Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών για τα νομοσχέδια του επισυνημμένου παραρτήματος

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Γεώργιος Προκοπίου
Σωτήρης Σαμψών Άγγελος Βότσης
Πάμπος Παπαγεωργίου Φειδίας Σαρίκας
Άριστος Δαμιανού Γιώργος Περδίκης
Ειρήνη Χαραλαμπίδου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών μελέτησε τα νομοσχέδια του επισυνημμένου παραρτήματος σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 8 και στις 29 Νοεμβρίου 2011. Σημειώνεται ότι τα εν λόγω νομοσχέδια κατατέθηκαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 6 Οκτωβρίου 2011. Στο στάδιο της εξέτασης των υπό αναφορά νομοσχεδίων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Άμυνας, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, η Γενική Λογιστής της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ο Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου και εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του ΕΤΕΚ. Η ΟΕΒ και το ΚΕΒΕ, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής, το ΚΕΒΕ κοινοποίησε όμως γραπτώς τις θέσεις του.

Σκοπός των τεσσάρων νόμων που προτείνονται είναι η μεταφορά στην κυπριακή έννομη τάξη των διατάξεων της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης ορισμένων συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, καθώς και την τροποποίηση των Οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ.

Η νέα Οδηγία βασίζεται κατά κύριο λόγο στις πρόνοιες των υφιστάμενων Οδηγιών που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις, δηλαδή της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ και της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ, που αφορά τους οργανισμούς κοινής ωφελείας, με κατώτατα όρια εκείνα που ισχύουν για τους οργανισμούς κοινής ωφελείας. Επιπλέον, η Οδηγία 2009/81/ΕΚ καθορίζει τις δικές της διαδικασίες προσφυγής, που αποτελούν ουσιαστικά μεταφορά των προνοιών της σχετικής Οδηγίας για τις διαδικασίες προσφυγής.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι με σκοπό τη σύγκλιση των εθνικών διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας και με απώτερο στόχο τη σταδιακή διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής αγοράς αμυντικού εξοπλισμού, καθώς και την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησε την Οδηγία 2009/81/ΕΚ. Η εν λόγω Οδηγία, στη βάση των αρχών της διαφάνειας και της ισότιμης και χωρίς διακρίσεις συμμετοχής στη διαδικασία σύναψης συμβάσεων, εισάγει νέους διαδικαστικούς κανόνες προσαρμοσμένους στις ιδιαιτερότητες της αγοράς εξοπλισμών για την άμυνα και την ασφάλεια.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει τα εν λόγω νομοσχέδια, η Οδηγία 2009/81/ΕΚ εφαρμόζεται στις συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο:

1. την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού, περιλαμβανομένων μερών, επιμέρους στοιχείων και/ή συναρμολογημένων τμημάτων, κατασκευαστικών μερών και/ή υποσυγκροτημάτων,

2. την προμήθεια ευαίσθητου εξοπλισμού, περιλαμβανομένων μερών, επιμέρους στοιχείων και/ή συναρμολογημένων τμημάτων, κατασκευαστικών μερών και/ή υποσυγκροτημάτων,

3. έργα, προμήθειες και υπηρεσίες που αφορούν άμεσα στον εξοπλισμό που αναφέρεται στις παραγράφους (α) και (β), για οποιαδήποτε στοιχεία του κύκλου ζωής του,

4. έργα και υπηρεσίες για ειδικούς στρατιωτικούς σκοπούς ή ευαίσθητα έργα και ευαίσθητες υπηρεσίες.

Ειδικότερα, με το πρώτο υπό αναφορά νομοσχέδιο μεταφέρονται στην κυπριακή νομοθεσία οι πρόνοιες της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ, της 13ης Ιουλίου 2009, με τις οποίες καθορίζονται οι διαδικασίες και οι αρχές που εφαρμόζονται για τη σύναψη συμβάσεων στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας.

Συγκεκριμένα, ο προτεινόμενος νόμος, ο οποίος αποτελείται βασικά από έξι μέρη, ορισμένα από τα οποία υποδιαιρούνται σε κεφάλαια, μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

Το Μέρος ΙΙ που αφορά τις “Διατάξεις που εφαρμόζονται στις Συμβάσειςˮ. Ειδικότερα, το μέρος αυτό αποτελείται μεταξύ άλλων από τα ακόλουθα κεφάλαια:

Το Κεφάλαιο Ι - “Γενικές Διατάξειςˮ, το οποίο αποτελείται από τα άρθρα 6 έως 8, που αναφέρει ποιοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις συμβάσεις, καθώς και την υποχρέωση που έχουν οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες που τους έχουν διαβιβάσει οικονομικοί φορείς και τις οποίες αυτοί έχουν χαρακτηρίσει ως “εμπιστευτικέςˮ. Προβλέπει ακόμα ότι οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς δύνανται να έχουν από τους οικονομικούς φορείς απαιτήσεις που αποσκοπούν στην προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών που τους κοινοποιούν κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας υποβολής των προσφορών.

Το Κεφάλαιο ΙΙ - “Κατώτατα Όρια και Μέθοδοι Υπολογισμού της Εκτιμώμενης Αξίαςˮ, το οποίο αποτελείται από τα άρθρα 9 και 10, που καθορίζει τα όρια πέραν των οποίων εφαρμόζεται ο νόμος, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού της αξίας κάθε σύμβασης.

Το Κεφάλαιο ΙΙΙ - “Εξαιρέσεις από το Πεδίο Εφαρμογής και Ειδικά Καθεστώταˮ, το οποίο αποτελείται από τα άρθρα 11 έως 14, που αναφέρει με λεπτομέρεια τις περιπτώσεις για τις οποίες δε θα έχει εφαρμογή ο προτεινόμενος νόμος. Ειδικότερα, ο προτεινόμενος νόμος δε θα έχει εφαρμογή:

1. σε συμβάσεις για τις οποίες ισχύουν διεθνείς κανόνες (άρθρο 12),

2. σε συμβάσεις για τις οποίες απαιτείται η αποκάλυψη πληροφοριών [άρθρο 13(α)],

3. σε συμβάσεις που αφορούν δραστηριότητα συλλογής πληροφοριών [άρθρο 13(β)],

4. σε συμβάσεις συνεργασίας μεταξύ της Δημοκρατίας και ενός άλλου κράτους μέλους [άρθρο 13(γ)],

5. σε συμβάσεις που συνάπτονται σε τρίτες χώρες [άρθρο 13(δ)],

6. σε συμβάσεις που ανατίθενται από μια κυβέρνηση σε άλλη [άρθρο 13(στ)].

Το άρθρο 14 προβλέπει ότι το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να παραχωρεί κατ’ αποκλειστικότητα σε προστατευόμενα εργαστήρια το δικαίωμα συμμετοχής στις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων.

Το Κεφάλαιο V - “Ειδικές Διατάξεις για τα έγγραφα της Σύμβασηςˮ, το οποίο αποτελείται από τα άρθρα 18 έως 24, που αναφέρεται στο περιεχόμενο των εγγράφων της σύμβασης και στον τρόπο ετοιμασίας τους, όπου καθορίζονται με σαφήνεια οι απαιτήσεις της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα σχετικά με την υπεργολαβία, την ασφάλεια πληροφοριών και την ασφάλεια εφοδιασμού. Στα έγγραφα της σύμβασης οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δύνανται να αναφέρουν τον οργανισμό ή τους οργανισμούς από τους οποίους οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες δύνανται να λαμβάνουν πληροφορίες για τις υποχρεώσεις σχετικά με τη φορολογία, την προστασία του περιβάλλοντος, τις διατάξεις περί των συνθηκών και όρων απασχόλησης και των συνθηκών ασφάλειας και υγείας στην εργασία, που ισχύουν στη Δημοκρατία.

Το Κεφάλαιο VI - “Διαδικασίες που Εφαρμόζονται στις Συμβάσειςˮ, το οποίο αποτελείται από τα άρθρα 25 έως 30, που περιγράφει με λεπτομέρεια τις διαδικασίες που μπορεί να υιοθετήσει κάθε αναθέτουσα αρχή ή αναθέτων φορέας με στόχο τη σύναψη σύμβασης, όπως η κλειστή διαδικασία, η διαδικασία με διαπραγμάτευση και η διαδικασία με ανταγωνιστικό διάλογο. Αναφέρεται επίσης η δυνατότητα σύναψης συμφωνιών-πλαίσιο.

Το Κεφάλαιο VII - “Κανόνες Δημοσιότητας και Διαφάνειαςˮ, το οποίο χωρίζεται σε πέντε τμήματα που καλύπτονται από τα άρθρα 31 έως 38, που περιγράφει με λεπτομέρεια τη διαδικασία δημοσίευσης και τον τρόπο σύνταξης των προκηρύξεων και ανακοινώσεων και καθορίζει με σαφήνεια τις προθεσμίες για την υποβολή των προσφορών και την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής. Για ευνόητους λόγους καθορίζει επίσης το περιεχόμενο και τους τρόπους διαβίβασης πληροφοριών, στις περιπτώσεις που επιλέγεται η εφαρμογή της διαδικασίας με διαπραγμάτευση ή του ανταγωνιστικού διαλόγου. Επιπλέον, καταγράφονται κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται στις επικοινωνίες μεταξύ των αναθετουσών αρχών και των οικονομικών φορέων, καθώς και το περιεχόμενο των τηρούμενων πρακτικών.

Το Κεφάλαιο VIII - “Διεξαγωγή της Διαδικασίαςˮ, το οποίο χωρίζεται σε τρία τμήματα που καλύπτονται από τα άρθρα 39 έως 50, που καθορίζει τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι προσφέροντες, για να μπορούν να διεκδικήσουν την ανάθεση της σύμβασης και επεξηγεί τη διαδικασία που ακολουθείται μέχρι την ανάθεση της σύμβασης.

Το Μέρος ΙΙΙ που αφορά τις “Διατάξεις που Εφαρμόζονται σχετικά με την Υπεργολαβίαˮ. Το μέρος αυτό αποτελείται από τα ακόλουθα δύο κεφάλαια:

Το Κεφάλαιο Ι - “Υπεργολαβίες που Ανατίθενται από Ανάδοχους οι Οποίοι δεν είναι Αναθέτουσες Αρχές ή Αναθέτοντες Φορείςˮ, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος επιλογής των υπεργολάβων. Ουσιαστικά, εφόσον η αξία της σύμβασης υπερβαίνει τα κατώτατα όρια, ο ανάδοχος υποχρεούται να δημοσιεύσει προκήρυξη της σύμβασης, όπου καθορίζονται και τα κριτήρια επιλογής του υπεργολάβου.

Το Κεφάλαιο ΙΙ - “Υπεργολαβίες που Ανατίθενται από Ανάδοχους οι Οποίοι είναι Αναθέτουσες Αρχές ή Αναθέτοντες Φορείςˮ, το οποίο προβλέπει ότι, όταν οι ανάδοχοι είναι αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς και αναθέτουν συμβάσεις υπεργολαβίας, συμμορφώνονται προς τις διατάξεις περί κύριων συμβάσεων που προβλέπονται στο νόμο.

Ειδικότερα, με το δεύτερο υπό αναφορά νομοσχέδιο τροποποιείται ο περί Διαδικασιών Προσφυγής Νόμος [Ν.104(Ι)/2010] για σκοπούς μεταφοράς σε αυτόν των διατάξεων των άρθρων 55 μέχρι 64 της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ. Τα εν λόγω άρθρα της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ καθορίζουν ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων προς τις υποχρεώσεις περί διαφάνειας και ανταγωνισμού μέσω ενός αποτελεσματικού συστήματος προσφυγής το οποίο να βασίζεται στο σύστημα προσφυγής που παρέχουν οι Οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ, οι διατάξεις των οποίων έχουν ενσωματωθεί στο Νόμο αρ. 104(Ι) του 2010. Με δεδομένο ότι το σύστημα προσφυγής που επιβάλλει η Οδηγία 2009/81/ΕΚ για τις συμβάσεις στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας είναι πανομοιότυπο με το σύστημα προσφυγής που επιβάλλουν οι Οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ, κρίθηκε κατάλληλο να τροποποιηθεί ο Νόμος αρ. 104(Ι) του 2010, έτσι ώστε να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του, για να καλύπτει και τις συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, οι οποίες εμπίπτουν στις διατάξεις του νομοσχεδίου «Ο περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Ορισμένων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Παροχής Υπηρεσιών που Συνάπτονται από Αναθέτουσες Αρχές ή Αναθέτοντες Φορείς στους Τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2011».

Το τρίτο και το τέταρτο νομοσχέδιο τροποποιούν με συγκεκριμένη διάταξη το καθένα, όπως ορίζεται στα άρθρα 70 και 71 της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ, τους Νόμους αρ. 11(Ι) του 2006 και 12(Ι) του 2006 για τις δημόσιες συμβάσεις. Ειδικότερα, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις καθορίζεται ότι ο Νόμος αρ. 11(Ι) του 2006 ή ο Νόμος αρ. 12(Ι) του 2006, ανάλογα με την περίπτωση, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας και οι οποίες είτε εμπίπτουν είτε εξαιρούνται δυνάμει συγκεκριμένων άρθρων από το πεδίο εφαρμογής του περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Ορισμένων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Παροχής Υπηρεσιών στους Τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2011.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι ο σκοπός των προτεινόμενων νομοθεσιών είναι η δημιουργία ευρωπαϊκής αγοράς αμυντικού εξοπλισμού με στόχο την κάλυψη των ελλείψεων του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και με σκοπό τη δημιουργία ενός νομικού μέσου προσαρμοσμένου στις ιδιαιτερότητες των αγορών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας που ορίζονται ως ευαίσθητοι και για τους οποίους η σύναψη συμβάσεων περιλαμβάνει ειδικές απαιτήσεις και προληπτικά μέτρα. Παράλληλα, διασφαλίζονται τόσο η εφαρμογή των αρχών της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και η συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων των αγορών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, όπως είναι εκείνοι που αφορούν την ασφάλεια των πληροφοριών, την ασφάλεια του εφοδιασμού και την απαραίτητη ευελιξία των διαδικασιών.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 72 της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ, προβλέπεται ότι το αργότερο μέχρι την 21η Αυγούστου 2011 τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες, για να συμμορφωθούν με την υπό αναφορά Οδηγία, και να ανακοινώσουν αμέσως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών.

Σύμφωνα με τις αιτιολογικές εκθέσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω νομοσχέδια, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι με το πρώτο νομοσχέδιο μεταφέρεται στην κυπριακή νομοθεσία η Οδηγία 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης ορισμένων συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, καθώς και την τροποποίηση των Οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 55 μέχρι 64 της εν λόγω Οδηγίας, οι οποίες μεταφέρονται στην κυπριακή νομοθεσία με νόμο που τροποποιεί τον περί των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα της Σύναψης των Δημοσίων Συμβάσεων Νόμο του 2010 [Ν. 104(Ι) του 2010].

Με το δεύτερο νομοσχέδιο τροποποιείται ο περί των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα της Σύναψης των Δημοσίων Συμβάσεων Νόμος του 2010 [Ν. 104(Ι)/ 2010] για σκοπούς μεταφοράς σε αυτόν των διατάξεων των άρθρων 55 μέχρι 64 της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ, η οποία αφορά στο συντονισμό των διαδικασιών σύναψης ορισμένων συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. Τα άρθρα 55 μέχρι 64 της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ καθορίζουν ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων προς τις υποχρεώσεις περί διαφάνειας και ανταγωνισμού μέσω ενός αποτελεσματικού συστήματος προσφυγής.

Συνεπώς, κρίθηκε κατάλληλο να τροποποιηθεί ο Νόμος αρ. 104(Ι) του 2010, έτσι ώστε να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του, για να καλύπτει και τις συμβάσεις που συνάπτονται στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, οι οποίες εμπίπτουν στις διατάξεις της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ και οι οποίες, στην έκταση που ρυθμίζουν τη διαδικασία σύναψης των συμβάσεων, μεταφέρονται στον περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Ορισμένων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Παροχής Υπηρεσιών που Συνάπτονται από Αναθέτουσες Αρχές ή Αναθέτοντες Φορείς στους Τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας και για Συναφή Θέματα Νόμο.

Με το τρίτο και τέταρτο νομοσχέδιο τροποποιούνται οι βασικοί νόμοι με την προσθήκη δύο νέων άρθρων, του άρθρου 21Α και του άρθρου 10 αντίστοιχα, με τα οποία θεσπίζεται μια πρόσθετη εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής των βασικών νόμων. Ειδικότερα, καθορίζεται ότι ο Νόμος αρ. 11(Ι) του 2006 και Νόμος αρ. 12(Ι) του 2006 δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας και οι οποίες είτε εμπίπτουν είτε εξαιρούνται, δυνάμει συγκεκριμένων άρθρων, από το πεδίο εφαρμογής του περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Ορισμένων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Παροχής Υπηρεσιών στους Τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας και για Συναφή Θέματα Νόμου, ο οποίος εναρμονίζεται με τις διατάξεις της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ.

Η Γενική Λογιστής της Δημοκρατίας, το Γραφείο της οποίας λειτουργεί ως η Αρμόδια Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι με το πρώτο νομοσχέδιο μεταφέρεται στην κυπριακή νομοθεσία η Οδηγία 2009/81/ΕΚ. Το εν λόγω νομοσχέδιο καλύπτει συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας ισούται με ή υπερβαίνει το ποσό των €387.000 για προμήθειες και υπηρεσίες ή το ποσό των €4.845.000 για συμβάσεις έργων.

Οι διαδικασίες που προβλέπει η νέα εναρμονιστική νομοθεσία για τη σύναψη συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της και δεν εξαιρούνται κατά τα προβλεπόμενα στις ειδικές διατάξεις της είναι:

1. η κλειστή διαδικασία,

2. η διαδικασία με διαπραγμάτευση με δημοσίευση προκήρυξης της σύμβασης,

3. ο ανταγωνιστικός διάλογος και

4. η διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση της προκήρυξης της σύμβασης, όταν ισχύουν οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο νόμο.

Το δεύτερο νομοσχέδιο καλύπτει τις διατάξεις των άρθρων 55 μέχρι 64 της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ. Τροποποιείται ο περί των Διαδικασιών Προσφυγής Νόμος [Ν. 104(Ι)/2010], ώστε αυτός να καλύπτει και τις συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας.

Το τρίτο και το τέταρτο νομοσχέδιο τροποποιούν με συγκεκριμένη διάταξη το καθένα τους Νόμους αρ. 11(Ι) του 2006 και αρ. 12(Ι) του 2006, όπως ορίζεται στα άρθρα 70 και 71 της Οδηγίας, με σκοπό το σαφή καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του κάθε νόμου. Ειδικότερα, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις καθορίζεται ότι ο Νόμος αρ. 11(Ι) του 2006 ή ο Νόμος αρ. 12(Ι) του 2006, ανάλογα με την περίπτωση, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, αφού η εναρμονιστική νομοθεσία αφορά μόνο τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων/προσφορών για τους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η Γενική Λογιστής της Δημοκρατίας, με σχετική επιστολή της προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2011, και με κοινοποίησή της προς το γενικό διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανέφερε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στην Κυπριακή Δημοκρατία, αναφέροντας ότι υπήρξε παράβαση λόγω της καθυστέρησης στη μεταφορά της εν λόγω Οδηγίας 2009/81/ΕΚ στο κυπριακό δίκαιο.

Επιπρόσθετα, η Γενική Λογιστής της Δημοκρατίας ανέφερε ότι στο στάδιο των συζητήσεων με τους εμπλεκόμενους φορείς για την προώθηση των προτεινόμενων νομοθεσιών, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών εξέφρασε κάποια ανησυχία σχετικά με το χειρισμό διαβαθμισμένων εγγράφων που πιθανόν να προκύψουν στις διαδικασίες αυτές. Το θέμα, όπως η ίδια πρόσθεσε, συζητήθηκε σε ειδική συνάντηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες, όπου διαπιστώθηκε ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δε θα έχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στον τρόπο που εφαρμόζει μέχρι σήμερα τις διαδικασίες, αλλά θα διαχειρίζεται τις συμβάσεις στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, ακολουθώντας τις ίδιες διαδικασίες που ακολουθεί για την εφαρμογή των Νόμων αρ. 11(Ι) του 2006 και αρ. 12(Ι) του 2006, που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων για συνήθεις προμήθειες, έργα και υπηρεσίες.

Για το ειδικό αυτό θέμα η Γενική Λογιστής της Δημοκρατίας ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να υπάρχουν διαβαθμισμένα έγγραφα ακόμη και στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που αφορούν την ισχύουσα νομοθεσία. Συνεπώς, πρόσθεσε, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει σχετική νομοθεσία με την οποία έχει εναρμονιστεί η Κυπριακή Δημοκρατία που αφορά τον περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2002 [Ν. 216(Ι)/2002], που ρυθμίζει το χειρισμό διαβαθμισμένων ή/και εμπιστευτικών εγγράφων και πληροφοριών. Συναφώς, πρόσθεσε, οι όποιες δυσκολίες ενδεχομένως να υπάρξουν είναι καθαρά πρακτικού χαρακτήρα, αφού η νομοθεσία για τη διαχείριση των διαβαθμισμένων πληροφοριών, εγγράφων και υλικού ήδη υπάρχει. Περαιτέρω, όπως η ίδια αξιωματούχος κατέληξε, το Υπουργείο Άμυνας, ως το πιο αρμόδιο υπουργείο για την εφαρμογή του περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Ορισμένων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Παροχής Υπηρεσιών που Συνάπτονται από Αναθέτουσες Αρχές ή Αναθέτοντες Φορείς στους Τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας και για Συναφή Θέματα Νόμου, σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία, μπορεί να καθορίσει πρακτικούς τρόπους με τους οποίους θα εφαρμόζονται, εάν απαιτηθεί, η νομοθεσία που αφορά τη διαχείριση των διαβαθμισμένων εγγράφων ή/και πληροφοριών, καθώς και η διαδικασία διαπίστευσης ασφάλειας από την Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον υπό αναφορά νόμο, Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας ορίζεται το Υπουργείο Άμυνας/Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Άμυνας δήλωσαν ενώπιον της επιτροπής ότι το Υπουργικό Συμβούλιο, με σχετική απόφασή του το 1998 και με νεότερη απόφασή του το 2008, αποφάσισε ότι για την προμήθεια υλικών άμυνας, οπλικών συστημάτων, ανταλλακτικών και υπηρεσιών που κρίνονται ως ουσιώδη για τα συμφέροντα της Δημοκρατίας ακολουθούνται ειδικές διαδικασίες απόρρητης φύσης. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται το θέμα διαρροής ή χειρισμού διαβαθμισμένων πληροφοριών από μη εξουσιοδοτημένα άτομα. Για το ειδικότερο αυτό θέμα, που αφορά την προστασία των διαβαθμισμένων ή/και εμπιστευτικών εγγράφων και πληροφοριών, οι ίδιοι εκπρόσωποι, απαντώντας και στους προβληματισμούς που εκφράστηκαν από τον πρόεδρο της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ανέφεραν ότι με τους προτεινόμενους νόμους, οι οποίοι μεταφέρουν την Οδηγία 2009/81/ΕΚ στην κυπριακή έννομη τάξη, παρέχεται επίσης η δυνατότητα στα κράτη μέλη να θεσπίσουν δικές τους διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας που κρίνονται ως απόρρητης φύσης και που άπτονται εθνικών συμφερόντων και ασφάλειας του κράτους. Με τον τρόπο αυτό οι συμβάσεις που κρίνονται ως απόρρητης φύσης για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της Δημοκρατίας θα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου. Συνεπώς, κατέληξαν, με τη θέσπιση της προτεινόμενης νομοθεσίας για τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, το ΓΕΕΦ με εισήγησή του θα προτείνει στο Υπουργείο Άμυνας τα υλικά, έργα ή υπηρεσίες που κρίνονται ως απόρρητης φύσης και θα τα υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο για λήψη απόφασης για το είδος της διαδικασίας θα ακολουθηθεί σε σχέση με αυτά. Με τη διαδικασία αυτή θα καθορίζεται ποιες συμβάσεις θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των προτεινόμενων νομοθεσιών και ποιες συμβάσεις άπτονται των ουσιωδών συμφερόντων και ασφάλειας της Δημοκρατίας που θα χαρακτηρίζονται ως απόρρητης φύσης και που η αποκάλυψη οποιωνδήποτε πληροφοριών σε σχέση με αυτές κρίνεται ότι είναι αντίθετη προς τα ουσιώδη συμφέροντα ασφάλειας της Δημοκρατίας και γι’ αυτό θα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του νόμου, δηλαδή στις περιπτώσεις αυτές οι εν λόγω συμβάσεις δε θα εμπίπτουν στο νόμο που αφορά τις διαδικασίες προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, αφού ευθύς εξαρχής δε θα ακολουθείται η διαδικασία των προσφορών για αυτές.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι συμφωνεί με τα νομοσχέδια και το υπουργείο της θα ενεργήσει κατά παρόμοιο τρόπο για την εφαρμογή των εν λόγω νομοθεσιών στην πράξη, όπως αναλύθηκε από τους εκπροσώπους του Υπουργείου Άμυνας και διατυπώνεται πιο πάνω στην παρούσα έκθεση.

Η Γενική Ελεγκτής της Δημοκρατίας δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι το Γραφείο της συμφωνεί με τα υπό εξέταση νομοσχέδια, αφού πρόκειται για εναρμονιστική νομοθεσία με την οποία γίνεται μεταφορά στο κυπριακό δίκαιο των προνοιών της υπό συζήτηση ευρωπαϊκής Οδηγίας.

Ο Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι συμφωνεί με την προώθηση για ψήφιση σε νόμους των νομοσχεδίων, αφού αποτελούν ουσιαστικά εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι συμφωνεί με τα νομοσχέδια, όπως αυτά έχουν κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία, αφού το Γραφείο της έχει προβεί στη νομοτεχνική τους επεξεργασία. Περαιτέρω, το Γραφείο της είναι στη διάθεση των αρμόδιων αρχών για οτιδήποτε χρειαστεί που αφορά την εφαρμογή των εν λόγω νομοθεσιών στην πράξη.

Ο πρόεδρος της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, υποβάλλοντας και σχετικό γραπτό υπόμνημα, δήλωσε ενώπιον της επιτροπής μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Συμφωνεί με την επιλογή τροποποίησης του Νόμου αρ. 104(Ι) του 2010 που αναφέρεται στον περί των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα της Σύναψης των Δημοσίων Συμβάσεων Νόμο, ώστε η αρμοδιότητα εξέτασης προσφυγών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας να ανατεθεί στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών για ευνόητους λόγους (εξοικονόμηση πόρων, ομοιομορφία αναθεωρητικού ελέγχου, ομοιογενές σύστημα προσφυγής κ.ά.).

2. Στο τροποποιητικό νομοσχέδιο που αφορά τον περί των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα της Σύναψης των Δημοσίων Συμβάσεων Νόμο δε γίνεται καμία αναφορά σχετικά με το χειρισμό των διαβαθμισμένων εγγράφων, όπως εμπιστευτικά, απόρρητα κ.ά. κατά τη διαδικασία ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ώστε να διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των ευαίσθητων πληροφοριών που αφορούν την άμυνα και την ασφάλεια του κράτους.

3. Η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δεν μπορεί παρά να διαχειρίζεται τις συμβάσεις στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας ακολουθώντας τις ίδιες διαδικασίες που ακολουθεί για την εφαρμογή των Νόμων αρ. 11(Ι) του 2006 και αρ. 12(Ι) του 2006 που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων για συνήθη έργα, προμήθειες και υπηρεσίες.

4. Οι προβλεπόμενες από το σύνταγμα, το διοικητικό δίκαιο και τους σχετικούς νόμους αρχές της διαφάνειας, μη διάκρισης και ίσης μεταχείρισης που πρέπει να ακολουθούνται κατά την εξέταση των προσφυγών από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δεν μπορεί να εφαρμοστούν στις περιπτώσεις που δημόσιες συμβάσεις περιέχουν στοιχεία διαβαθμισμένου χαρακτήρα, αφού, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, τόσο οι αναθέτουσες αρχές όσο και οι αναθέτοντες φορείς πρέπει να αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα, χωρίς διακρίσεις και να ενεργούν με διαφάνεια.

5. Οι συμβάσεις που περιέχουν διαβαθμισμένα έγγραφα δεν μπορεί πρακτικά να τύχουν χειρισμού και εξέτασης από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών με βάση το ισχύον δίκαιο.

Το ΚΕΒΕ με σχετική επιστολή που απέστειλε προς τον πρόεδρο και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών ανέφερε ότι συμφωνεί με τα νομοσχέδια, εφόσον πρόκειται για εναρμονιστικά νομοσχέδια και κατ’ επέκταση εφαρμογή των προνοιών της υπό συζήτηση ευρωπαϊκής Οδηγίας στην κυπριακή νομοθεσία.

Ο εκπρόσωπος του ΕΤΕΚ δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι το ΕΤΕΚ συμφωνεί με τα νομοσχέδια, αφού αυτά είναι εναρμονιστικού χαρακτήρα.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της και ιδιαίτερα την προβλεπόμενη στα νομοσχέδια διαδικασία, όπως αυτή επεξηγήθηκε από τους αρμοδίους, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση και των τεσσάρων νομοσχεδίων σε νόμους, αφού πρώτα επέφερε στα εν λόγω νομοσχέδια ορισμένες μικρής έκτασης, νομοτεχνικής κυρίως φύσεως, τροποποιήσεις.

 

 

 

 

5 Δεκεμβρίου 2011

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων