Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας και Φυσικών Πόρων για τους κανονισμούς «Οι περί της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 Κανονισμοί του 2004 (Καταργητικοί) Κανονισμοί του 2010» και «Οι περί της Υγείας των Ζώων (Αναγνώριση και Καταγραφή των Αιγοπροβάτων) Κανονισμοί του 2010»

Παρόντες:

          Ντίνος Χατζηνικόλας, πρόεδρος                                Κυριάκος Χατζηγιάννη

          Πανίκος Χάμπας                                                         Σοφοκλής Φυττής

          Γιαννάκης Γαβριήλ                                                       Αντώνης Αντωνίου

          Γεώργιος Τάσου                                                          Φειδίας Σαρίκας

          Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων μελέτησε τους υπό αναφορά κανονισμούς σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 24 Ιουνίου και την 1η Ιουλίου 2010.  Στο στάδιο της εξέτασης των κανονισμών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή εκπρόσωποι του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο Βοηθός Επίτροπος Αγροτικών Πληρωμών, εκπρόσωποι των αγροτικών οργανώσεων ΠΕΚ, ΕΚΑ και “Αγροτική”, της Παγκύπριας Οργάνωσης Ποιμνιοτρόφων, του Παγκύπριου Συνδέσμου Εμπόρων Ζώων και Κρεάτων, της Κυπριακής Εταιρείας Προστασίας Ζώων, καθώς και των σφαγείων Κοφίνου, Αγίων Τριμιθιάς και “Α&Α Sfagia Ltd”.  Οι αγροτικές οργανώσεις “Παναγροτικός Σύνδεσμος” και “Ευρωαγροτικός”, η Συντονιστική Επιτροπή Οργανώσεων και Ομάδων Αιγοπροβατοτρόφων, ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Εργαστηρίων Κοπής Κρέατος, τα σφαγεία Πόλης Χρυσοχούς και “Cypra Ltd”, καθώς και η εταιρεία “Sigan Management Ltd”, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στη συνεδρία της επιτροπής.  Ωστόσο, σημειώνεται ότι στην επιτροπή παρευρέθηκαν εκπρόσωποι της Παγκύπριας Οργάνωσης Ποιμένων “Άγιος Μόδεστος” και της Παγκύπριας Οργάνωσης Επαγγελματιών Αιγοπροβατοτρόφων Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ, οι οποίες αποτελούν μέλη της προαναφερθείσας Συντονιστικής Επιτροπής Οργανώσεων και Ομάδων Αιγοπροβατοτρόφων.

          Σκοπός των πρώτων προτεινόμενων κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7 του περί της Εφαρμογής Κοινοτικών Κανονισμών στον Τομέα της Κτηνιατρικής Νόμου, είναι η κατάργηση των υφιστάμενων περί της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 Κανονισμών του 2004, στα πλαίσια της εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και πιο συγκεκριμένα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2003 για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και των Οδηγιών 92/102/ΕΟΚ και 64/432/ΕΟΚ, καθώς και με την Απόφαση της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2006 για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές και διαδικασίες για την ηλεκτρονική αναγνώριση των αιγοπροβάτων.

          Σκοπός των δεύτερων προτεινόμενων κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 14 του περί της Υγείας των Ζώων Νόμου, είναι η θέσπιση δευτερογενούς νομοθεσίας, σε αντικατάσταση των πιο πάνω υπό κατάργηση κανονισμών, για τη δημιουργία ενός νέου ηλεκτρονικού συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων, ώστε να ολοκληρωθεί η εναρμόνιση του εθνικού νομοθετικού πλαισίου με τις πιο πάνω πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

          Ειδικότερα, με τους δεύτερους υπό αναφορά κανονισμούς προτείνονται, μεταξύ άλλων,  ρυθμίσεις αναφορικά με τα ακόλουθα:

1.             Την εισαγωγή του όρου “σεσημασμένο ζώο” και της ερμηνείας του ως του ζώου που φέρει δύο ενώτια με τον ίδιο κωδικό αναγνώρισης ή ένα ενώτιο και ενδοστομαχικό βόλο και τα στοιχεία του οποίου έχουν καταχωριστεί στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που διατηρείται στα πλαίσια του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής ζώων που εφαρμόζεται από το Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών.

2.             Την έκδοση άδειας λειτουργίας κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης, τα στοιχεία της οποίας θα καταχωρίζονται στην προαναφερθείσα βάση δεδομένων και θα της χορηγείται κωδικός αναγνώρισης από την πιο πάνω αρμόδια αρχή.

3.             Την υποχρέωση των κατόχων ζώων να ειδοποιούν γραπτώς την αρμόδια αρχή για τις γεννήσεις ζώων που πραγματοποιούνται στις κτηνοτροφικές τους εκμεταλλεύσεις το αργότερο ενενήντα μέρες από την ημερομηνία γέννησης του ζώου, ώστε αυτή να προβαίνει στη σήμανσή του.

4.             Τον καθορισμό των διαδικασιών μετακίνησης ζώων από εκμετάλλευση σε εκμετάλλευση ή και τη μεταφορά τους για σφαγή.

5.             Την ενημέρωση του φορέα συλλογής και διάθεσης νεκρών ζώων αναφορικά με τους θανάτους ζώων που επισυμβαίνουν στις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από το θάνατο του ζώου.

6.             Την ανάθεση στα σφαγεία ζώων του ελέγχου της ορθότητας των πληροφοριών που υποχρεωτικά συνοδεύουν τα ζώα που παραδίνονται σε αυτά για σφαγή, τόσο με επιθεώρηση των σημάτων αναγνώρισης των ζώων όσο και με επαλήθευση των εν λόγω στοιχείων με αυτά που είναι καταχωρισμένα στη βάση δεδομένων που διατηρεί το Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών.  Περαιτέρω, τα σφαγεία υποχρεούνται να αναφέρουν σε καθημερινή βάση στο Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών τους κώδικες αναγνώρισης των ζώων που εισήλθαν και σφάχτηκαν σε αυτά μέσω ηλεκτρονικού αρχείου, η μορφή του οποίου αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή.

7.             Τα μέτρα που δύνανται να ληφθούν σε περίπτωση παραβίασης των προνοιών των υπό εξέταση κανονισμών.

8.             Τον καθορισμό των εντύπων που απαιτούνται για υποβολή στους ανάλογους φορείς σε σχέση με τις δραστηριότητες που αναφέρονται πιο πάνω.

          Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή, οι προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις κρίνονται αναγκαίες στα πλαίσια των προσπαθειών διασφάλισης της δημόσιας υγείας και βελτίωσης των προσφερόμενων στους καταναλωτές ζωικών προϊόντων.  Η προτεινόμενη με τους εν λόγω κανονισμούς εγκαθίδρυση ηλεκτρονικού συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής αιγοπροβάτων εκτιμάται ότι θα βελτιώσει σημαντικά τη λειτουργικότητα, την αποδοτικότητα, αλλά και το βαθμό συμμόρφωσης όλων των εμπλεκομένων με το εν λόγω σύστημα, ενώ παράλληλα θα διευκολύνει τις εργασίες του Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών ως αποδέκτη των πιο πάνω πληροφοριών, ιδίως αναφορικά με τις κεφαλικές επιδοτήσεις των αιγοπροβάτων.

          Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι ρυθμίσεις που προτείνονται με τους υπό αναφορά κανονισμούς εκτιμάται ότι θα επιφέρουν επιπρόσθετο διοικητικό κόστος αφενός στα σφαγεία ζώων, τα οποία επιφορτίζονται με τον έλεγχο της ορθότητας των στοιχείων των ζώων που προσκομίζονται για σφαγή, και αφετέρου στους εμπόρους ζώων, οι οποίοι καλούνται να τηρούν μητρώα αναφορικά με τις εργασίες τους.

          Στο στάδιο της μελέτης των προτεινόμενων κανονισμών ο διευθυντής του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ανέφερε ότι με το προτεινόμενο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής ζώων η Δημοκρατία θα είναι σε θέση να γνωρίζει τα ακριβή στοιχεία τόσο για το ζωικό κεφάλαιο του τόπου όσο και για την ποιότητα των ζωικών προϊόντων που προσφέρονται στον καταναλωτή.  Περαιτέρω, σε σχέση με ορισμένες καταγγελίες που περιήλθαν σε γνώση του τμήματός του αναφορικά με θανάτους ζώων που προκλήθηκαν ενδεχομένως από την εφαρμογή του ενδοστομαχικού βόλου, ο ίδιος ανέφερε ότι οι μέχρι τώρα εξετάσεις που διενεργήθηκαν σε σχέση με αυτές δεν κατέδειξαν ότι ο θάνατος προήλθε από αυτή την αιτία.  Αντίθετα, όπως ο ίδιος πρόσθεσε, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλεξε το τμήμα του, ο αριθμός των θανάτων ζώων που σημειώθηκαν κατά τη χρονική περίοδο εφαρμογής του ενδοστομαχικού βόλου είναι κατά πολύ μικρότερος από αυτό που καταγράφηκε με αιτία την ασθένεια του τετάνου, η οποία προκλήθηκε από την εφαρμογή ενωτίου σε ζώα.  Παράλληλα, αναφορικά με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τους προτεινόμενους κανονισμούς για τα σφαγεία ζώων, ο ίδιος ανέφερε ότι η συνεργασία των τελευταίων με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία του υπό αναφορά συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων.

          Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ο Βοηθός Επίτροπος Αγροτικών Πληρωμών συμφώνησαν με τους προτεινόμενους κανονισμούς, όπως αυτοί κατατέθηκαν από την εκτελεστική εξουσία.

          Οι εκπρόσωποι των οργανώσεων ποιμνιοτρόφων και αιγοπροβατοτρόφων αμφισβήτησαν τα στοιχεία που δόθηκαν από το διευθυντή του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών σε σχέση με τους θανάτους ζώων.  Όπως οι ίδιοι πρόσθεσαν, σε σχέση με το ζήτημα αυτό παρουσιάζονται πολύ περισσότερα και ποικίλης φύσης προβλήματα από αυτά που ανέφερε ο διευθυντής του αρμόδιου τμήματος και τα οποία χρήζουν άμεσης διερεύνησης και επίλυσης.

          Ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Συνδέσμου Εμπόρων Ζώων και Κρεάτων, παρ’ όλο που συμφώνησε με τη γενικότερη φιλοσοφία των προτεινόμενων κανονισμών, εξέφρασε την αντίθεση του εν λόγω συνδέσμου στη χρήση του ενδοστομαχικού βόλου ειδικότερα στα μικρής ηλικίας ζώα.  Όπως ο ίδιος ανέφερε, υπάρχει υπόνοια ότι οι ενδοστομαχικοί βόλοι ευθύνονται για αριθμό θανάτων που επισυνέβησαν μετά τη χορήγησή τους στα ζώα και, παρ’ όλο που υπάρχει πρόνοια για αποζημίωση των κτηνοτρόφων έπειτα από τέτοιο περιστατικό, δεν υπάρχει αντίστοιχη ρύθμιση για τους εμπόρους των ζώων.

          Η εκπρόσωπος της Κυπριακής Εταιρείας Προστασίας Ζώων, παρ’ όλο που συμφώνησε με την ανάγκη σήμανσης των ζώων, εξέφρασε έντονη διαφωνία σε σχέση με τη χρήση του ενδοστομαχικού βόλου ως μεθόδου σήμανσής τους, καθώς, σύμφωνα με την ίδια, τόσο η διαδικασία χορήγησής του στο ζώο όσο και η ύπαρξή του στο στομάχι του ζώου καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του είναι βάναυση, προξενεί ταλαιπωρία και εμπερικλείει σοβαρούς κινδύνους για το ζώο, ενώ ακόμα επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα του κρέατος.  Η ίδια εκπρόσωπος, με σχετικό υπόμνημα που κατέθεσε στη συνεδρία της επιτροπής, αλλά και αργότερα με γραπτή επιστολή της, μεταξύ άλλων, εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της σε σχέση με τη χρήση του ενδοστομαχικού βόλου στα ζώα, ενώ παράλληλα εισηγείται εναλλακτικές μεθόδους σήμανσης των ζώων.

          Οι εκπρόσωποι των σφαγείων έθεσαν έντονες επιφυλάξεις σε σχέση με τους προτεινόμενους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται κατά την προσκόμιση των ζώων για σφαγή.  Σύμφωνα με τους ίδιους εκπροσώπους, στην περίπτωση αυτή τίθεται ζήτημα δεοντολογίας, καθώς η σχέση που χαρακτηρίζει τα σφαγεία με τους κατόχους των ζώων είναι καθαρά πελατειακή και ο οποιοσδήποτε έλεγχος θα πρέπει να γίνεται μόνο από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

          Οι εκπρόσωποι των αγροτικών οργανώσεων, αφού συμφώνησαν με τις προτεινόμενες πρόνοιες, επισήμαναν ότι οι διαδικασίες που εισάγονται αναμένεται ότι θα επιφέρουν θετικό αντίκτυπο στην προστασία των κτηνοτρόφων και των καταναλωτών.  Περαιτέρω, αναφερόμενοι στο σύνολο των προβλημάτων τα οποία τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής σε σχέση με τη χρήση του ενδοστομαχικού βόλου ως μέσου σήμανσης των ζώων, επισήμαναν την ανάγκη για άμεση διερεύνηση όλων των περιστατικών, καθώς και για αποζημίωση των κτηνοτρόφων.

          Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των προτεινόμενων κανονισμών, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στην ολομέλεια του σώματος την έγκρισή τους, όπως αυτοί κατατέθηκαν στη Βουλή από την εκτελεστική εξουσία.

 

 

 

5 Ιουλίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων