Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα «Η συμμετοχή της Cyta στη διαδικασία προσφορών για την ψηφιακή πλατφόρμα, παρά την αντίθετη πολιτική βούληση της πλειοψηφίας της Βουλής, όπως εκφράστηκε σε σειρά συγκεκριμένων νομοθετικών και άλλων διαβημάτων της Βουλής»

Παρόντες:

          Ρίκκος Ερωτοκρίτου, πρόεδρος                   Μη μέλη της επιτροπής:

          Γιαννάκης Θωμά                                             Αβέρωφ Νεοφύτου

          Κλαύδιος Μαυροχάννας                                Ιωνάς Νικολάου

          Πανίκκος Σταυριανός                                     Λευτέρης Χριστοφόρου

          Ανδρέας Θεμιστοκλέους                                Γιώργος Βαρνάβα

          Ανδρέας Αγγελίδης                                        Γιώργος Περδίκης

          Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως συζήτησε το πιο πάνω θέμα κατ’  εντολή της ολομέλειας του σώματος σε έκτακτη συνεδρία της, που  πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουλίου 2010.  Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, ο Επίτροπος Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων και ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ο Ανώτερος Εκτελεστικός Διευθυντής της Cyta.

          Όπως είναι γνωστό, η ανάγκη συζήτησης του πιο πάνω θέματος σε έκτακτη συνεδρία της επιτροπής προέκυψε μετά από απόφαση της ολομέλειας του σώματος, ημερομηνίας 1ης Ιουλίου 2010.  Στη συνεδρίαση αυτή ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Δημοκρατικού Συναγερμού κ. Χρήστος Πουργουρίδης έθεσε στο σώμα προ ημερησίας διατάξεως την ανάγκη συζήτησης του θέματος στο Κεφάλαιο Τέταρτο.  Συναφώς, η ολομέλεια του σώματος αποφάσισε την παραπομπή του θέματος στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή για συζήτηση και υποβολή σχετικής έκθεσης προς το σώμα μέχρι την επόμενη συνεδρία της ολομέλειας στις 8 Ιουλίου 2010.

          Εισάγοντας το υπό αναφορά θέμα, ο πρόεδρος της επιτροπής προέβη σε αναφορά μιας σειράς ενεργειών της Βουλής με τις οποίες εκφράσθηκε η πολιτική βούληση της πλειοψηφίας του σώματος αναφορικά με τη συμμετοχή της Cyta στη διαδικασία διεκδίκησης της ψηφιακής πλατφόρμας, την οποία η Cyta αγνόησε συμμετέχοντας στη διαδικασία προσφορών για εξασφάλισή της.

          Ειδικότερα, ο πρόεδρος της επιτροπής έκανε αναφορά στα ακόλουθα γεγονότα:

1.             Στις 25 Φεβρουαρίου 2010 κατατέθηκε στη Βουλή πρόταση νόμου από τους βουλευτές κ. Λευτέρη Χριστοφόρου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και κ. Νικόλα Παπαδόπουλο, βουλευτή της εκλογικής περιφέρειας Λευκωσίας, με σκοπό την τροποποίηση του περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών Νόμου, ώστε να απαγορευθεί η συμμετοχή της Cyta στο διαγωνισμό για την ψηφιακή πλατφόρμα. 

2.             Η υπό αναφορά πρόταση νόμου ψηφίστηκε σε νόμο από την ολομέλεια του σώματος στις 15 Απριλίου 2010.

3.             Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ασκώντας το δικαίωμα που παρέχει σ’  αυτόν το άρθρο 51.1 του συντάγματος, στις 26 Απριλίου 2010 ανέπεμψε τον ψηφισθέντα νόμο, για επανεξέτασή του από τη Βουλή στις 6 Μαΐου 2010.

4.             Η ολομέλεια του σώματος, αποφασίζοντας βάσει του άρθρου 51.3 του συντάγματος, απέρριψε την αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 6 Μαΐου 2010.

5.             Ακολούθως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 20 Μαΐου 2010, ασκώντας το δικαίωμα που παρέχει σ’  αυτόν το άρθρο 140 του συντάγματος, προέβη σε αναφορά του ψηφισθέντος νόμου στο Ανώτατο Δικαστήριο.  Η απόφαση επί της αναφοράς του Προέδρου της Δημοκρατίας εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

6.             Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, εξετάζοντας τον προϋπολογισμό της Cyta για το οικονομικό έτος 2010, ο οποίος κατατέθηκε στη Βουλή στις 28 Φεβρουαρίου 2010, αποφάσισε κατά πλειοψηφία των μελών της να προχωρήσει σε εισήγηση για δέσμευση σχετικού κονδυλίου ύψους €3.000.000 από συνολικό κονδύλι ύψους €13.350.000 (Δίκτυα Προστιθέμενης Αξίας και Ανάπτυξης Λογισμικού) για τη διενέργεια των δαπανών σε σχέση με την πλατφόρμα επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, εισήγηση η οποία έγινε δεκτή από την ολομέλεια του σώματος κατά την ψήφιση σε νόμο του υπό συζήτηση προϋπολογισμού στις 24 Μαρτίου 2010.

7.             Ακολούθως, η Cyta με επιστολή της, ημερομηνίας 31ης Μαρτίου 2010, όπως και το καθ’  ύλην αρμόδιο υπουργείο επίσης με επιστολή του, ημερομηνίας 9 Απριλίου 2010, ζήτησαν από την ίδια επιτροπή την αποδέσμευση του σχετικού κονδυλίου, η οποία κατά πλειοψηφία των μελών της αποφάσισε τη μη αποδέσμευσή του.  Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στο αρμόδιο υπουργείο και ειδικότερα στο γενικό διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών με επιστολή του γενικού διευθυντή της Βουλής ημερομηνίας 11 Μαΐου 2010.  

          Επιπροσθέτως των πιο πάνω, ο πρόεδρος της επιτροπής επισήμανε ότι, παρά τις πιο πάνω νομοθετικές ενέργειες, η Cyta προχώρησε με τις διαδικασίες των προσφορών για διεκδίκηση της ψηφιακής πλατφόρμας πριν από την 30ή Μαρτίου 2010, δηλαδή προτού ακόμη ψηφισθεί σε νόμο από τη Βουλή ο προϋπολογισμός του οργανισμού για το 2010.  Οι ενέργειες της Cyta δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά για τη νομιμότητα των πράξεων του οργανισμού, αφού η συμμετοχή της Cyta σε πλειοδοτικό διαγωνισμό επιχειρήθηκε χωρίς να έχει ουσιαστικά εκ των προτέρων εξασφαλισθεί νομίμως το απαιτούμενο για τη συμμετοχή αυτή κονδύλι.

          Σύμφωνα με τον πρόεδρο της επιτροπής, η εξέλιξη του όλου θέματος και οι χειρισμοί που έγιναν από την πλευρά της Cyta, καθ’  ην στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη διάφορες διαδικασίες που άπτονται των νομοθετικών διαβημάτων που αναφέρονται πιο πάνω, εγείρουν θέματα δεοντολογίας.  Γι’  αυτό κρίνεται σκόπιμο να δοθούν οι αναγκαίες επεξηγήσεις για τους λόγους που η Cyta αποφάσισε να προχωρήσει με συμμετοχή της στον πλειοδοτικό διαγωνισμό για διεκδίκηση της πλατφόρμας επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, καθ’  ην στιγμή τα αναγκαία για το σκοπό αυτό κονδύλια που προβλέπονται στον προϋπολογισμό του οργανισμού για το 2010 παραμένουν δεσμευμένα.  Όπως σχετικά ανέφερε, στο παρόν στάδιο τίθεται θέμα προάσπισης του θεσμικού κύρους οργάνων της πολιτείας και ειδικότερα του νομοθετικού σώματος.

          Καταθέτοντας τις θέσεις και απόψεις τους οι κυριότεροι από τους κληθέντες ενώπιον της επιτροπής και απαντώντας σε διάφορα ερωτήματα που τέθηκαν ενώπιόν τους, ανέφεραν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

          Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αφού πρώτα διευκρίνισε ότι δεν ενεργεί ως νομικός σύμβουλος της Cyta και ότι ουδέποτε τέθηκε ενώπιόν του το όλο ζήτημα, επισήμανε τα ακόλουθα:

1.             Η Cyta ενήργησε με τον τρόπο που έκρινε ότι εξυπηρετούνταν καλύτερα τα συμφέροντά της, θεωρώντας ότι υπάρχει ηθικός μόνο περιορισμός και όχι θεσμικός. 

2.             Το δίλημμα που είχε ενώπιον της η Cyta συνίστατο είτε στο να μην προχωρήσει με συμμετοχή της στο σχετικό πλειοδοτικό διαγωνισμό και να αποκλεισθεί οριστικά από την όλη διαδικασία είτε στο να προχωρήσει και να αντιμετωπίσει τις όποιες συνέπειες.  Εν πάση περιπτώσει, αφού υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει το ενδεχόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο να κρίνει την ψηφισθείσα σε νόμο πρόταση νόμου αντισυνταγματική, η ενδεχόμενη μη συμμετοχή της θα είχε ως αποτέλεσμα η Cyta να παραμείνει αδίκως εκτός του διαγωνισμού.

3.             Στη βάση του πιο πάνω διλήμματος και παρά το γεγονός ότι τα απαιτούμενα για διεκδίκηση της πλατφόρμας επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης κονδύλια παρέμεναν δεσμευμένα, η Cyta αποφάσισε να συμμετάσχει στην όλη διαδικασία, αφού υπήρχε η δυνατότητα το τίμημα να καταβαλλόταν εμπρόθεσμα και εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τους όρους βάσει των οποίων προκηρύχθηκε ο σχετικός διαγωνισμός σε διάστημα ενός μηνός.

4.             Στο διάστημα εντός του οποίου, βάσει των όρων του διαγωνισμού, παρέχεται η δυνατότητα καταβολής του τιμήματος η Cyta είχε τη δυνατότητα να επανέλθει  στη Βουλή με αίτημα για αποδέσμευση των σχετικών κονδυλίων.  Σε περίπτωση μη εξασφάλισης της ζητούμενης αποδέσμευσης, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να ετίθετο απλώς εκτός του διαγωνισμού, για το λόγο ότι δε θα κατέβαλλε έγκαιρα το σχετικό τίμημα.  Σε τέτοια περίπτωση, η όλη διαδικασία θα προχωρούσε με το δεύτερο επιτυχόντα προσφοροδότη χωρίς να υπάρχει άλλη συνέπεια παρά μόνο το ενδεχόμενο η καταβληθείσα από τη Cyta εγγύηση να απολεσθεί. 

          Επιπροσθέτως των πιο πάνω, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επισήμανε στην επιτροπή ότι στο δεδομένο χρόνο κατά τον οποίο υποβλήθηκε από τη Cyta η προσφορά για συμμετοχή στο διαγωνισμό διεκδίκησης της πλατφόρμας επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, δηλαδή κατά το Φεβρουάριο του 2010, ο οργανισμός ούτως ή άλλως δεν ήταν ενήμερος για τις προθέσεις της Βουλής, αφού ούτε ο προϋπολογισμός του για το έτος 2010 είχε ακόμη εγκριθεί από τη Βουλή ούτε και η σχετική πρόταση νόμου είχε ψηφισθεί σε νόμο.  Επισήμανε επίσης ότι η μοναδική, κατά τη γνώμη του, παρατυπία η οποία μπορεί να καταλογισθεί στη Cyta είναι το γεγονός ότι, μετέχοντας στο σχετικό διαγωνισμό, πλειοδότησε για ποσό το οποίο υπερβαίνει το προνοούμενο στον προϋπολογισμό του 2010 ποσό, προσεγγίζοντας τα €4,1 εκατομ. αντί του ποσού των €3 εκατομ., που προβλέπεται στον υπό αναφορά προϋπολογισμό.  Η υπέρβαση αυτή προσκρούει στην οικεία νομοθεσία, αφού εκφεύγει των ορίων που τίθενται απ’  αυτή δημιουργώντας κώλυμα.

          Σύμφωνα με τον ίδιο κρατικό αξιωματούχο, η συγκεκριμένη υπέρβαση του ύψους του σχετικού κονδυλίου που είχε εγκριθεί από τη Βουλή αποτελεί εσφαλμένη ενέργεια της Cyta, συνιστά παραβίαση των ορίων που τέθηκαν με τον εγκριθέντα προϋπολογισμό και, παρά το γεγονός ότι οι υπερβάσεις καλύπτονται συνήθως με την εκ των υστέρων έγκριση συμπληρωματικών πιστώσεων, η διαδικασία αυτή, κατά την κρίση του, δεν είναι ορθή.

          Εν κατακλείδι, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι οι ενέργειες της Cyta σε σχέση με την αρχική απόφαση της Βουλής για μη αποδέσμευση του συγκεκριμένου κονδυλίου έγιναν μέσα στα όρια που έθεσε η Βουλή.  Κατά τη γνώμη του, οι ενέργειες που έγιναν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχουν μόνο το στοιχείο της παράκαμψης της επιθυμίας της Βουλής και όχι της περιφρόνησής της, υπό το φως του ότι σε κάποιο στάδιο η Cyta θα επανερχόταν στη Βουλή επιχειρηματολογώντας, ώστε να τη μεταπείσει να τροποποιήσει τις αποφάσεις της και να αποδεσμεύσει το συγκεκριμένο κονδύλι, ύψους €3 εκατομ. 

          Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, ως ο εκπρόσωπος του καθ’  ύλην αρμόδιου υπουργείου, καταθέτοντας ενώπιον της επιτροπής, συντάχθηκε με τις θέσεις που εξέφρασε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας σε σχέση με τη νομιμότητα των ενεργειών της Cyta.  Διευκρίνισε επίσης ότι, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο αποφανθεί σε σχέση με τη συνταγματικότητα ή μη της ψηφισθείσας από τη Βουλή νομοθεσίας στην αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, τότε το Υπουργείο Οικονομικών θα ενεργήσει ανάλογα.  Ο ίδιος αρμόδιος δήλωσε επίσης ότι με την ακολουθηθείσα από τη Cyta διαδικασία εξυπηρετείται τόσο ο καταναλωτής όσο και το δημόσιο συμφέρον.

          Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Cyta, καταθέτοντας ενώπιον της επιτροπής, δήλωσε τα ακόλουθα:

1.             Η Cyta έλαβε το πολιτικό μήνυμα της Βουλής, όπως αυτό εκφράστηκε μέσα από διάφορα νομοθετικά διαβήματα, ενώ ήδη βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαδικασίες συμμετοχής της Αρχής στο διαγωνισμό για διεκδίκηση της πλατφόρμας της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης. 

2.             Η Cyta θεωρεί ότι η μόνη εκπεφρασμένη θέση της Βουλής έγινε μέσω της ψήφισης της σχετικής πρότασης νόμου, της οποίας η τύχη εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η οποία απαγορεύει στη Cyta να λειτουργεί από μόνη της ραδιοδίκτυα επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, αλλά δεν της απαγορεύει να διεκδικεί μέσω του σχετικού διαγωνισμού την πλατφόρμα της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης. 

3.             Σε περίπτωση που η Cyta ήταν η νικήτρια του σχετικού διαγωνισμού, θα είχε  κατόπιν το δικαίωμα να επιδιώξει συνεργασίες για λειτουργία της πλατφόρμας της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης προς συμμόρφωση με την ψηφισθείσα από τη Βουλή νομοθεσία.  Ερμηνεύοντας ειδικότερα τις πρόνοιες της σχετικής πρότασης νόμου, η Cyta θεώρησε ότι η απαγορευτική διάταξη αφορούσε αυτή και μόνη τη “λειτουργία” της πλατφόρμας και όχι το δικαίωμα συμμετοχής της στο σχετικό διαγωνισμό για εξασφάλισή της. 

4.             Η βούληση του νομοθετικού σώματος έγινε απόλυτα σεβαστή από τη Cyta και θα συνεχίσει να γίνεται σεβαστή, εφόσον η ψηφισθείσα από τη Βουλή πρόταση νόμου που εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μετά την αναφορά της από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κριθεί συνταγματική.

5.             Η Cyta αποτελεί νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, το διοικητικό συμβούλιο του οποίου είναι υπόλογο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και κατ’  επέκταση στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο προβαίνει και στο διορισμό των μελών του.  Αφ’ ης στιγμής το κράτος εξέδωσε διάταγμα για προκήρυξη της διαδικασίας διεκδίκησης της πλατφόρμας επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, η Cyta είχε κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην όλη διαδικασία ως διαγωνιζόμενη σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας.

6.             Η εκτελεστική εξουσία έχει ήδη εκφράσει την αντίθεσή της στις σχετικές ενέργειες του νομοθετικού σώματος με την αναπομπή κατά πρώτο λόγο της ψηφισθείσας πρότασης νόμου προς επανεξέταση από το σώμα και κατά δεύτερο λόγο με την αναφορά του ψηφισθέντος νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στο Ανώτατο Δικαστήριο.

          Όσον αφορά ειδικότερα την υπέρβαση του προβλεφθέντος στον προϋπολογισμό της Cyta για το 2010 κονδυλίου ύψους €3 εκατομ., οι αξιωματούχοι της Cyta δήλωσαν στην επιτροπή ότι, όταν η υλοποίηση των έργων που προνοούνται στους ετήσιους προϋπολογισμούς αναμένεται ότι θα επεκταθεί πέραν του ενός οικονομικού έτους, γίνεται πρόνοια για τις δαπάνες που θα απαιτηθούν μόνο για το πρώτο έτος υλοποίησης.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το κονδύλι των €3 εκατομ. που περιλήφθηκε στον προϋπολογισμό της Cyta για το 2010 και εγκρίθηκε ποσό ύψους €2 εκατομ. αφορά την άδεια λειτουργίας της πλατφόρμας και ποσό ύψους €1 εκατομ. τη δαπάνη για τον εξοπλισμό.  Το συνολικό όμως ποσό για περίοδο δεκαπέντε χρόνων ανέρχεται στα €19 εκατομ. 

          Σημειώνεται ότι στο στάδιο της εξέτασης του υπό αναφορά θέματος, πέραν της συζήτησης που διεξήχθη αναφορικά με τη νομιμότητα ή μη των ενεργειών της Cyta να προχωρήσει με συμμετοχή της στο διαγωνισμό για διεκδίκηση της πλατφόρμας  επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, όπως και του δεοντολογικού ή άλλου συναφούς ζητήματος που είναι δυνατό να δημιουργείται σε συσχετισμό με τη βούληση και τις ενέργειες του νομοθετικού σώματος, εγέρθηκαν επίσης διάφορα παρεμφερή ζητήματα που άπτονται οικονομικών και άλλων τεχνικών πτυχών του όλου θέματος.  Τα σημεία που προκύπτουν μέσα από τη συζήτηση των πτυχών αυτών αφενός εκφεύγουν του θέματος, όπως αυτό παραπέμφθηκε για εξέταση από την επιτροπή κατ’ εντολή της ολομέλειας, και αφετέρου δεν παρέχεται χρόνος να αναλυθούν στην παρούσα έκθεσηΚαι αυτό, λόγω του περιορισμένου χρόνου που μεσολαβεί από την παραπομπή του θέματος στην επιτροπή και τη συζήτησή του από την ολομέλεια στη συνεδρίαση του σώματος που έχει οριστεί για τις 8 Ιουλίου 2010.  Ωστόσο, τα σημεία αυτά περιλαμβάνονται στα τηρηθέντα πλήρη πρακτικά της συνεδρίας της επιτροπής, τα οποία είναι κατατεθειμένα στο Αρχείο της Βουλής και στη διάθεση όλων των μελών του σώματος. 

          Υπό το φως της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής, των στοιχείων και άλλων επεξηγήσεων που κατατέθηκαν από τους κληθέντες κυβερνητικούς και άλλους αρμοδίους, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως αποφάσισε, σύμφωνα με τους όρους εντολής της, να υποβάλει την παρούσα έκθεση στο σώμα για συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας όλες οι πλευρές που εκπροσωπούνται στην επιτροπή έχουν επιφυλαχθεί να εκθέσουν τις θέσεις τους επί του υπό συζήτηση θέματος.

 

7 Ιουλίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων