Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών για το νομοσχέδιο «Ο περί των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα της Σύναψης των Δημοσίων Συμβάσεων Νόμος του 2010»

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Ζαχαρίας Κουλίας
Σωτήρης Σαμψών Γιώργος Βαρνάβα
Κώστας Κωνσταντίνου Γιώργος Περδίκης
Πανίκος Χάμπας  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 18 Μαΐου, στις 15 Ιουνίου, στις 29 Ιουνίου και στις 6 Ιουλίου 2010. Η προτελευταία συνεδρία πραγματοποιήθηκε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών και την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών για την από κοινού εξέταση επί ειδικότερων θεμάτων που άπτονται του νομοσχεδίου. Στα πλαίσια της εξέτασης του νομοσχεδίου, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας, εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ο Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς και εκπρόσωποι του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και του ΚΕΒΕ. Η ΟΕΒ, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε στις συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η μεταφορά στην κυπριακή έννομη τάξη των διατάξεων της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2007, με στόχο την τροποποίηση των Οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων. Με τον προτεινόμενο νόμο επιπρόσθετα σκοπείται η ρύθμιση του δικαιώματος άσκησης προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, καθώς και των θεραπειών που είναι διαθέσιμες στη βάση τέτοιας προσφυγής.

Σημειώνεται ειδικότερα ότι οι διατάξεις του νομοσχεδίου αντικαθιστούν τις διατάξεις του Μέρους IV “Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών” του περί της Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμου του 2003, καθώς και τις διατάξεις των περί της Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) (Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών) Κανονισμών του 2003, οι οποίες καταργούνται. Ανεξάρτητα από την κατάργηση του πιο πάνω νόμου, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, που καθιδρύθηκε δυνάμει του εν λόγω νόμου, διατηρείται και συνεχίζει να λειτουργεί έχοντας τη συγκρότηση, τις αρμοδιότητες, τις εξουσίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται από ή δυνάμει των διατάξεων του υπό συζήτηση νομοσχεδίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ, τα κράτη μέλη υποχρεώνονται να θεσπίσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για συμμόρφωση προς τις πρόνοιες της εν λόγω Οδηγίας το αργότερο μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου 2009, αλλά, παρ’ όλες τις προσπάθειες, στην περίπτωση της Κύπρου αυτό δεν κατέστη δυνατό, λόγω του ότι απασχόλησαν τόσο την Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων όσο και τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας σοβαρά νομικά ερωτήματα.

Σημειώνεται επίσης ότι για την καθυστέρηση της μεταφοράς της εν λόγω Οδηγίας στο κυπριακό δίκαιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απευθυνόμενη προς την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με σχετική επιστολή της, ημερομηνίας 24 Ιουνίου 2010, γνωστοποίησε κείμενο αιτιολογημένης γνώμης, με την οποία καλεί την Κυπριακή Δημοκρατία να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα, προκειμένου να συμμορφωθεί με την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, για πλήρη συμμόρφωσή της με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ, εντός της προθεσμίας των δύο μηνών από την παραλαβή της προαναφερόμενης επιστολής γνωστοποίησης.

Σύμφωνα με το επεξηγηματικό σημείωμα που συνοδεύει το νομοσχέδιο, σε σύγκριση με την υφιστάμενη νομοθεσία, εισάγονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθες αλλαγές/βελτιώσεις:

1. Προβλέπεται ότι το πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου, σε αντίθεση με τον υφιστάμενο νόμο, όπου δεν καθορίζονται όρια εφαρμογής, καλύπτει μόνο συμβάσεις αξίας πέραν των κατώτατων ορίων, όπως αυτά καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες καλύπτονται από τις διατάξεις των Οδηγιών 2004/17/ΕΚ [Νόμος 11(Ι) του 2006] και 2004/18/ΕΚ [Μέρος ΙΙ του Νόμου 12(Ι) του 2006].

2. Παρέχεται το δικαίωμα στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών να κηρύσσει ανενεργές συμβάσεις που έχουν συναφθεί παράνομα.

3. Παρέχεται το δικαίωμα στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, όταν κρίνει ότι η σύμβαση έχει συναφθεί παράνομα, να επιβάλλει κυρώσεις στον αναθέτοντα φορέα ή αναθέτουσα αρχή που παρανομεί.

4. Καθορίζονται συγκεκριμένες ελάχιστες ανασταλτικές περίοδοι, οι οποίες, αν παραβιαστούν, αποτελούν λόγο κήρυξης μιας σύμβασης ως παράνομης.

5. Προβλέπεται η δυνατότητα σύναψης σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την οποία δε θα εφαρμόζεται η πρόνοια του νόμου για κήρυξη της σύμβασης ως ανενεργού, εφόσον:

α. η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας αποδείξει ότι η ανάθεση σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν επιτρεπτή, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί Σύναψης Δημόσιων Συμβάσεων,

β. η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας, ανάλογα με την περίπτωση, δημοσιεύσει προκήρυξη για την πρόθεσή της/του να συνάψει τη σύμβαση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

γ. η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας των δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την επομένη της δημοσίευσης της προκήρυξης για την πρόθεση σύναψης της σύμβασης.

6. Παρέχεται στους προσφέροντες το δικαίωμα άσκησης προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, με αίτημα την κήρυξη παράνομα συναφθείσας σύμβασης ως ανενεργού, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης ανάθεσης της σύμβασης ή την ημέρα ενημέρωσής τους, κατόπιν σχετικού ερωτήματος, ή, εν πάση περιπτώσει, εντός περιόδου έξι μηνών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία συνήφθη η σύμβαση.

Ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας, το Γραφείο του οποίου λειτουργεί ως η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων, δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι η ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο θα αποτελέσει θετικό βήμα στον παραπέρα εκσυγχρονισμό και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης των δημόσιων συμβάσεων και περαιτέρω θα συμβάλει στην εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που τροποποιεί προγενέστερες Οδηγίες. Βασική αλλαγή μεταξύ άλλων στο σχέδιο νόμου, σε σύγκριση με την υφιστάμενη νομοθεσία, πρόσθεσε, αποτελεί η αλλαγή στο πεδίο εφαρμογής, έτσι που η προτεινόμενη νομοθεσία, στα πλαίσια άσκησης προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, να καλύπτει μόνο συμβάσεις αξίας πέραν των κατώτατων ορίων, όπως αυτά καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, με το νομοσχέδιο παρέχεται το δικαίωμα στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών να κηρύσσει μια σύμβαση ανενεργό, στις περιπτώσεις συμβάσεων που έχουν ανατεθεί ή συναφθεί παράνομα.

Επιπρόσθετα, όσον αφορά το ειδικότερο θέμα που συζητήθηκε ενώπιον της επιτροπής και αφορά την παροχή δικαιώματος ακρόασης και στο ενδιαφερόμενο μέρος σε διαδικασίες προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, η Βοηθός Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας, με σχετική επιστολή της, ημερομηνίας 17 Ιουνίου 2010, προς τον πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, ανέφερε ότι το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας ως η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων δεσμεύτηκε ότι θα μελετήσει το εν λόγω θέμα με σοβαρότητα και σε βάθος με τους εμπλεκόμενους φορείς. Όπως επίσης πληροφορήθηκε η επιτροπή, για το ειδικό αυτό θέμα το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας απηύθυνε σχετική επιστολή προς τον πρόεδρο της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ημερομηνίας 16 Ιουνίου 2010, διαβιβάζοντας την παράκληση όπως η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών διεξαγάγει ενδελεχή μελέτη αναφορικά με τις λειτουργικές και διαρθρωτικές αδυναμίες της, με στόχο τον εντοπισμό τους και την έγκαιρη διόρθωσή τους. Προς την κατεύθυνση αυτή, ζητήθηκε από την Αρχή, με την ίδια επιστολή, να μελετήσει τις τυχόν επιπτώσεις που θα προκύψουν στη λειτουργία της, σε περίπτωση που καταστεί δυνατή η εισαγωγή του δικαιώματος ακρόασης του ενδιαφερόμενου μέρους σε διαδικασία προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών. Τα πορίσματα της μελέτης ή της διερεύνησης αυτής ζητήθηκε να υποβληθούν στο Γραφείο του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, έτσι που να παρασχεθεί η δυνατότητα να αξιολογηθούν για τον περαιτέρω χειρισμό τους από κοινού με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι με το σχέδιο νόμου, όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία, καθορίζεται η διαδικασία προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών αναφορικά με τον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων, σύμφωνα με τη νέα Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια, σ’ ό,τι αφορά τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, η βασική καινοτομία που εισάγεται με το νομοσχέδιο σχετικά με τη διαδικασία προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών είναι η νέα εξουσία που έχει αναθέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στα κράτη μέλη, έτσι που να παρέχεται το δικαίωμα στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών να κηρύσσει μια σύμβαση, η οποία παράνομα έχει συναφθεί, ως “ανενεργό σύμβαση”.

Επιπρόσθετα, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, το νομοσχέδιο καλύπτει μόνο συμβάσεις αξίας πέραν των κατώτατων ορίων, όπως αυτά καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως εκ τούτου, όπως η πιο πάνω εκπρόσωπος ανέφερε, δεν υπάρχει νομική υποχρέωση της Δημοκρατίας να περιλάβει στο πεδίο εφαρμογής του νομοσχεδίου συμβάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής που καλύπτουν οι υπό αναφορά Οδηγίες. Συναφώς, αναφέρεται, αποτελεί θέμα πολιτικής απόφασης η διαφοροποίηση του πεδίου εφαρμογής του νομοσχεδίου, έτσι που να καλύπτει και συμβάσεις που δεν υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια, όπως αυτά καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με την ίδια εκπρόσωπο, ο βασικός λόγος που η Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζει το ύψος των ποσών των δημόσιων συμβάσεων πέραν των κατώτατων ορίων, στα πλαίσια των οποίων παρέχεται το δικαίωμα άσκησης προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, αφορά ουσιαστικά τις περιπτώσεις σύναψης εκείνων των δημόσιων συμβάσεων που παρουσιάζουν διασυνοριακό ενδιαφέρον, έτσι που να μην μπορεί να αποκλειστεί κανένας οικονομικός φορέας άλλου κράτους μέλους από του να λάβει γνώση, μέσω της προκήρυξης του διαγωνισμού, και να προσφοροδοτήσει.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας ανέφερε περαιτέρω ότι συμφωνεί με το νομοσχέδιο, όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία, και ταυτόχρονα εξέφρασε την άποψη ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών πρέπει να ενισχυθεί με κάθε τρόπο, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ταχύτερη και πιο αποτελεσματική διαδικασία, όσον αφορά τη διεκπεραίωση των προσφυγών που βρίσκονται ενώπιόν της. Επισήμανε συναφώς ότι στο νομοσχέδιο εισάγεται προς την κατεύθυνση αυτή μια σημαντική πρόνοια, υπέρ της οποίας τάσσεται το Γραφείο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, που καθορίζει ότι το πεδίο εφαρμογής για παροχή δικαιώματος άσκησης προσφυγής καλύπτει, σε αντίθεση με την υφιστάμενη νομοθεσία, μόνο συμβάσεις αξίας πέραν των κατώτατων ορίων, όπως αυτά καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο πρόεδρος της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι συμφωνεί με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου, όπως αυτό κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία, καθώς και με τις σχετικές τροποποιήσεις που επήλθαν σε αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας της προτεινόμενης νομοθεσίας. Ταυτόχρονα όμως, με γραπτό αίτημά του προς την επιτροπή, εισηγήθηκε όπως συμπεριληφθεί διάταξη στο νομοσχέδιο που να αφορά την προστασία του προέδρου και των μελών της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, έτσι που να μην υπόκεινται σε ποινική δίωξη και να μην υπέχουν αστική ευθύνη για οτιδήποτε λέχθηκε ή έγινε κατά την καλόπιστη εκτέλεση των καθηκόντων τους, ρύθμιση που κατά παρόμοιο τρόπο υπάρχει και σε άλλες αντίστοιχες αρχές.

Ο Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι συμφωνεί με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου, όπως αυτό έχει κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι, από σχετική μελέτη που διενήργησε το Γραφείο του για την αυξητική τάση των προσφυγών προς την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, διαπίστωσε ότι αιτία αποτελεί στις πλείστες των περιπτώσεων η μη ορθή τήρηση των διαδικασιών αξιολόγησης των προσφορών, καθώς επίσης η μη ορθή στελέχωση των επιτροπών προσφορών από κατάλληλα εξειδικευμένο και εκπαιδευμένο προσωπικό.

Ο εκπρόσωπος του ΚΕΒΕ ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι συμφωνεί με το νομοσχέδιο, καθώς και με τις σχετικές τροποποιήσεις επί του κειμένου του, που στόχο έχουν τη βελτίωση της λειτουργικότητας και της αποδοτικότητας της προτεινόμενης νομοθεσίας.

Ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, προβαίνοντας σε ανάλυση των βασικότερων προνοιών του νομοσχεδίου, εισηγήθηκε ορισμένες τροποποιήσεις νομοτεχνικής κυρίως φύσεως, ώστε αυτό να καταστεί πιο λειτουργικό και αποδοτικό, χωρίς αυτές να επηρεάζουν την όλη φιλοσοφία του. Σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, η εισήγηση του συλλόγου, που ενδεχομένως να αλλάζει εν μέρει τη φιλοσοφία του σχεδίου νόμου, αφορά στη μη εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του νόμου των συμβάσεων των οποίων η αξία είναι κατώτερη των κατώτατων ορίων που προβλέπονται στο Νόμο αρ. 12(Ι) του 2006. Με την εισήγησή του αυτή ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος ουσιαστικά τάσσεται υπέρ της συνέχισης της υφιστάμενης διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία το πεδίο εφαρμογής για άσκηση προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών καλύπτει το σύνολο των δημόσιων συμβάσεων.

Για στοιχειοθέτηση των όσων ο ίδιος εκπρόσωπος ανέφερε ενώπιον της επιτροπής, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, με σχετική επιστολή του προς τον πρόεδρο και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, ημερομηνίας 3 Ιουνίου 2010, επισημαίνει ότι με τον προτεινόμενο νόμο περιορίζεται ριζικά η δικαιοδοσία της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών όσον αφορά την εξέταση προσφυγών στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων σε σύγκριση με ό,τι ισχύει σήμερα. Συγκεκριμένα, με τη ρύθμιση αυτή η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών θα έχει δικαιοδοσία, αν το νομοσχέδιο υιοθετηθεί χωρίς τροποποιήσεις, να επιλαμβάνεται μόνο δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών και προμηθειών ύψους €125.000 και άνω, αν οι αναθέτουσες αρχές είναι κεντρικές κυβερνητικές αρχές, ή €193.000, αν οι αναθέτουσες αρχές είναι άλλες. Για τις δημόσιες συμβάσεις έργων η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών θα έχει δικαιοδοσία, μόνο αν το ποσό της σύμβασης υπερβαίνει τα €4.845.000.

Περαιτέρω, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος θεωρεί ότι η αφαίρεση δικαιοδοσιών από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, που επιχειρείται με το νομοσχέδιο, είναι αδικαιολόγητη. Όπως επισημαίνεται από τον εν λόγω σύλλογο, η εναρμόνιση με το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί σε καμιά περίπτωση αφαίρεση δικαιοδοσιών από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών με τον τρόπο που προτείνεται, καθότι η Αρχή έχει θεσπιστεί με σκοπό να διευκολύνει την ταχεία ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων, κατά τρόπο που να συνάδει με τις αρχές της νομιμότητας, της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης.

Με βάση τα πιο πάνω, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος εισηγείται την τροποποίηση του προτεινόμενου νόμου με άρση των προτεινόμενων περιορισμών στο ύψος των προσφορών που είναι στη δικαιοδοσία της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών.

Μετά την όλη συζήτηση η οποία διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, ως η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων, και οι εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου συζήτησαν τις επιμέρους πτυχές του υπό αναφορά νομοσχεδίου, όπως αυτές εξετάστηκαν στην επιτροπή, και κατέληξαν σε ένα συμφωνημένο αναθεωρημένο κείμενο, το οποίο η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων, με επιστολή της στις 4 Ιουνίου 2010, κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής για περαιτέρω μελέτη.

Στο υπό αναφορά αναθεωρημένο κείμενο έχουν ενσωματωθεί μεταξύ άλλων οι ακόλουθες αλλαγές/βελτιώσεις επί του αρχικού κειμένου του νομοσχεδίου:

1. Ενσωματώνονται στο άρθρο 17 οι διατάξεις που εισηγήθηκε η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών για προστασία των μελών της από ποινική ή αστική ευθύνη.

2. Αναδιατυπώνεται το εδάφιο (2) του άρθρου 22, έτσι ώστε να προνοείται ότι, όταν δεν εκδίδεται απόφαση για προσωρινά μέτρα εντός της προθεσμίας των πέντε ημερών, το κώλυμα παρατείνεται μέχρι την ημερομηνία της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών για έκδοση προσωρινών μέτρων.

3. Διατηρείται η διάταξη η οποία αναφέρει ότι η απόφαση για τη λήψη προσωρινών μέτρων εκδίδεται από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών εντός πέντε εργάσιμων ημερών. Ωστόσο, για νομοτεχνικούς λόγους η διάταξη μεταφέρεται στο άρθρο 24 ως εδάφιο (3). Περαιτέρω, με την αναδιατύπωση των διατάξεων του άρθρου αυτού προνοείται επίσης ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών έχει υποχρέωση εντός δύο ημερών από την κοινοποίηση της προσφυγής στην αναθέτουσα αρχή να καλεί τις δύο πλευρές σε ακρόαση επί του ενδεχομένου λήψης προσωρινών μέτρων και το αργότερο εντός πέντε ημερών από την κοινοποίηση της προσφυγής να αποφασίζει για τη λήψη μέτρων.

Κατά τη διάρκεια της κοινής συνεδρίας των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών και Νομικών, τις δύο επιτροπές απασχόλησαν νομικά ζητήματα που άπτονται του νομοσχεδίου. Συναφώς, αναφέρεται ότι μέλη της επιτροπής Νομικών έκριναν χρήσιμο να εκφράσουν τις απόψεις τους επί συγκεκριμένων άρθρων του προτεινόμενου νόμου τα οποία χρήζουν βελτίωσης, τόσο από άποψη ουσίας όσο και από νομοτεχνική άποψη, λόγω της σοβαρότητας του νομοθετικού πλαισίου που το σχέδιο νόμου ρυθμίζει και των τυχόν επιπτώσεων που αυτό μπορεί να έχει στην αποτελεσματικότητα των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων. Μεταξύ άλλων, οι κυριότερες τροποποιήσεις/βελτιώσεις που οι εν λόγω βουλευτές εισηγήθηκαν είναι οι ακόλουθες:

1. Γίνεται εισήγηση για τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου, ώστε να παρέχεται στο ενδιαφερόμενο μέρος το δικαίωμα άσκησης προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, ειδικά όσον αφορά τις συμβάσεις έργων του δημοσίου και συμβόλαια των οποίων η εκτιμώμενη αξία, εκτός φόρου προστιθέμενης αξίας, είναι κατώτερη από τα κατώτατα όρια που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, που στην περίπτωση των δημόσιων συμβάσεων έργων αυτή τη στιγμή καθορίζονται στην εκτιμημένη αξία των €4.845.000.

2. Όσον αφορά ειδικότερα τις προθεσμίες άσκησης προσφυγής που αναφέρονται στο άρθρο 21, γίνεται εισήγηση όπως παραταθεί η προθεσμία των δέκα ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες ή υποψηφίους, έτσι που να παρέχεται στους τελευταίους επαρκής χρόνος, για να μελετήσουν κατά πόσο θα ασκήσουν προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών.

3. Ως προς το θέμα που αφορά τις προθεσμίες άσκησης προσφυγής, με αίτημα την κήρυξη σύμβασης ως ανενεργού, όπως καθορίζεται στο άρθρο 26, γίνεται εισήγηση όπως τόσο για το χρονικό διάστημα των τριάντα ημερών όσο και για το χρονικό διάστημα των έξι μηνών, που παρέχονται από την επομένη της ημέρας κατά την οποία υπήρξε απόφαση για ανάθεση/σύναψη της σύμβασης, η εν λόγω απόφαση γνωστοποιείται στους ενδιαφερόμενους φορείς.

4. Αναφορικά με το θέμα που καθορίζει τις προϋποθέσεις κήρυξης παράνομα συναφθείσας σύμβασης ως ανενεργού, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 27, γίνεται εισήγηση να διαγραφεί η δυνητική πρόνοια από την εν λόγω διάταξη, έτσι ώστε να αναφέρεται ότι, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, παρέχεται το δικαίωμα στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών με απόφασή της αναφορικά με προσφυγή που ασκείται ενώπιόν της να κηρύσσει, και όχι να δύναται να κηρύσσει, τη σύμβαση ανενεργό.

5. Γίνεται εισήγηση για επανακαθορισμό της έκτασης των συνεπειών της κήρυξης μιας σύμβασης ως ανενεργού, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 30, ώστε η κήρυξη σύμβασης ως ανενεργού να έχει αναδρομική ισχύ.

Ως αποτέλεσμα της συζήτησης που διεξήχθη στην κοινή συνεδρία των δύο επιτροπών και αφού η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μελέτησε τις εισηγήσεις ή και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις που τέθηκαν εκ μέρους των βουλευτών, με σχετική επιστολή της, ημερομηνίας 5 Ιουλίου 2010, προέβη, με τη σύμφωνη γνώμη της Αρμόδιας Αρχής Δημόσιων Συμβάσεων, καθώς και της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, σε αναδιατύπωση του άρθρου 27, έτσι που η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών να υποχρεούται, αντί να δύναται, να κηρύσσει μια συναφθείσα σύμβαση ως ανενεργό, με εξαίρεση μόνο τις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται τα άρθρα 28 και 29 του νομοσχεδίου. Σύμφωνα με την ίδια εκπρόσωπο, η εν λόγω τροποποίηση συνάδει πλήρως με τις πρόνοιες της κοινοτικής Οδηγίας.

Υπό το φως των πιο πάνω, τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, αφού έλαβαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν τους και ιδιαίτερα τη δέσμευση της Κύπρου έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης για εναρμόνιση με τη νέα Οδηγία που αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων, εισηγούνται την παραπομπή του υπό συζήτηση νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος για συζήτηση και λήψη τελικής απόφασης, με την επιφύλαξη όλων να τοποθετηθούν επί του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια.

Σημειώνεται ότι στο νομοσχέδιο που αποστέλλεται στην ολομέλεια για συζήτηση έχουν ενσωματωθεί από την επιτροπή όλες οι τροποποιήσεις και βελτιώσεις που επέφερε η εκτελεστική εξουσία σ’ αυτό σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία, περιλαμβανομένης και της πρόνοιας που καθιστά υποχρεωτική την κήρυξη μιας συναφθείσας σύμβασης ως ανενεργού υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Ταυτόχρονα, με την ευκαιρία αυτή, η επιτροπή καλεί την εκτελεστική εξουσία και την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών να προχωρήσουν τάχιστα, όπως ήταν εξάλλου και η σχετική δέσμευσή τους ενώπιον της επιτροπής, στις απαραίτητες εκείνες νομοθετικές ρυθμίσεις που θα συμβάλουν αποτελεσματικά στην επίλυση των οιωνδήποτε λειτουργικών και διαρθρωτικών αδυναμιών της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ώστε να καταστεί η λειτουργία της πιο αποτελεσματική και αποδοτική. Περαιτέρω, μέσα στα πλαίσια αυτά, η εκτελεστική εξουσία θα πρέπει να διερευνήσει και το ενδεχόμενο εισαγωγής σχετικής πρόνοιας στην υπό αναφορά νομοθεσία, με την οποία να παρέχεται το δικαίωμα ακρόασης και στο ενδιαφερόμενο μέρος σε μια διαδικασία προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών.

 

6 Ιουλίου 2010

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων