Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2010»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος Γιάννος Λαμάρης
Άγγελος Βότσης Αβέρωφ Νεοφύτου
Σταύρος Ευαγόρου Μαρίνος Σιζόπουλος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 17 Μαΐου και την 21η και στις 28 Ιουνίου 2010. Στο στάδιο της συζήτησης του υπό αναφορά νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, ώστε να παρασχεθεί η ευχέρεια στον Υπουργό Οικονομικών, μετά από σύσταση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) και απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, να αποδέχεται την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού φόρου που αποτελεί οφειλόμενο φόρο με βάση τις διατάξεις του καταργηθέντος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990 και τη μείωση ή κατάργηση οποιουδήποτε ποσού πρόσθετης επιβάρυνσης, τόκου ή χρηματικής επιβάρυνσης επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του ιδίου νόμου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, με βάση τις διατάξεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990 (Ν. 246/1990) που ίσχυε μέχρι την 31η Ιανουαρίου 2002, κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο που παρέλειπε, αρνείτο ή καθυστερούσε να υποβάλει τη φορολογική του δήλωση, υπόκειτο σε χρηματική επιβάρυνση £30,00 για κάθε μήνα ή μέρος αυτού για το οποίο διαρκούσε η άρνηση ή η παράλειψη ή η καθυστέρηση.

Περαιτέρω, σε περίπτωση που το ίδιο πρόσωπο αμελούσε ή αρνείτο να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό φόρου ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, τότε είχε υποχρέωση να καταβάλει πρόσθετη επιβάρυνση ίση προς 10% του ποσού που αμέλησε ή αρνήθηκε να καταβάλει. Σε περίπτωση που η αμέλεια ή η άρνηση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό εξακολουθούσε πέραν των τριάντα ημερών από την ημερομηνία που το ποσό καθίστατο καταβλητέο, τότε επιβάλλετο τόκος προς 8%.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία οι πιο πάνω επιβαρύνσεις κρίθηκε ότι είναι επαχθείς για τους φορολογουμένους και ότι στρέφονται εναντίον της αρχής της αναλογικότητας. Επιπρόσθετα, ύστερα από την κατάργηση του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου από την 31η Ιανουαρίου 2002 και την εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου για το ΦΠΑ από την 1η Φεβρουαρίου 2002 [(Ν. 95(Ι)/2000)], οι χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται για μη έγκαιρη υποβολή φορολογικής δήλωσης έχουν αναθεωρηθεί και κατέστησαν λιγότερο επαχθείς για το φορολογούμενο.

Παρά ταύτα ακόμη και σήμερα, όταν υποβάλλονται φορολογικές δηλώσεις για περιόδους για τις οποίες ίσχυε ο καταργηθείς νόμος, επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονταν στον καταργηθέντα νόμο βάσει μεταβατικής ρύθμισης. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να συσσωρεύονται τεράστια ποσά επιβαρύνσεων, τα οποία είναι δυσανάλογα με τον οφειλόμενο φόρο. Για σκοπούς αποτελεσματικότερης είσπραξης των οφειλόμενων ποσών φόρων κρίθηκε συνεπώς σκόπιμη η παροχή ευχέρειας στην αρμόδια αρχή να αποδέχεται την καταβολή οποιωνδήποτε ποσών οφειλόμενων φόρων με την αποδοχή ταυτόχρονα μείωσης ή/και κατάργησης των ποσών που αποτελούν πρόσθετες επιβαρύνσεις ή τόκους.

Σημειώνεται ότι οι παριστάμενοι κυβερνητικοί αρμόδιοι ενημέρωσαν την επιτροπή ότι το συνολικό ποσό καθυστερημένων εισπρακτέων φορολογικών οφειλών χωρίς οποιεσδήποτε επιβληθείσες στο μεταξύ πρόσθετες επιβαρύνσεις και τόκους ανέρχεται σε €30 εκατομ. και επηρεάζεται αριθμός 3 600 περίπου φορολογουμένων. Από το ποσό των εκκρεμουσών οφειλών ύψους €30 εκατομ. τα €10 εκατομ. αφορούν φορολογουμένους που δεν υπέβαλαν καθόλου φορολογικές δηλώσεις, ενώ το σύνολο των καθυστερημένων φορολογικών οφειλών ανέρχεται σε €157 εκατομμύρια.

Σημειώνεται ότι η εκτελεστική εξουσία δεσμεύθηκε να καταθέσει ενώπιον της επιτροπής αναλυτική κατάσταση εκκρεμουσών οφειλών κατά φορολογούμενο πρόσωπο για σκοπούς πληρέστερης ενημέρωσης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία και κατατέθηκαν ενώπιόν της, υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου και, κατά πλειοψηφία του προέδρου και του μέλους της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, εισηγούνται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

29 Ιουνίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων