Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας και Φυσικών Πόρων για το νομοσχέδιο «Ο περί Αρδευτικών Τμημάτων (Χωριά) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2011»

Παρόντες:

Γιαννάκης Γαβριήλ, πρόεδρος Κυριάκος Χατζηγιάννης
Αντρέας Καυκαλιάς Ευθύμιος Δίπλαρος
Αντρέας Φακοντής Σοφοκλής Φυττής
Γεώργιος Τάσου Αντώνης Αντωνίου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα από τις 7 Ιουλίου έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2011. Στο στάδιο της εξέτασης του νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, του Υπουργείου Εσωτερικών, των Επαρχιακών Διοικήσεων, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και των αγροτικών οργανώσεων “Αγροτική” και “Παναγροτικός Σύνδεσμος”. Οι αγροτικές οργανώσεις ΠΕΚ, ΕΚΑ και “Ευρωαγροτικός”, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η τροποποίηση του περί Αρδευτικών Τμημάτων (Χωριά) Νόμου, ώστε να προσδιοριστούν τα αρδευτικά τμήματα ως οργανισμοί κοινής ωφελείας με εξουσία να αποκτούν, να κατέχουν και να διαθέτουν ιδιοκτησία, να συνάπτουν συμβόλαια, καθώς και να ενάγουν και να ενάγονται μέσω του ταμία της αντίστοιχης επιτροπείας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η πιο πάνω νομοθετική ρύθμιση κρίνεται αναγκαία για σκοπούς συμμόρφωσης με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο με δύο αποφάσεις του, οι οποίες εκδόθηκαν το 2002 και το 2007, κατέληξε ότι, παρά τις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 32 του υπό τροποποίηση νόμου, τα αρδευτικά τμήματα δεν έχουν δικαίωμα να ενεργούν ως απαλλοτριούσες αρχές, καθώς, σύμφωνα με το σύνταγμα, δικαίωμα απαλλοτρίωσης έχουν μόνο η Δημοκρατία, οι δημοτικές αρχές και οι Κοινοτικές Συνελεύσεις.

Σε σχετική επιστολή του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6 Ιουλίου 2011, η οποία κατατέθηκε στην επιτροπή, αναφέρεται ότι, προκειμένου να επιλυθεί το πιο πάνω πρόβλημα και τα αρδευτικά τμήματα να αποκτήσουν δικαίωμα απαλλοτρίωσης γης, πρέπει με νομοθετική ρύθμιση αυτά να οριστούν είτε ως νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου είτε ως οργανισμοί κοινής ωφελείας. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην ίδια επιστολή, είναι αμφίβολο κατά πόσο ο χαρακτηρισμός των αρδευτικών τμημάτων ως νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου μπορεί να τους αποδοθεί, καθώς υπάρχει σε εξέλιξη άλλη δικαστική διαδικασία σε σχέση με την έννοια του όρου αυτού, για την οποία η απόφαση αναμένεται να εκδοθεί περί τα τέλη του 2012. Ως εκ τούτου, επισημαίνεται ότι θα ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός των αρδευτικών τμημάτων ως οργανισμών κοινής ωφελείας, καθώς η έννοια του όρου αυτού δε συναρτάται με την καταβολή κεφαλαίων από το κράτος και παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία στο χαρακτηρισμό μιας ένωσης χωρίς νομική προσωπικότητα ως τέτοιου οργανισμού. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, στην ίδια επιστολή γίνεται τέλος εισήγηση όπως η ψήφιση του νομοσχεδίου προχωρήσει με το χαρακτηρισμό των αρδευτικών τμημάτων είτε ως νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου είτε ως οργανισμών κοινής ωφελείας.

Στα πλαίσια της εξέτασης του νομοσχεδίου από την επιτροπή, τα μέλη της απασχόλησαν, μεταξύ άλλων, ζητήματα όπως το δικαίωμα χρήσης και απαλλοτρίωσης λαγουμιών από τα αρδευτικά τμήματα και ο έλεγχος των αρδευτικών επιτροπών σε σχέση με τις υπό συζήτηση απαλλοτριώσεις. Ειδικότερα, η επιτροπή, αφού ζήτησε και εξασφάλισε τα σχετικά στοιχεία από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας αναφορικά με τα αρδευτικά τμήματα της εν λόγω επαρχίας, εξέφρασε ανησυχία σε σχέση με το ενδεχόμενο να ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος ατασθαλιών από πλευράς αρδευτικών επιτροπών, καθώς αυτές απαρτίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις από πολύ μικρό αριθμό μελών.

Αναφορικά με το θέμα των λαγουμιών, η εκπρόσωπος του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, τόσο προφορικά ενώπιον της επιτροπής όσο και με γραπτή επιστολή ημερομηνίας 7 Σεπτεμβρίου 2011, διευκρίνισε ότι τα λαγούμια αποτελούν φρέατα ή σειρές φρεάτων, τα οποία ρυθμίζονται από τον περί της Ενιαίας Διαχείρισης Υδάτων Νόμο, και, ως εκ τούτου, τα αρδευτικά τμήματα δεν έχουν εξουσία να τα απαλλοτριώνουν ή να ανορύσσουν νέα ή να κατασκευάζουν ή να τροποποιούν τέτοια φρέατα χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας του διευθυντή του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων.

Περαιτέρω, όσον αφορά τον έλεγχο των αρδευτικών επιτροπών σε σχέση με τις αποφάσεις τους για απαλλοτριώσεις ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, τόσο με γραπτή επιστολή του ημερομηνίας 12 Σεπτεμβρίου 2011 όσο και προφορικά ενώπιον της επιτροπής, εισηγήθηκε την τροποποίηση του κειμένου του νομοσχεδίου με την εισαγωγή σε αυτό πρόσθετων διατάξεων με τις οποίες να υποχρεώνονται οι αρδευτικές επιτροπές πριν από τη δημοσίευση γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης να υποβάλλουν, μέσω του οικείου επάρχου, σχετική έκθεση στον Υπουργό Εσωτερικών. Στην εν λόγω έκθεση πρέπει να περιέχονται οι λόγοι δημόσιας ωφέλειας που πρόκειται να εξυπηρετηθούν με την προτεινόμενη απαλλοτρίωση, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου, οι λόγοι για τους οποίους το εν λόγω ακίνητο έχει επιλεγεί, τυχόν γεωλογική ή άλλη μελέτη που υποστηρίζει την καταλληλότητά του και η προϋπολογιζόμενη δαπάνη για την απαλλοτρίωση. Στη συνέχεια ο πιο πάνω υπουργός θα διαβιβάζει την πρότασή του στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο θα δύναται να εγκρίνει τη δημοσίευση της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων, αφού υιοθέτησε την πιο πάνω εισήγηση της Νομικής Υπηρεσίας για τροποποίηση του νομοσχεδίου, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα πιο πάνω.

 

 

 

27 Σεπτεμβρίου 2011

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων