Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τους αναπεμφθέντες νόμους «Ο περί Δήμων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2010» και «Ο περί Κοινοτήτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2010»

Παρόντες:

Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος Νεόφυτος Κωνσταντίνου
Σκεύη Κούτρα Κουκουμά Άγγελος Βότσης
Ιωνάς Νικολάου Φειδίας Σαρίκας
Χρήστος Στυλιανίδης Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών επανεξέτασε σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2010 τους πιο πάνω νόμους, τους οποίους ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 14 Οκτωβρίου 2010 και οι οποίοι αναπέμφθηκαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών και ο διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, συνοδευόμενοι από υπηρεσιακούς παράγοντες, η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας και εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Υπενθυμίζεται ότι οι αναπεμφθέντες νόμοι κατατέθηκαν στη Βουλή υπό τη μορφή προτάσεων νόμου στις 5 Οκτωβρίου 2006 από το βουλευτή του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών Γιώργο Περδίκη και αποσκοπούν στην τροποποίηση του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, αντίστοιχα.

Όπως είναι γνωστό, και με τους δύο αναπεμφθέντες νόμους σκοπείται η τροποποίηση του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, αντίστοιχα, έτσι ώστε να αρθεί το ασυμβίβαστο της ιδιότητας προσώπου που κατέχει θέση στη δημόσια ή εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή σε οργανισμό δημόσιου δικαίου με την ιδιότητα μέλους δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

Ειδικότερα, με τους υπό αναφορά αναπεμφθέντες νόμους προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Αίρεται το ασυμβίβαστο της ιδιότητας προσώπων τα οποία κατέχουν θέση στη δημόσια ή εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή σε οργανισμό δημόσιου δικαίου σε περίπτωση που τα πρόσωπα αυτά εκλέγονται μέλη δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και παρέχεται η δυνατότητα σ’ αυτά να αναλάβουν τα πιο πάνω αξιώματα, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως η παραίτησή τους από την θέση την οποία κατέχουν, εφόσον τα καθήκοντα της θέσης τους δε συγκρούονται με τα καθήκοντα και τις ευθύνες των εν λόγω αξιωμάτων.

2. Για την πιο πάνω αναφερόμενη σύγκρουση των καθηκόντων της θέσης που κατέχει πρόσωπο στη δημόσια ή εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή σε οργανισμό δημόσιου δικαίου με το αξίωμα μέλους δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου θα αποφασίζει ο Γενικός Έφορος Εκλογών, έπειτα από σχετική γνωμοδότηση τριμελούς επιτροπής αποτελούμενης από εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Γραφείου του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας και το διευθυντή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού. Περαιτέρω, για το κατά πόσο υφίσταται η εν λόγω σύγκρουση καθηκόντων θα δύναται να αποφασίζει ο Γενικός Έφορος Εκλογών και έπειτα από αίτημα που του υποβάλλεται από πρόσωπα που επιθυμούν να υποβάλουν υποψηφιότητα.

3. Δημοτικοί υπάλληλοι, καθώς και γραμματείς, υπάλληλοι ή εργάτες κοινοτικών συμβουλίων θα δύνανται να αναλάβουν το αξίωμα του μέλους συμβουλίου άλλου δήμου ή άλλης κοινότητας από το δήμο ή την κοινότητα όπου υπηρετούν, αντίστοιχα, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως η παραίτησή τους από τη θέση την οποία κατέχουν.

Οι λόγοι της αναπομπής τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου υπό αναφορά νόμων, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 1ης Νοεμβρίου 2010, είναι οι ακόλουθοι:

1. Στο εδάφιο (2) του άρθρου 16 του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, αντίστοιχα, δε γίνεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ υποψήφιων δημάρχων και υποψήφιων μελών δημοτικών συμβουλίων ούτε μεταξύ υποψήφιων κοινοταρχών και υποψήφιων μελών κοινοτικών συμβουλίων και, ως εκ τούτου, τα εν λόγω πρόσωπα, σε περίπτωση που κατέχουν θέση στη δημόσια ή εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή σε οργανισμό δημόσιου δικαίου, υποχρεούνται να παραιτηθούν από τη θέση την οποία κατέχουν πριν από την ανάληψη του αξιώματός τους.

Συναφώς, επειδή με τους αναπεμφθέντες νόμους γίνεται διάκριση μεταξύ υποψήφιων δημάρχων και υποψήφιων μελών δημοτικών συμβουλίων, καθώς και μεταξύ υποψήφιων κοινοταρχών και υποψήφιων μελών κοινοτικών συμβουλίων, αντίστοιχα, χωρίς η διάκριση αυτή να φαίνεται ότι στηρίζεται σε οποιοδήποτε αποχρώντα λόγο, δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως ο νομικός ισχυρισμός ότι υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 28 του συντάγματος, μεταξύ των υποψήφιων δημάρχων και των υποψήφιων μελών των δημοτικών συμβουλίων, καθώς και μεταξύ των υποψήφιων κοινοταρχών και των υποψήφιων μελών κοινοτικών συμβουλίων.

2. Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 60 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 2009, οι δημόσιοι υπάλληλοι υπηρετούν το σύνολο του λαού, οφείλουν πίστη στο σύνταγμα και τους νόμους και αφοσίωση στο κράτος και είναι εκτελεστές της θέλησης του κράτους.

Με τους προτεινόμενους νόμους οι δημόσιοι υπάλληλοι θα δύνανται να είναι μέλη των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων, αντίστοιχα, και κατά συνέπεια θα είναι εκτελεστές της θέλησης των εν λόγω συμβουλίων και θα οφείλουν αφοσίωση (loyalty) στα συμβούλια αυτά αντί στο κράτος, όπως προβλέπεται πιο πάνω στους περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμους, πράγμα που αποτελεί βάση για σύγκρουση καθηκόντων.

3. Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 65 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων των 1990 έως 2009, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν την εργασία τους σ’ οποιοδήποτε χρόνο, εφόσον αυτό απαιτούν οι ανάγκες της υπηρεσίας τους.

Εφόσον, με βάση τους προτεινόμενους νόμους, μέλη δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων θα μπορούν να είναι δημόσιοι υπάλληλοι και κατά συνέπεια μέρος του χρόνου τους θα το αφιερώνουν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα εν λόγω συμβούλια, δε θα παρέχουν το σύνολο του χρόνου τους στη δημόσια υπηρεσία ως οφείλουν.

4. Η γνωμοδότηση της τριμελούς επιτροπής που προβλέπεται στους υπό αναφορά νόμους για το κατά πόσο υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των καθηκόντων της θέσης που κατέχει το υποψήφιο μέλος δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, αντίστοιχα, στη δημόσια ή εκπαιδευτική υπηρεσία ή σε νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου και των καθηκόντων του στο αξίωμα που αναλαμβάνει μπορεί να απαλλάσσει το ίδιο το μέλος από οποιαδήποτε σχετική ευθύνη, χωρίς να αποκλείει όμως το ενδεχόμενο τέτοιας σύγκρουσης.

Υπάρχει πληθώρα παραδειγμάτων σύγκρουσης μεταξύ των καθηκόντων των εκάστοτε δημοτικών ή κοινοτικών συμβούλων και των καθηκόντων των δημόσιων υπαλλήλων που υπηρετούν σε όλες σχεδόν τις κυβερνητικές υπηρεσίες οι οποίες έχουν αρμοδιότητες που άπτονται θεμάτων τοπικής αυτοδιοίκησης. Ενδεικτικά αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών σε σχέση με θέματα προϋπολογισμού, του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως σε σχέση με θέματα καθορισμού πολεοδομικών ζωνών, του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε σχέση με θέματα εκτίμησης αξίας γης για απαλλοτριώσεις των επαρχιακών διοικήσεων και πολλές άλλες υπηρεσίες.

5. Αναφορικά με την προτεινόμενη στους αναπεμφθέντες νόμους σύνθεση της τριμελούς επιτροπής, αναφέρονται τα ακόλουθα:

α. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τα άρθρα 112 έως 117 του συντάγματος, είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας και όχι εκτελεστικό όργανο, όπως είναι η προτεινόμενη επιτροπή. Περαιτέρω, γνωμοδοτεί επί νομικών θεμάτων μόνος του και όχι ως μέλος οποιασδήποτε επιτροπής.

β. Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τα άρθρα 115 έως 117 του συντάγματος, είναι προϊστάμενος της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και όχι εκτελεστικό όργανο. Περαιτέρω, τυχόν συμμετοχή του στην επιτροπή, που προνοείται στους αναπεμφθέντες νόμους, συγκρούεται με την αρμοδιότητά του για τον εκ των υστέρων έλεγχο.

γ. Ο διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα να γνωμοδοτεί ούτε αποτελεί “αρμόδια αρχή” είτε για τους δημόσιους υπαλλήλους και τους εκπαιδευτικούς είτε για τους υπαλλήλους οργανισμών δημόσιου δικαίου ούτε και τους εκπροσωπεί. Επομένως, δεν μπορεί να γνωμοδοτεί, είτε μόνος του είτε ως μέλος επιτροπής, για θέματα που ανατίθενται στην επιτροπή με βάση τους αναπεμφθέντες νόμους.

Κατά την επανεξέταση των αναπεμφθέντων νόμων, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών δήλωσε πως το υπουργείο του υιοθετεί τους λόγους της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, αφού αυτοί ταυτίζονται με τις θέσεις που εξέφρασε το υπουργείο του πριν από την ψήφιση των υπό αναφορά νόμων κατά τη συζήτησή τους στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών.

Ο διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσε ότι το τμήμα του συμφωνεί με τους λόγους της αναπομπής και ιδιαίτερα με αυτούς που αναφέρονται στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο, σημειώνοντας παράλληλα ότι οι λόγοι αυτοί είχαν λεχθεί από εκπροσώπους του τμήματός του και κατά τη συζήτηση του όλου θέματος στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δήλωσε πως οι λόγοι της αναπομπής εκφράζουν και τις θέσεις της Νομικής Υπηρεσίας.

Η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας δήλωσε πως ενημερώθηκε για τις πρόνοιες των πιο πάνω νόμων μετά την ψήφισή τους από τη Βουλή και αφού αναπέμφθηκαν στη Βουλή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εκφράζοντας η ίδια τις απόψεις της επί των προνοιών των υπό αναφορά νόμων, επισήμανε ότι τα θέματα τα οποία χειρίζονται τα δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια είναι τέτοια, που θα συγκρούονται πολλές φορές με τα καθήκοντα υπαλλήλων του δημοσίου. Περαιτέρω, αναφερόμενη σε παραδείγματα σύγκρουσης καθηκόντων δημόσιων υπαλλήλων με το αξίωμα δημοτικού ή κοινοτικού συμβούλου, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι τέτοια σύγκρουση θα προκύψει και στην περίπτωση υπαλλήλων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, σε περίπτωση που αναλάβουν τα πιο πάνω αξιώματα, τονίζοντας ότι δεν είναι δυνατό οι εν λόγω δημόσιοι υπάλληλοι να μετέχουν στα δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια στα οποία ως εκ της θέσεως που κατέχουν στην Ελεγκτική Υπηρεσία θα ασκούν εκ των υστέρων έλεγχο.

Όσον αφορά τη συμμετοχή εκπροσώπου του γραφείου της στην τριμελή επιτροπή που προβλέπεται στους πιο πάνω νόμους, η οποία θα αποφασίζει κατά πόσο υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των καθηκόντων της θέσης που κατέχει το υποψήφιο μέλος δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, αντίστοιχα, στη δημόσια ή εκπαιδευτική υπηρεσία ή σε νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου και των καθηκόντων του στο αξίωμα που αναλαμβάνει, τόνισε πως, όπως ορθά επισημαίνεται και στην αναπομπή, ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας δεν έχει εκτελεστική αρμοδιότητα και, ως εκ τούτου, θα δημιουργηθεί πρόβλημα ως προς την ανεξαρτησία του για τον εκ των υστέρων έλεγχο. Ειδικότερα, τέτοιο πρόβλημα ανέφερε θα δημιουργηθεί, σε περίπτωση που η τριμελής επιτροπή, στην οποία θα μετέχει εκπρόσωπος του γραφείου της, αποφανθεί εκ των προτέρων ότι δημόσιος λειτουργός μπορεί να αναλάβει το αξίωμα συμβούλου σε δημοτικό ή σε κοινοτικό συμβούλιο και κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο πράξεων των εν λόγω συμβουλίων από το γραφείο της αποδειχθεί τελικά ότι τα καθήκοντά του συγκρούονται με το αξίωμα που έχει αναλάβει. Συναφώς, επισήμανε η ίδια, σε περίπτωση που η Βουλή αποφασίσει να εμμείνει στην απόφασή της, δε θα μπορεί να συμμετέχει στην υπό αναφορά τριμελή επιτροπή εκπρόσωπος του γραφείου της για τους πιο πάνω λόγους που ανέφερε.

Στο στάδιο της επανεξέτασης του όλου θέματος από την επιτροπή, τα μέλη της υπέβαλαν ερωτήσεις σε σχέση με τους λόγους της αναπομπής και, αφού έλαβαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν τους, κατέληξαν στις πιο κάτω θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις συμφώνησαν με τους λόγους της αναπομπής όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 1ης Νοεμβρίου 2010, για τους λόγους που θα εκθέσουν αναλυτικά κατά τη συζήτηση των υπό αναφορά νόμων στην ολομέλεια της Βουλής.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και τα μέλη της βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών διαφώνησαν με τους λόγους της αναπομπής, που αναφέρονται στην πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, για τους λόγους που θα εκθέσουν αναλυτικά κατά τη συζήτηση των υπό αναφορά νόμων στην ολομέλεια της Βουλής. Ωστόσο, οι ίδιοι βουλευτές αποφάσισαν να τροποποιήσουν την πρόνοια που περιλαμβάνεται στους υπό αναφορά νόμους, αντίστοιχα, με την οποία προβλέπεται ότι ο Γενικός Έφορος Εκλογών θα αποφασίζει για το κατά πόσο υπάρχει σύγκρουση καθηκόντων προσώπων που κατέχουν θέσεις στη δημόσια ή εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή σε οργανισμό δημόσιου δικαίου με το αξίωμα του μέλους δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου έπειτα από σχετική γνωμοδότηση της υπό αναφορά τριμελούς επιτροπής, ώστε ο Γενικός Έφορος Εκλογών να αποφασίζει έπειτα από σχετική γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Υπό το φως των πιο πάνω θέσεών της, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού διαμόρφωσε τα κείμενα των νόμων στη βάση της πιο πάνω απόφασης της πλειοψηφίας της, εισηγείται στη Βουλή την απόρριψη των υπό αναφορά αναπομπών και την ψήφιση σε νόμους των εν λόγω διαμορφωμένων κειμένων.

 

9 Νοεμβρίου 2010

 
 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων