποσά που δεν ανταποκρίνονται στον απαιτούμενο παραγωγικό χρόνο εργασίας για τη διεκπεραίωση κάθε υπόθεσης.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία.

 

7 Φεβρουαρίου 2012

 

 

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων