Αρχείο

    

Κοινή έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εμπορίου και Βιομηχανίας για τα νομοσχέδια «Ο περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010» και «Ο περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010»

Παρόντες:

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών: Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας:
Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Λευτέρης Χριστοφόρου, πρόεδρος
Τάσος Μητσόπουλος Μαρία Κυριακού
Αριστοφάνης Γεωργίου Ανδρέας Μουσκάλλης
Άριστος Αριστοτέλους Γιαννάκης Γαβριήλ
Ανδρέας Αγγελίδης Νικόλας Παπαδόπουλος
Νικόλας Παπαδόπουλος  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών και η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας μελέτησαν από κοινού τα πιο πάνω νομοσχέδια σε μεγάλο αριθμό συνεδριών τους, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 16ης Σεπτεμβρίου και 4ης Νοεμβρίου 2010. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών παρευρέθηκαν ενώπιον των δύο επιτροπών εκπρόσωποι του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ο διευθυντής της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του ίδιου υπουργείου, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, της ΟΕΒ, της ΣΕΚ, της ΠΕΟ, της ΔΕΟΚ, του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, του Κυπριακού Συνδέσμου Ιδιοκτητών Ακινήτων, του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών και της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής. Η Έφορος Ασφαλίσεων, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε στις συνεδρίες των επιτροπών, διαμήνυσε όμως στις δύο επιτροπές ότι οι προτεινόμενες με τα δύο νομοσχέδια ρυθμίσεις δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της.

Σημειώνεται ότι οι δύο επιτροπές, ανταποκρινόμενες σε σχετική παράκληση του αρμόδιου υπουργείου, εξέτασαν παράλληλα και κατά προτεραιότητα τα δύο νομοσχέδια, λόγω της επείγουσας φύσης του εναρμονιστικού νομοσχεδίου και της συνάφειας των προνοιών τους, παρ’ όλο που αυτά κατατέθηκαν στη Βουλή με σοβαρή καθυστέρηση.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η θέσπιση νέας νομοθεσίας, έτσι ώστε να εναρμονιστεί η κυπριακή νομοθεσία με την Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου.

Ειδικότερα, το πρώτο υπό συζήτηση νομοσχέδιο διέπει τους όρους σύμφωνα με τους οποίους οι πιστωτές συνάπτουν συμβάσεις για χορήγηση πίστωσης με τη μορφή προθεσμιακής καταβολής δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης σε καταναλωτές που χρειάζονται τέτοια διευκόλυνση, για σκοπούς που δε σχετίζονται με εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα.

Περαιτέρω, με το νομοσχέδιο ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Ο τύπος και το περιεχόμενο των υπό αναφορά συμβάσεων πίστωσης.

2. Οι υποχρεώσεις των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων έναντι των καταναλωτών.

3. Το δικαίωμα έγκαιρης και ορθής πληροφόρησης των καταναλωτών.

4. Θέματα που προκύπτουν από τον τερματισμό ή την αθέτηση των συμβάσεων πίστωσης.

5. Τα καθήκοντα, οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, που ορίζεται ως η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή και επιβολή της προτεινόμενης νομοθεσίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον των δύο επιτροπών, σκοπός της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ, την οποία οφείλει η Κυπριακή Δημοκρατία να υιοθετήσει, είναι η θέσπιση εναρμονισμένου κοινοτικού πλαισίου για την καταναλωτική πίστη, το οποίο θα συμβάλει στη δημιουργία πραγματικής ενιαίας αγοράς στον τομέα της καταναλωτικής πίστης, καθώς και στην ανάπτυξη του διασυνοριακού δανεισμού. Ταυτόχρονα, η υπό αναφορά Οδηγία παρέχει τη δυνατότητα προσαρμογής των κανόνων δικαίου για την καταναλωτική πίστη σε μελλοντικές μορφές πίστωσης, προσφέροντας υψηλό και ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των συμφερόντων όλων των καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι διατάξεις της Οδηγίας εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, στις συμβάσεις πίστωσης που αφορούν καταναλωτικά δάνεια από €200 μέχρι €75.000, στις υπεραναλήψεις σε τρεχούμενους λογαριασμούς και στις πιστωτικές κάρτες. Η εν λόγω Οδηγία εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις συμβάσεις πίστωσης για ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια, τις συμφωνίες ενοικιαγοράς που προνοούν τη δυνατότητα αγοράς του αγαθού από το μισθωτή, καθώς και τις συμβάσεις πίστωσης για άτοκα δάνεια ή για δάνεια με επιτόκιο χαμηλότερο απ’ αυτό που συνήθως προτείνεται στην αγορά οι οποίες εξυπηρετούν σκοπούς κοινής ωφελείας.

Ο τομέας της καταναλωτικής πίστης ρυθμίζεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο [Ν. αρ. 39(Ι) του 2001 όπως αυτός έκτοτε τροποποιήθηκε], ο οποίος ρυθμίζει τα καταναλωτικά δάνεια από €200 μέχρι €20.000, τα στεγαστικά δάνεια μέχρι €85.430, τις συμφωνίες ενοικιαγοράς για τις οποίες υπάρχει δυνατότητα ο μισθωτής να αγοράσει τα αγαθά ή να μεταβιβαστεί η κυριότητά τους σ’ αυτόν, τις συμφωνίες πιστωτικής κάρτας και τις συμφωνίες με τη μορφή προκαταβολών σε τρεχούμενους λογαριασμούς.

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο επεξηγηματικό σημείωμα που συνοδεύει το πρώτο νομοσχέδιο, οι πρόνοιές του επηρεάζουν όλους όσοι συνάπτουν ή μεσολαβούν για τη σύναψη συμβάσεων καταναλωτικής πίστης, δηλαδή τις τράπεζες, τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, τους μεσίτες πιστώσεων και τους καταναλωτές. Η εφαρμογή των προνοιών της προτεινόμενης νομοθεσίας θα γίνεται με τον ίδιο τρόπο όπως ορίζει η υφιστάμενη νομοθεσία. Επιπλέον, αναφέρεται ότι το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού προέβη σε διαβουλεύσεις με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, των οποίων οι απόψεις που προέκυψαν μετά τη διαβούλευση ενσωματώθηκαν στις πρόνοιες του πρώτου νομοσχεδίου.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου [Ν. αρ. 39(Ι) του 2001 όπως αυτός έκτοτε τροποποιήθηκε] με την κατάργηση των διατάξεών του που αφορούν τα καταναλωτικά δάνεια, τους τρεχούμενους λογαριασμούς και τις πιστωτικές κάρτες και κατά συνέπεια ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του στις συμφωνίες στεγαστικών δανείων και στις συμφωνίες ενοικιαγοράς στις οποίες παρέχεται η δυνατότητα αγοράς του αγαθού από το μισθωτή.

Ειδικότερα, η ανάγκη για περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της πιο πάνω ισχύουσας νομοθεσίας προέκυψε λόγω της προτεινόμενης με το πρώτο νομοσχέδιο νομοθεσίας, η οποία θα διέπει μόνο τα καταναλωτικά δάνεια από €200 μέχρι €75.000, τις υπεραναλήψεις σε τρεχούμενους λογαριασμούς και τις πιστωτικές κάρτες και η οποία αποσκοπεί στην εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με την Οδηγία 2008/48/ΕΚ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον των δύο επιτροπών, με το δεύτερο νομοσχέδιο διαφοροποιείται το ύψος των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων και συμφωνιών ενοικιαγοράς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών. Συγκεκριμένα, προτείνεται όπως καλύπτονται ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια μέχρι του ποσού των €300.000 αντί του ποσού των €85.430, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, και συμφωνίες ενοικιαγοράς μέχρι του ποσού των €75.000 αντί του ποσού των €20.000, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Οι εν λόγω τροποποιήσεις κρίθηκαν αναγκαίες, ώστε να καλύψουν τις σημερινές ανάγκες του μέσου καταναλωτή.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι ρυθμίσεις που προτείνονται με το δεύτερο νομοσχέδιο επηρεάζουν όλους όσοι συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης για παραχώρηση ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, καθώς και όλους όσοι συνάπτουν συμφωνίες ενοικιαγοράς, δηλαδή τις τράπεζες, τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα και τους καταναλωτές. Η εφαρμογή των διατάξεων της υπό τροποποίηση νομοθεσίας θα εξακολουθήσει να γίνεται με τον ίδιο τρόπο όπως ορίζεται σ’ αυτήν. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού προέβη σε διαβουλεύσεις με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, των οποίων οι πλείστες απόψεις ενσωματώθηκαν στις πρόνοιες του δεύτερου νομοσχεδίου.

Σύμφωνα με το επεξηγηματικό σημείωμα που συνοδεύει το εν λόγω νομοσχέδιο, ο Σύνδεσμος Τραπεζών Κύπρου, στο στάδιο των διαβουλεύσεων, διαφώνησε ως προς την αρχική εισήγηση του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να τροποποιηθεί η υφιστάμενη νομοθεσία, ώστε να καλύπτει όλα τα στεγαστικά δάνεια ανεξαρτήτως ποσού, και πρότεινε όπως καθοριστεί χαμηλό όριο. Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών, στο στάδιο των διαβουλεύσεων, πρότεινε όπως με τις πρόνοιες του εν λόγω τροποποιητικού νομοσχεδίου καλύπτονται τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια μέχρι του ποσού των €500.000.

Στα πλαίσια της παράλληλης μελέτης των δύο νομοσχεδίων υποβλήθηκε αριθμός υπομνημάτων από τους εκπροσώπους των εμπλεκόμενων φορέων στα οποία περιλαμβάνονται θέσεις, παρατηρήσεις και απόψεις επί ορισμένων προνοιών των νομοσχεδίων, τις οποίες είχαν την ευκαιρία να επεξηγήσουν και προφορικά ενώπιον των επιτροπών. Σε σχέση με το πρώτο νομοσχέδιο, οι θέσεις, παρατηρήσεις και απόψεις που εκφράστηκαν από τους παρευρισκομένους, αλλά και από μέλη των επιτροπών αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Τη μετάθεση του χρόνου έναρξης της ισχύος του προτεινόμενου νόμου, ο οποίος, ας σημειωθεί, σύμφωνα με την Οδηγία θα έπρεπε να τεθεί σε ισχύ μέχρι τις 11 Ιουνίου 2010, ενώ το εν λόγω νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή στις 10 Ιουνίου 2010.

Οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων επισήμαναν την ανάγκη έναρξης της ισχύος του προτεινόμενου νόμου μετά την πάροδο μιας μεταβατικής περιόδου επτά μηνών από την ψήφισή του. Σύμφωνα με τους ιδίους, το διάστημα αυτό κρίνεται απολύτως απαραίτητο, ώστε να μπορέσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να προβούν στις απαραίτητες προεργασίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ετοιμασία εσωτερικών εγγράφων, ενημερωτικών εντύπων και συστημάτων πληροφορικής.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ενημέρωσαν τις επιτροπές ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήδη έλαβε προειδοποιητική επιστολή για τη μη έγκαιρη μεταφορά στο κυπριακό δίκαιο της πιο πάνω Οδηγίας και ζήτησε παράταση της προθεσμίας για απάντηση στην προειδοποιητική επιστολή, αίτημα το οποίο, όπως ενημερώθηκαν στη συνέχεια οι επιτροπές, απορρίφθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Συναφώς, σημειώνεται ότι ακολούθως ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού σε σχετική γραπτή επιστολή του απηύθυνε έκκληση στη Βουλή των Αντιπροσώπων όπως καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για επίσπευση της ψήφισης του νομοσχεδίου μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Οι επιτροπές, τονίζοντας τη δυσαρέσκειά τους για την καθυστέρηση στην κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, δήλωσαν ότι υπό το φως της πιο πάνω ενημέρωσης δεν υπάρχει περιθώριο, για να προβλεφθεί οποιαδήποτε μεταβατική περίοδος στην έναρξη ισχύος του προτεινόμενου νόμου. Ως εκ τούτου, οι επιτροπές δήλωσαν ότι η χρονική περίοδος μέχρι την ψήφιση του προτεινόμενου νόμου, λόγω της ανάγκης για μελέτη σε βάθος και επεξεργασία του σχετικού νομοσχεδίου, θα δώσει την ευκαιρία στα πιστωτικά ιδρύματα, στο μεσοδιάστημα αυτό, να προβούν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για εφαρμογή του νόμου από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

2. Τον ορισμό του όρου “καταναλωτής”, ώστε σ’ αυτόν να συμπεριληφθούν, εκτός από τα φυσικά πρόσωπα, τα νομικά πρόσωπα και οι εγγυητές. Σύμφωνα με το διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας των Καταναλωτών του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή και να εισάγουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις που παρεκκλίνουν από τους ορισμούς της Οδηγίας. Στο άρθρο 3 της Οδηγίας ο όρος “καταναλωτής” καλύπτει μόνο κάθε φυσικό πρόσωπο. Στο εν λόγω άρθρο ο όρος “καταναλωτής” ερμηνεύεται με τη στενή έννοια, στην οποία δεν εμπίπτει το “νομικό” πρόσωπο, αλλά ούτε και το “φυσικό” πρόσωπο που, με τις καλυπτόμενες από την Οδηγία συμφωνίες, επιδιώκει σκοπούς σχετικούς με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του. Όσον αφορά τη συμπερίληψη του εγγυητή στον όρο “καταναλωτής”, οι εκπρόσωποι του ίδιου υπουργείου δήλωσαν ότι, σε συνεδρία της ομάδας εργασίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε ότι οι συμβάσεις εγγύησης διαγράφηκαν από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, με βάση το σκεπτικό ότι οι εγγυήσεις καλύπτουν έναν ευρύ τομέα και δεν μπορεί να περιοριστεί η ρύθμισή τους μόνο στο πλαίσιο της νομοθεσίας που διέπει τις πιστώσεις.

3. Τον ορισμό του όρου “συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή”, ώστε να συμπεριληφθούν σ’ αυτόν οι τόκοι υπερημερίας. Θέση του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού είναι ότι στο συνολικό κόστος της πίστωσης περιλαμβάνονται όλες οι επιβαρύνσεις που θα πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης, οι οποίες είναι γνωστές στον πιστωτή. Οι τόκοι υπερημερίας δεν μπορούν να περιληφθούν στο συνολικό κόστος της πίστωσης, γιατί ο πιστωτής δε γνωρίζει εκ των προτέρων αν ο καταναλωτής θα καθυστερήσει την πληρωμή των δόσεών του ή και πόσο θα καθυστερήσει, κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπολογίσει εκ των προτέρων το ύψος των τόκων υπερημερίας, για να συμπεριληφθούν στο συνολικό κόστος της πίστωσης.

4. Την έννοια του όρου “μεσίτης πιστώσεων” και τον τρόπο λειτουργίας του. Ο διευθυντής της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών διευκρίνισε ότι στην Κύπρο, σε αντίθεση με άλλες χώρες, δεν υπάρχει καμιά νομοθετική ρύθμιση για το μεσίτη πιστώσεων. Περαιτέρω, σημείωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί πρόταση Οδηγίας που θα ρυθμίζει σε κοινοτικό επίπεδο τόσο τη λειτουργία των μεσιτών πιστώσεων όσο και την εποπτεία τους. Τέλος, επισήμανε ότι η μη συμπερίληψη στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο των διατάξεων της Οδηγίας που αφορούν τους μεσίτες πιστώσεων θα αποτελεί παράβαση του κοινοτικού δικαίου και ενδεχομένως η Κυπριακή Δημοκρατία να υποστεί κυρώσεις.

Οι επιτροπές, λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω επισημάνσεις, αποφάσισαν τη διατήρηση των σχετικών προνοιών του νομοσχεδίου όπως αυτές προτείνονται σ’ αυτό.

5. Τη δυνατότητα πρόσβασης του πιστωτικού φορέα σε βάσεις δεδομένων για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών. Συγκεκριμένα, τα μέλη των επιτροπών προβλημάτισε ο τρόπος λειτουργίας στην Κύπρο των βάσεων δεδομένων. Η εκπρόσωπος του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου ανέφερε ότι στην Κύπρο λειτουργούν ως βάσεις δεδομένων το Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ), το Αρχείο Πτωχευσάντων και η βάση δεδομένων “Άρτεμις”, την οποία δημιούργησαν οι τράπεζες και η οποία αφορά τις δικαστικές αποφάσεις εναντίον οφειλετών. Οι επιτροπές διαμόρφωσαν ανάλογα τις σχετικές πρόνοιες του κειμένου του νομοσχεδίου, ώστε να επιτρέπεται πρόσβαση μόνο σε βάσεις δεδομένων που λειτουργούν νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Συναφώς, σημειώνεται ότι, στα πλαίσια του πιο πάνω προβληματισμού, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ενέγραψε θέμα για αυτεπάγγελτη εξέταση από την ίδια σε σχέση με τη νομιμότητα της λειτουργίας βάσεων δεδομένων στην Κύπρο.

6. Τη δυνατότητα του πιστωτικού φορέα να αξιώνει αποζημίωση, μόνο όταν το ποσό της πρόωρης εξόφλησης υπερβαίνει το ποσό των €10.000. Ειδικότερα, ο Σύνδεσμος Τραπεζών Κύπρου διαφώνησε με τον καθορισμό του ποσού των €10.000 και εισηγήθηκε όπως μειωθεί στο ποσό των €5.000, λόγω του ότι στην Κύπρο συνάπτονται πολλά καταναλωτικά δάνεια για μικρότερα ποσά. Οι επιτροπές αποφάσισαν όπως παραμείνει το ποσό των €10.000 για σκοπούς μεγαλύτερης προστασίας των καταναλωτών.

7. Την εξουσία της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών, σε περίπτωση που διαπιστώνει παράβαση οποιασδήποτε απαγορευτικής ή προστατευτικής των συμφερόντων των καταναλωτών διάταξης του προτεινόμενου νόμου, να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δε θα ξεπερνά το ποσό των €500.000.

Ο Σύνδεσμος Τραπεζών Κύπρου θεωρεί το ύψος του προστίμου υπερβολικό, αφού το πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου καλύπτει συμβάσεις πίστωσης μέχρι €75.000, γι’ αυτό και πρότεινε όπως το ύψος του προστίμου μειωθεί από το ποσό των €500.000 στο ποσό των €250.000.

Ο εκπρόσωπος των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων θεωρεί επίσης υπερβολικό το ύψος του προστίμου, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, για ένα συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα με μικρό κύκλο εργασιών ίσως να συνεπάγεται και το κλείσιμό του.

Τα μέλη των επιτροπών, αφού σημείωσαν ότι είναι υπερβολικό το ύψος του προστίμου, αποφάσισαν αυτό να παραμείνει όπως προτείνεται στο νομοσχέδιο, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της εκπροσώπου του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ότι το ποσό των €500.000 είναι το μέγιστο ποσό και ότι ούτως ή άλλως για επιβολή του προστίμου, όπως προβλέπεται στο νομοσχέδιο, θα λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος εργασιών του κάθε πιστωτικού ιδρύματος.

Στη βάση των πιο πάνω θέσεων και απόψεων, το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, σε συνεργασία με την εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, προχώρησε σταδιακά στη διαμόρφωση του κειμένου του νομοσχεδίου, στο οποίο περιλήφθηκαν επίσης τροποποιήσεις που αποσκοπούν στη διασαφήνιση επιμέρους προνοιών του, σύμφωνα με σχετικές παρατηρήσεις μελών των επιτροπών.

Περαιτέρω, οι επιτροπές επέφεραν στο διαμορφωμένο, σύμφωνα με τα πιο πάνω, κείμενο του νομοσχεδίου επιπρόσθετες τροποποιήσεις νομοτεχνικής φύσεως, με σκοπό τη βελτίωση της διατύπωσης των διατάξεών του.

Όσον αφορά το δεύτερο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, τα μέλη των επιτροπών απασχόλησε κυρίως το πεδίο εφαρμογής του και συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

1. Η προτεινόμενη τροποποίηση σύμφωνα με την οποία η ισχύουσα νομοθεσία θα εφαρμόζεται στις συμφωνίες στεγαστικών δανείων, εκτός από αυτές δυνάμει των οποίων το ποσό της πίστωσης είναι μεγαλύτερο των €300.000.

Τόσο η εκπρόσωπος του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου όσο και ο εκπρόσωπος των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων εισηγήθηκαν μείωση του πιο πάνω ποσού της πίστωσης. Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών ανέφερε ότι στόχος είναι η προστασία του δανειζόμενου καταναλωτή, συνεπώς δεν μπορεί να περιοριστεί το στεγαστικό του δάνειο μέχρι ενός ποσού. Στην περίπτωση όμως καθορισμού ενός ορίου, η ίδια εισηγήθηκε αυτό να ανέρχεται στο ποσό των €300.000, όπως προτείνεται με το νομοσχέδιο. Περαιτέρω, η ίδια κατέθεσε στις επιτροπές στοιχεία που αφορούν τις σχετικές νομοθεσίες άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία στις περισσότερες από αυτές δεν έχει ή δεν προτίθεται να οριστεί μέγιστο ποσό πίστωσης στις συμφωνίες δανείων.

Σημειώνεται ότι οι εκπρόσωποι του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών και της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής υιοθέτησαν τις πρόνοιες του νομοσχεδίου.

Οι επιτροπές, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, αποφάσισαν ο υπό τροποποίηση νόμος να μην τυγχάνει εφαρμογής στις συμφωνίες στεγαστικών δανείων δυνάμει των οποίων το ποσό της πίστωσης είναι μεγαλύτερο των €300.000, όπως προτείνεται με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο.

2. Η προτεινόμενη τροποποίηση σύμφωνα με την οποία η ισχύουσα νομοθεσία δε θα εφαρμόζεται στις συμφωνίες ενοικιαγοράς δυνάμει των οποίων το ποσό της πίστωσης είναι μεγαλύτερο των €75.000. Οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων υποστήριξαν ότι το μέγιστο ποσό της πίστωσης για τις συμφωνίες ενοικιαγοράς θα πρέπει να μειωθεί στο ποσό των €20.000.

Οι εκπρόσωποι των καταναλωτών υποστήριξαν τις πρόνοιες του νομοσχεδίου.

Στο στάδιο της μελέτης του δεύτερου νομοσχεδίου, το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, σε συνεργασία με την εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, προχώρησε σταδιακά στη διαμόρφωση του κειμένου του επιφέροντας σ’ αυτό ορισμένες τροποποιήσεις, αντίστοιχες με αυτές που περιλήφθηκαν στο πρώτο νομοσχέδιο, για να συνάδουν με αυτό, καθώς και τροποποιήσεις που αποσκοπούν στην καλύτερη προσαρμογή των διατάξεων της υπό τροποποίηση νομοθεσίας, λόγω της κατάργησης των διατάξεών της που αφορούν τα καταναλωτικά δάνεια, τους τρεχούμενους λογαριασμούς και τις πιστωτικές κάρτες.

Περαιτέρω, τα μέλη των επιτροπών υιοθέτησαν την εισήγηση για μείωση του μέγιστου ποσού της πίστωσης για τις συμφωνίες ενοικιαγοράς που θα καλύπτονται από την ισχύουσα νομοθεσία και αποφάσισαν όπως αυτό μειωθεί στο ποσό των €35.000.

Επιπλέον, οι επιτροπές επέφεραν στο διαμορφωμένο, στη βάση των πιο πάνω, κείμενο του νομοσχεδίου περαιτέρω τροποποιήσεις νομοτεχνικής φύσεως, με σκοπό τη βελτίωση της διατύπωσης των διατάξεών του.

Τέλος, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι, στα πλαίσια διεξαγωγής της συζήτησης των δύο νομοσχεδίων ενώπιον των δύο επιτροπών, ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών έθεσε υπόψη των αρμόδιων υπηρεσιών ζήτημα που υπέπεσε στην αντίληψή του και αφορά ενέργειες πιστωτικού ιδρύματος για αναθεώρηση των χρεώσεών του έναντι των καταναλωτών. Το υπό αναφορά ζήτημα προβλημάτισε τις επιτροπές, μέλη των οποίων εξέφρασαν την ανησυχία τους. Γι’ αυτό η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα αποφάσισε όπως εγγράψει σχετικό θέμα για αυτεπάγγελτη εξέταση από την ίδια.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών και η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας ομόφωνα εισηγούνται στην ολομέλεια της Βουλής την ψήφιση και των δύο νομοσχεδίων σε νόμους, όπως αυτά έχουν τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω.

 

 

9 Νοεμβρίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων