Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Συγκοινωνιών και Έργων για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010»

Παρόντες:

          Ζαχαρίας Κουλίας, πρόεδρος                       Κλαύδιος Μαυροχάννας

          Αντώνης Αντωνίου                                          Τάσος Μητσόπουλος

          Αντρέας Φακοντής                                          Φειδίας Σαρίκας

          Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιουλίου 2010, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων την 1η Ιουλίου 2010 και ο οποίος αναπέμφθηκε εν μέρει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος.  Στη συνεδρίαση αυτή παρευρέθηκε ο διευθυντής του Τμήματος Οδικών Μεταφορών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, συνοδευόμενος από λειτουργό του εν λόγω τμήματος.

          Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται o καθορισμός ημερομηνίας έναρξης της ισχύος των συμβάσεων παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας, που συνομολογήθηκαν από την αναθέτουσα αρχή με τους φορείς δημόσιας υπηρεσίας για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών, ώστε αυτή να είναι οποιαδήποτε ημερομηνία, μεταγενέστερη όμως της 15ης Σεπτεμβρίου του 2010. 

          Ας σημειωθεί ότι ο νόμος, όπως ψηφίστηκε από τη Βουλή, περιλαμβάνει επιπρόσθετη διάταξη, η οποία όμως δεν έχει αναπεμφθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η οποία προβλέπει ότι η προνοούμενη από το νόμο αποζημίωση στους υφιστάμενους παρόχους οι οποίοι δε θα συμμετάσχουν σε ανάδοχο φορέα δημόσιας υπηρεσίας, με βάση τη σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας, θα καταβληθεί σε χρονικό περιθώριο όχι μεγαλύτερο των έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας.

          Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 5 Ιουλίου 2010, παρατίθενται αυτούσια και είναι οι ακόλουθοι:

          «Α.    Αντίθεση με το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος

                   (α)     Η σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 16Β, αποτελεί σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του Τμήματος Οδικών Μεταφορών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων ως αναθέτουσας αρχής και ιδιώτη οικονομικού φορέα ως Αναδόχου της σύμβασης.

                   (β)     Κάθε σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα του “συμβάλλεσθαι ελευθέρως” και επιτρέπει να υπόκειται το δικαίωμα αυτό μόνο σε εκείνους τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων.

                   (γ)     Ο καθορισμός της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος σύμβασης από τους ιδίους τους αντισυμβαλλομένους αποτελεί έκφραση του δικαιώματος του “συμβάλλεσθαι ελευθέρως”, το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος και προστατεύεται έναντι πάντων.  Δεν επιτρέπεται περιορισμός του δικαιώματος αυτού, εκτός εάν συνάδει με τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων.  Η αναπεμφθείσα διάταξη περιορίζει την ελευθερία των αντισυμβαλλομένων για καθορισμό της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος της σύμβασης παραχώρησης που αναφέρεται στο άρθρο 16Β του Νόμου, εξαναγκάζοντας τους αντισυμβαλλομένους να καθορίσουν ημερομηνία μεταγενέστερη της 15ης Σεπτεμβρίου 2010, χωρίς να δικαιολογείται τέτοιος περιορισμός στη βούληση των αντισυμβαλλομένων βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων.

                   (δ)     Επισημαίνει ότι το Τμήμα Οδικών Μεταφορών συνήψε, στις 2.12.2009, έξι συμβάσεις παραχώρησης, οι οποίες καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 16Β του Νόμου.  Συγκεκριμένο άρθρο των συμβάσεων αυτών διαλαμβάνει τη συμφωνία των αντισυμβαλλομένων ως προς τον τρόπο καθορισμού της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος της σύμβασης.  Ειδικότερα, προβλέπεται η έκδοση οδηγίας από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών προς τον Ανάδοχο για έναρξη της εκτέλεσης της σύμβασης.  Το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, με επιστολή του ημερομηνίας 7.4.2010, εξέδωσε τέτοια οδηγία για έναρξη της εκτέλεσης της σύμβασης από 5.7.2010.

                   (ε)     Συνεπακόλουθα, η εκ των υστέρων νομοθετική επέμβαση στο δικαίωμα του Τμήματος Οδικών Μεταφορών να καθορίζει την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης επεμβαίνει όχι μόνο στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι στη γενικότερη και αόριστη έκφρασή του, αλλά και σε ήδη δημιουργηθέντα ατομικά, συμβατικά δικαιώματα των Αναδόχων των συμβάσεων.  Τέτοια επέμβαση είναι ανεπίτρεπτη.

                   (στ)   Επισημαίνεται ότι τυχόν εφαρμογή της αναπεμφθείσας διάταξης από μέρους της αναθέτουσας αρχής, δεδομένου ότι θα αφορά σε αναστολή της εκτέλεσης της σύμβασης για περίοδο πέραν των 20 ημερών, χωρίς αυτή να οφείλεται σε παράλειψη του Αναδόχου της σύμβασης, θα είναι τόσο δραστική, έτσι ώστε, σύμφωνα με συγκεκριμένο άρθρο της σύμβασης, να δημιουργεί άμεσα δικαίωμα του Αναδόχου της σύμβασης να τερματίσει τη σύμβαση.

          Β.      Παραβίαση του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος

                   (α)     Εάν η Αναθέτουσα Αρχή αναγκαστεί, συνεπεία της αναπεμφθείσας διάταξης, να αναστείλει την ημερομηνία έναρξης της εκτέλεσης των συμβάσεων παραχώρησης σε ημερομηνία μεταγενέστερη της 15ης Σεπτεμβρίου 2010 (και άρα μεταγενέστερης της 5ης Ιουλίου 2010), οι Ανάδοχοι των Συμβάσεων ενδέχεται να υποστούν έξοδα ως άμεσο αποτέλεσμα τέτοιας αναστολής της εκτέλεσης της σύμβασης, τα οποία αναμένεται να μετακυλίσουν στην Αναθέτουσα Αρχή (είτε ακόμη να αναζητήσουν το διαφυγόν κέρδος).  Κατ’ αυτό τον τρόπο, η αναπεμφθείσα διάταξη οδηγεί σε αύξηση των προβλεπόμενων υπό του κρατικού προϋπολογισμού δαπανών και αντιβαίνει στο Άρθρο 80.2 του Συντάγματος.

          Γ.      Εσφαλμένη ή/και πεπλανημένη η αιτιολογία της αναπεμφθείσας διάταξης

                   (α)     Στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία, «έτσι ώστε να επεκταθεί το χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο οι λεωφορειούχοι θα μπορούν να υποβάλουν την αίτηση συμμετοχής τους στη σύμβαση».

                   (β)     Πρέπει να διευκρινισθεί ότι η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής στη σύμβαση δεν είναι άλλη από την προθεσμία που καθοριζόταν στην προκήρυξη της διαδικασίας για την ανάθεση της σύμβασης, η οποία προθεσμία έληξε προ πολλού.  Μετά τη σύναψη της σύμβασης μεταξύ του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και συγκεκριμένου Αναδόχου δεν τίθεται ζήτημα “υποβολής αιτήσεων” προς το Τμήμα για συμμετοχή στη σύμβαση.  Όποιος επιθυμεί να συμμετάσχει στο νομικό σχήμα του Αναδόχου είναι ελεύθερος να το πράξει -σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο- εκδηλώνοντας τέτοιο ενδιαφέρον στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου προς τον Ανάδοχο και εναπόκειται σε εκείνους να καταλήξουν σε συμφωνία.

                   (γ)     Επισημαίνει ότι, για μεγαλύτερη στήριξη των υφιστάμενων λεωφορειούχων (δηλαδή εκείνων που καλύπτει το άρθρο 16Β του Νόμου), το Τμήμα Οδικών Μεταφορών μερίμνησε για την ενσωμάτωση στις συμβάσεις παραχώρησης που συνήψε με τους Αναδόχους φορείς ειδικής ρήτρας (βλ. το άρθρο 15, παράγραφος 4 των συμβάσεων αυτών), βάσει της οποίας ο Ανάδοχος υποχρεούται, μέχρι τις 31.12.2010, να διαβουλεύεται με καλή πίστη με οποιοδήποτε υφιστάμενο πάροχο (λεωφορειούχο), κατά την έννοια του άρθρου 16Β του Νόμου (δηλαδή να ήταν λεωφορειούχος κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 101(Ι)/2009 -ήτοι στις 11.9.2009), ο οποίος επιθυμεί να μετάσχει στη μετοχική του δομή.  Το άρθρο 15, παράγραφος 4 των συμβάσεων, δε συναρτά την προαναφερθείσα υποχρέωση του Αναδόχου με προϋπόθεση συνέχισης της ισχύος των αδειών των υφιστάμενων λεωφορειούχων.  Συνεπώς, ακόμη και με την προβλεπόμενη στο άρθρο 16Β του Νόμου παύση της ισχύος των συμβάσεων παραχώρησης (ήτοι, εάν δεν ισχύει η αναπεμφθείσα διάταξη, από τις 5.7.2010), οι λεωφορειούχοι αυτοί συνεχίζουν να έχουν το όφελος της πρόνοιας του άρθρου 15, παράγραφος (4), εφόσον ήταν υφιστάμενοι πάροχοι κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του        Ν. 101(Ι)/2009 - ήτοι στις 11.9.2009.

                   (δ)     Υπό το φως των πιο πάνω, η αναπεμφθείσα διάταξη δεν είναι αναγκαία προς εξυπηρέτηση του στόχου που περιγράφεται στην αιτιολογική της έκθεση.».

          Στα πλαίσια της επανεξέτασης του θέματος από την επιτροπή, ο διευθυντής του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ανέφερε ότι η αναπομπή γίνεται μόνο για το μέρος του νόμου που αφορά τον καθορισμό της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος των συμβάσεων παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας και όχι για το μέρος εκείνο που προβλέπει το χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο πρέπει να καταβληθεί η προνοούμενη από το νόμο αποζημίωση στους υφιστάμενους παρόχους οι οποίοι δε θα συμμετάσχουν σε ανάδοχο φορέα δημόσιας υπηρεσίας.  Ο ίδιος επανέλαβε τους λόγους αναπομπής που αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας και εισηγήθηκε όπως γίνει δεκτή η εν λόγω αναπομπή από την επιτροπή. 

          Μέλη της επιτροπής δήλωσαν ότι η τυχόν απόρριψη της υπό αναφορά αναπομπής δε θα έχει το επιδιωκόμενο από την επιτροπή αποτέλεσμα, αφού η ισχύς των συμβάσεων παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας άρχισε ήδη από τις 5 Ιουλίου 2010.

          Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατέληξε στις πιο κάτω αποφάσεις:

          Ο πρόεδρος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος εκφράζοντας την προσωπική του θέση, καθώς και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις δήλωσαν ότι συμφωνούν με τους λόγους της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με ημερομηνία 5 Ιουλίου 2010, και όπως αυτοί εκτέθηκαν στη συνέχεια αναλυτικά από το διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ενώπιον της επιτροπής, και τάχθηκαν εναντίον της αναπεμφθείσας διάταξης, όπως αυτή ψηφίστηκε από την ολομέλεια του σώματος, και συναφώς υπέρ της αποδοχής της αναπομπής.

          Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ δήλωσαν ότι θα τοποθετηθούν αναφορικά με την αναπομπή κατά τη συζήτηση του θέματος ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

          Υπό το φως των πιο πάνω τοποθετήσεων, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων καταθέτει την παρούσα έκθεση ενώπιον της ολομέλειας του σώματος για λήψη τελικής απόφασης αναφορικά με την αναπομπή.

 

 

7 Ιουλίου  2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων