Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί της Προώθησης της Χρήσης Βιοκαυσίμων ή Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων για τις Μεταφορές (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010»

Παρόντες:

Αντρέας Φακοντής, πρόεδρος Ανδρέας Κυπριανού
Πανίκκος Σταυριανός Σοφοκλής Φυττής
Πανίκος Χάμπας Γιώργος Περδίκης
Κυριάκος Χατζηγιάννη  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 2010, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 12 Νοεμβρίου 2010 και ο οποίος αναπέμφθηκε εν μέρει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή παρευρέθηκε εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των Οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ.

Στο στάδιο της ψήφισης του αναπεμφθέντος νόμου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, κατόπιν τροπολογίας η οποία προτάθηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, με πλειοψηφία των παρόντων μελών, εισήχθη στον υπό ψήφιση νόμο νέο άρθρο που αφορά την απαγόρευση εισαγωγής πρώτων υλών για παραγωγή βιοκαυσίμων που περιέχουν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς χωρίς προηγούμενη επεξεργασία.

Ας σημειωθεί ότι η αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας αφορά μόνο την πιο πάνω απαγόρευση, όπως αυτή περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 του αναπεμφθέντος νόμου, το οποίο εισάγει το νέο άρθρο 5Α στη βασική νομοθεσία.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 26 Νοεμβρίου 2010, παρατίθενται αυτούσιοι πιο κάτω:

«(1) Η εισαχθείσα τροποποίηση στον αναπεμφθέντα νόμο επεκτείνει τις διατάξεις της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των Οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (στο εξής “η Οδηγία 2009/28/ΕΚ”) καθόσον αφορά τα κριτήρια αειφορίας των βιοκαυσίμων κατά τρόπο που να αντίκειται στην Οδηγία.

(2) Η εισαχθείσα τροποποίηση στον αναπεμφθέντα νόμο παρεκκλίνει από τις διατάξεις του περί Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (Ελευθέρωση στο Περιβάλλον) Νόμου του 2003 [Ν. 160(Ι)/2003] κατά τρόπο που να αντίκειται στην Οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Μαρτίου 2001 για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της Οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, με την οποία ο Ν. 160/(Ι)/2003 εναρμονίζεται.

(3) Η εισαχθείσα τροποποίηση στον αναπεμφθέντα νόμο αποτελεί τεχνικό κανόνα για τον οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία είχε υποχρέωση κοινοποίησής του με βάση την Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την καθιέρωση της διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών.

Καθόσον αφορά τον πρώτο λόγο αναπομπής, η Οδηγία 2009/28/ΕΚ, για την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υποχρέωση μεταφοράς της μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2010, αναφέρει στο άρθρο 17, παράγραφος 1, ότι η ενέργεια από βιοκαύσιμα και βιορευστά μπορεί να λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς που αναφέρονται στα σημεία α) μέχρι γ) της παραγράφου 1, δηλαδή:

“α) για την αξιολόγηση της τήρησης των απαιτήσεων της παρούσας Οδηγίας ως προς τους εθνικούς στόχους,

β) για την αξιολόγηση της τήρησης των υποχρεώσεων που αφορούν την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές,

γ) για τον προσδιορισμό της επιλεξιμότητας για χρηματοδοτική υποστήριξη για την κατανάλωση βιοκαυσίμων και βιορευστών”.

Στο άρθρο 17, παράγραφοι 2 μέχρι 6, της ίδιας Οδηγίας καθορίζονται κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά. Καθορίζονται δηλαδή κανόνες ως προς τις πρώτες ύλες που δύναται να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών. Για παράδειγμα, προβλέπεται ότι αυτές οι πρώτες ύλες δεν πρέπει να προέρχονται από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας, από εκτάσεις υψηλών αποθεμάτων άνθρακα και από εκτάσεις που έχουν χαρακτηριστεί τυρφώνες. Τέτοια ρύθμιση κρίθηκε επιβεβλημένη, καθώς η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση σε βιοκαύσιμα και βιορευστά και τα κίνητρα που παρέχει η Οδηγία αυτή για χρήση τους θα μπορούσε να πλήξει άλλους περιβαλλοντικά σημαντικούς στόχους.

Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 8, της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, κράτος μέλος δεν μπορεί να αποκλείσει βιοκαύσιμα από το να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της συμμόρφωσης με τους στόχους και τις υποχρεώσεις που θέτει η εν λόγω Οδηγία επικαλούμενο κριτήρια αειφορίας άλλα από αυτά που καθορίζονται στις παραγράφους 2 μέχρι 6 του άρθρου 17 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ. Εφόσον βιοκαύσιμα που προέρχονται από πρώτες ύλες που δε συγκρούονται με τις διατάξεις των παραγράφων 2 μέχρι 6 του άρθρου 17 πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της συμμόρφωσης με τους στόχους και τις υποχρεώσεις που θέτει η Οδηγία και εφόσον πρέπει μάλιστα η κατανάλωσή τους να είναι επιλέξιμη για χρηματοδοτική υποστήριξη, είναι προφανές ότι δεν είναι επιτρεπτό να απαγορεύεται η είσοδος τέτοιων πρώτων υλών σε κράτος μέλος.

Ο αναπεμφθείς νόμος ουσιαστικά επεκτείνει τα κριτήρια αειφορίας των βιοκαυσίμων όπως αυτά έχουν καθοριστεί στο άρθρο 17, παράγραφοι 2 μέχρι 6, της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, απαγορεύοντας την είσοδο στη Δημοκρατία πρώτων υλών που προορίζονται για την παραγωγή βιοκαυσίμων οι οποίες πρώτες ύλες περιέχουν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς χωρίς να έχουν τύχει προηγούμενης επεξεργασίας. Τέτοια επέκταση θα πρέπει να θεωρηθεί ασύμβατη με την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, εφόσον ο νόμος όχι μόνο δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχεία α) μέχρι γ), της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ όλα τα βιοκαύσιμα που παράγονται σύμφωνα με το άρθρο 17, αλλά πολύ περισσότερο εμποδίζει τέτοια βιοκαύσιμα να παραχθούν.

Αναφορικά με το δεύτερο λόγο αναπομπής, επισημαίνεται ότι μεταξύ των πρώτων υλών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή βιοκαυσίμων περιλαμβάνονται οι σπόροι και τα φυτά. Οι σπόροι και τα φυτά αποτελούν οργανισμούς κατά την έννοια του Ν. 160(Ι)/2003, καθότι πρόκειται για βιολογικές οντότητες ικανές για αναπαραγωγή ή μεταβίβαση γενετικού υλικού. Οι προϋποθέσεις για σκόπιμη ελευθέρωση ή διάθεση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών καθορίζονται στο άρθρο 5(2) και στα Μέρη ΙΙ και ΙΙΙ του Ν. 160(Ι)/2003. Με αυτό το δεδομένο, κρίνεται προβληματική η αναφορά στον αναπεμφθέντα νόμο ότι η απαγόρευση εισαγωγής που προβλέπει είναι ανεξάρτητη από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου. Μια τέτοια διάταξη έχει ως αποτέλεσμα να απαγορεύεται κατά τρόπο απόλυτο η είσοδος στη Δημοκρατία πρώτων υλών που δε συνάδουν με τις διατάξεις του αναπεμφθέντος νόμου, κάτι το οποίο αντίκειται στην Οδηγία 2001/18/ΕΚ, η οποία μεταφέρεται στην κυπριακή έννομη τάξη με το Ν. 160(Ι)/2003 και σύμφωνα με την οποία η διακίνηση εγκεκριμένων γενετικά τροποποιημένων οργανισμών πρέπει να είναι ελεύθερη.

Ως προς τον τρίτο λόγο αναπομπής, οι διατάξεις του άρθρου 5Α, όπως αυτό εισάγεται στο βασικό νόμο από τον αναπεμφθέντα νόμο, αποτελούν τεχνικούς κανόνες κατά την έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την καθιέρωση της διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών. Ως τεχνικός κανόνας θεωρείται η “τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων, της οποίας η τήρηση είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή τη χρήση ενός προϊόντος σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, με την επιφύλαξη των όσων ορίζει το άρθρο 10, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος”.

Το άρθρο 5Α απαγορεύει, εκτός αν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις, εισαγωγή κάποιου προϊόντος, ήτοι των πρώτων υλών για παρασκευή βιοκαυσίμων οι οποίες περιέχουν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Άρα, προφανώς, η διάταξη αυτή αποτελεί τεχνικό κανόνα κατά την έννοια της Οδηγίας 98/34/ΕΚ.

Το άρθρο 8(1) της Οδηγίας 98/34/ΕΚ επιβάλλει στα κράτη να γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10, από το οποίο παραθέτω το εξής σχετικό απόσπασμα:

“1. Τα άρθρα 8 και 9 δεν εφαρμόζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών ή στις εκούσιες συμφωνίες με τις οποίες τα κράτη μέλη:

- συμμορφώνονται προς τις κοινοτικές πράξεις αναγκαστικού χαρακτήρα που έχουν ως αποτέλεσμα την έκδοση τεχνικών προδιαγραφών,
- τηρούν τις δεσμεύσεις που απορρέουν από μια διεθνή συμφωνία και έχουν ως αποτέλεσμα την έκδοση κοινών τεχνικών προδιαγραφών στην Κοινότητα,
- κάνουν χρήση των ρητρών διασφάλισης που προβλέπονται σε κοινοτικές πράξεις αναγκαστικού χαρακτήρα,
- εφαρμόζουν το άρθρο 8, παράγραφος 1, της Οδηγίας 92/59/ΕΟΚ,
- εκτελούν απλώς απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
- τροποποιούν απλώς έναν τεχνικό κανόνα κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 9, της παρούσας Οδηγίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Επιτροπής, προκειμένου να αρθεί ένα εμπόδιο στις συναλλαγές[...]”.

Ο προβλεπόμενος από τον αναπεμφθέντα νόμο τεχνικός κανόνας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες κατηγορίες του άρθρου 10 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ. Επομένως, η Κυπριακή Δημοκρατία, με τη μη κοινοποίηση του νομοσχεδίου που περιλάμβανε τον τεχνικό αυτό κανόνα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παραβίασε την υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 8(1) της Οδηγίας 98/34/ΕΚ για κοινοποίηση του σχεδίου του τεχνικού κανόνα.».

Στα πλαίσια της επανεξέτασης του θέματος από την επιτροπή, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε ότι η αναπομπή γίνεται μόνο για το μέρος του νόμου που αφορά την απαγόρευση εισαγωγής πρώτων υλών για παραγωγή βιοκαυσίμων που περιέχουν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς χωρίς προηγούμενη επεξεργασία, όπως αυτή περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 του αναπεμφθέντος νόμου, το οποίο εισάγει το νέο άρθρο 5Α στη βασική νομοθεσία. Η ίδια επανέλαβε τους λόγους αναπομπής που αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας και εισηγήθηκε όπως γίνει δεκτή η εν λόγω αναπομπή από την επιτροπή.

Ο πρόεδρος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις εξέφρασε την άποψη ότι η αναπεμφθείσα διάταξη μπορεί να παραμείνει στο νόμο και ότι αυτή ενδέχεται να μην προσκρούει στο κοινοτικό κεκτημένο. Προς υποστήριξη της άποψης αυτής επικαλέστηκε σχετικό έγγραφο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου 2008, με αρ. 16882/08, καθώς και έγγραφο του Συμβουλίου Υπουργών Περιβάλλοντος, ημερομηνίας 14 Οκτωβρίου 2010, με αρ. 14825/10.

Επειδή από την όλη συζήτηση διαπιστώθηκε η ανάγκη μελέτης των εν λόγω εγγράφων για σκοπούς αξιολόγησης του περιεχομένου τους και της δεσμευτικότητας αυτών από νομικής άποψης, η επιτροπή κάλεσε την εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να τα μελετήσει και να αποστείλει στην επιτροπή σχετική γνωμάτευση πριν από τη συζήτηση της αναπομπής ενώπιον της ολομέλειας του σώματος, έτσι ώστε να ενημερωθούν σχετικά τα μέλη της, προτού λάβουν τις τελικές τους αποφάσεις επί του θέματος.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος καταθέτει την παρούσα έκθεση ενώπιον της ολομέλειας του σώματος για λήψη τελικής απόφασης αναφορικά με την αναπομπή.

 

6 Δεκεμβρίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων