Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2009»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Τάσος Μητσόπουλος Νικόλας Παπαδόπουλος
Αριστοφάνης Γεωργίου Γιαννάκης Ομήρου
Γιαννάκης Θωμά  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ της 21ης Ιανουαρίου και 27ης Μαΐου 2010. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Υπουργείου Οικονομικών, της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (η Μονάδα) και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας, έτσι ώστε:

1. Να εναρμονιστεί το δίκαιο της Δημοκρατίας με την Απόφαση-Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2006 σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης,

2. να επιτευχθεί πλήρης εναρμόνιση με την Οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των Οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της Οδηγίας 97/5/ΕΚ και ιδιαίτερα με το άρθρο 91 αυτής, με το οποίο τροποποιείται η Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2005 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και

3. να καταστεί δυνατή η καλύτερη εφαρμογή ορισμένων προνοιών της υφιστάμενης νομοθεσίας και ιδιαίτερα να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των προληπτικών μέτρων κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία επιβάλλουν οι εποπτικές αρχές και εφαρμόζουν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

Σημειώνεται ότι, όπως ενημερώθηκε η επιτροπή από τους εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών, παρ’ όλο που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη εναρμονιστεί με το μεγαλύτερο μέρος της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ, παραμένει να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο οι πρόνοιες της πιο πάνω Οδηγίας που περιλαμβάνονται στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο. Λόγω της εκκρεμότητας αυτής η Δημοκρατία έχει λάβει προειδοποιητική επιστολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για παράλειψη θέσπισης εναρμονιστικής νομοθεσίας.

Περαιτέρω, οι εκπρόσωποι της Μονάδας επισήμαναν στην επιτροπή ότι στο εν λόγω νομοσχέδιο περιλήφθηκαν και πρόνοιες για την ενσωμάτωση στην υφιστάμενη νομοθεσία προηγούμενων υποδείξεων της Επιτροπής Moneyval του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία βρίσκεται στην Κύπρο από τις 4 Ιουνίου 2010 και θα παραμείνει μέχρι τις 12 Ιουνίου 2010 για σκοπούς αξιολόγησής της. Στόχος της Επιτροπής Moneyval είναι να επιβεβαιώσει ότι οι χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν εφαρμόσει αποτελεσματικά συστήματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και έχουν συμμορφωθεί με τα διεθνή πρότυπα στον τομέα αυτό.

Όσον αφορά την εναρμόνιση με τις αποφάσεις-πλαίσιο, σύμφωνα με τις εκπροσώπους της Μονάδας, αυτή είναι αναγκαία, παρά το γεγονός ότι αποφάσεις των αρμόδιων αρχών κρατών μελών για δέσμευση περιουσιακών και αποδεικτικών στοιχείων και δήμευση περιουσιακών στοιχείων ήδη εκτελούνται στη Δημοκρατία με βάση τις πρόνοιες της υφιστάμενης νομοθεσίας που αφορούν τη διεθνή συνεργασία, αφού δεν υπάρχουν στο κυπριακό δίκαιο πρόνοιες που να προβλέπουν ειδικά για συνεργασία με άλλα κράτη μέλη. Με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο διατυπώνονται οι συγκεκριμένες διαδικασίες όπως καθορίζονται στις προαναφερόμενες αποφάσεις-πλαίσιο.

Ειδικότερα, με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου, όπως αυτό αρχικά κατατέθηκε, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Παρέχεται η δυνατότητα στη Μονάδα και στις εποπτικές αρχές να ανταλλάσσουν πληροφορίες στα πλαίσια των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τη νομοθεσία.

2. Επιβάλλεται υποχρέωση σε πρόσωπα που διεξάγουν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες να εφαρμόζουν μέτρα και διαδικασίες για την αντιμετώπιση κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίοι προκύπτουν από τεχνολογικές εξελίξεις και νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

3. Επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε όμιλο εταιρειών του οποίου οι εταιρείες διεξάγουν χρηματοοικονομικές δραστηριότητες να διασφαλίζει ότι όλες οι εταιρείες του ομίλου, περιλαμβανομένων των θυγατρικών εταιρειών και των καταστημάτων του που βρίσκονται εκτός Κύπρου, εφαρμόζουν μέτρα και διαδικασίες για παρεμπόδιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

4. Επιβάλλεται υποχρέωση σε πρόσωπα που διεξάγουν χρηματοοικονομικές δραστηριότητες να εφαρμόζουν συστήματα και διαδικασίες που καθιστούν δυνατή την έγκαιρη ανταπόκρισή τους σε ερωτήματα της Μονάδας ή των αρμόδιων εποπτικών αρχών τα οποία αφορούν την ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης τους με συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και το είδος της σχέσης αυτής.

5. Ποινικοποιείται η παροχή από πελάτη προσώπου που διεξάγει χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες ή από πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να ενεργεί εκ μέρους του πελάτη αυτού ή από τρίτο πρόσωπο είτε ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ταυτότητας για τον πελάτη ή τον τελικό πραγματικό δικαιούχο είτε ψευδών ή πλαστογραφημένων εγγράφων ταυτότητας.

6. Συμπληρώνεται το Μέρος IV της υφιστάμενης νομοθεσίας, το οποίο αφορά συνεργασία με τρίτες χώρες για την εκτέλεση διαταγμάτων δέσμευσης ή δήμευσης, με πρόνοιες που αφορούν τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών στον τομέα αυτό και ειδικότερα τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την εκτέλεση αποφάσεων δέσμευσης ή δήμευσης και την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης.

7. Σε περίπτωση καταδίκης νομικού προσώπου για αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, που προβλέπεται στο άρθρο 4 της υφιστάμενης νομοθεσίας, παρέχεται δυνατότητα επιβολής στο πρόσωπο αυτό διοικητικών κυρώσεων επιπρόσθετα από τη χρηματική ποινή που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι στο πρόσωπο αυτό δυνατόν να επιβληθούν μέτρα προσωρινής ή οριστικής απαγόρευσης άσκησης εμπορικής ή άλλης οικονομικής δραστηριότητας, μέτρα αποκλεισμού από δημόσιες παροχές, ενισχύσεις ή δημόσιο διαγωνισμό και δικαστική διάλυση.

8. Προβλέπεται ότι η αποκάλυψη πληροφοριών δε θα συνιστά αδίκημα, κατά το άρθρο 48 της υφιστάμενης νομοθεσίας, αν η αποκάλυψη αυτή πραγματοποιηθεί από ελεγκτή, εξωτερικό λογιστή ή επαγγελματία νομικό στην προσπάθειά του να αποτρέψει πελάτη του από εμπλοκή σε παράνομη δραστηριότητα.

9. Παρέχεται εξουσία στη Μονάδα για σκοπούς άσκησης συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων της να εξασφαλίζει από πρόσωπα που ασκούν χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, όπως τράπεζες και συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, οποιεσδήποτε πληροφορίες με τον τρόπο που καθορίζεται στις οικείες νομοθεσίες για την άρση του τραπεζικού απορρήτου, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη έκδοση δικαστικού διατάγματος. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι η Μονάδα για την άσκηση της πιο πάνω εξουσίας της θα υποβάλλει προς το πρόσωπο από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες μόνο γραπτό αιτιολογημένο αίτημα και το εν λόγω πρόσωπο θα έχει υποχρέωση για έγκαιρη, πλήρη και ακριβή παροχή των αιτούμενων πληροφοριών εντός εύλογου χρόνου.

Στο στάδιο της μελέτης του υπό συζήτηση νομοσχεδίου την επιτροπή απασχόλησαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω ζητήματα:

1. Ο διαχωρισμός των προνοιών που προστίθενται και αφορούν την εκτέλεση αποφάσεων δήμευσης ή δέσμευσης έπειτα από αίτηση κράτους μέλους από τις υφιστάμενες πρόνοιες που αφορούν την εκτέλεση διαταγμάτων δέσμευσης ή δήμευσης έπειτα από αίτηση τρίτης χώρας, με σκοπό την πιο σαφή διατύπωση των διαφορετικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν από τις διαδικασίες αυτές.

2. Η μη ενσωμάτωση στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο συγκεκριμένων προνοιών των αποφάσεων-πλαίσιο, ιδιαίτερα όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους δίνεται δυνατότητα στα κράτη μέλη να αρνηθούν ή να αναβάλουν την εκτέλεση αποφάσεων δέσμευσης και αποφάσεων δήμευσης.

3. Η σκοπιμότητα της προτεινόμενης παροχής εξουσίας στη Μονάδα να λαμβάνει οποιεσδήποτε πληροφορίες από πρόσωπα που ασκούν χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και της επιβολής στα εν λόγω πρόσωπα της ανάλογης υποχρέωσης χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού διατάγματος, καθώς και οι συνέπειες τέτοιας ρύθμισης.

4. Το ενδεχόμενο η προτεινόμενη δυνατότητα επιβολής διοικητικών κυρώσεων από το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης νομικού προσώπου για το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες να συγκρούεται με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή τέτοιων κυρώσεων να αποτελέσει αντικείμενο ρύθμισης στην υπό συζήτηση νομοθεσία.

Στα πλαίσια της μελέτης του νομοσχεδίου η επιτροπή, με βάση τις διευκρινίσεις που της δόθηκαν αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα από τους κυβερνητικούς αρμοδίους και τους εμπλεκομένους, καθώς και τις σχετικές εισηγήσεις των μελών της, προχώρησε σταδιακά και σε συνεννόηση με τις εκπροσώπους της Μονάδας στην επαναδιατύπωση του κειμένου του νομοσχεδίου. Σημειώνεται ότι μέχρι την τελική διαμόρφωση του κειμένου του νομοσχεδίου έτυχαν επεξεργασίας από την επιτροπή πέντε διαμορφωμένα κείμενα λόγω κυρίως της πολυπλοκότητας της δομής και του περιεχομένου του, αλλά και της ανάγκης διασαφήνισης αρκετών προνοιών του.

Στο τελευταίο διαμορφωμένο κείμενο του νομοσχεδίου διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Διαχωρίζονται οι πρόνοιες που αφορούν την εκτέλεση αποφάσεων δήμευσης ή δέσμευσης έπειτα από αίτηση κράτους μέλους από τις πρόνοιες που αφορούν την εκτέλεση διαταγμάτων δέσμευσης ή δήμευσης έπειτα από αίτηση τρίτης χώρας με την προσθήκη στην υφιστάμενη νομοθεσία του νέου Μέρος IVA, το οποίο αφορά αποκλειστικά τις διαδικασίες εκτέλεσης αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης, όπως αυτές προβλέπονται στις αποφάσεις-πλαίσιο.

2. Ενσωματώνονται στο νομοσχέδιο συγκεκριμένες πρόνοιες των αποφάσεων-πλαίσιο, οι οποίες αφορούν κυρίως τα ακόλουθα:

α. καθορίζονται πρόσθετοι λόγοι για τους οποίους παρέχεται στη Δημοκρατία η δυνατότητα άρνησης ή αναβολής εκτέλεσης απόφασης δήμευσης ή δέσμευσης,

β. θεσπίζεται διαδικασία που εφαρμόζεται, σε περίπτωση που η Μονάδα λαμβάνει περισσότερες από μία αιτήσεις για εκτέλεση δύο ή περισσότερων αποφάσεων δήμευσης και οι αιτήσεις αυτές αφορούν είτε το ίδιο περιουσιακό στοιχείο είτε χρηματικό ποσό και έχουν εκδοθεί εις βάρος του ίδιου φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν έχει επαρκή μέσα στο έδαφος της Δημοκρατίας, ώστε να είναι δυνατή η εκτέλεση όλων των αποφάσεων δήμευσης,

γ. καθορίζεται ο τρόπος διάθεσης μη χρηματικών περιουσιακών στοιχείων που προέκυψαν από την εκτέλεση απόφασης δήμευσης,

δ. κατοχυρώνεται το δικαίωμα της Δημοκρατίας να αρνηθεί την εκποίηση ή αποστολή στο κράτος έκδοσης της απόφασης δήμευσης περιουσιακών στοιχείων τα οποία αποτελούν πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά της Δημοκρατίας,

ε. καθορίζονται οι προϋποθέσεις ακύρωσης από το δικαστήριο της εγγραφής απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης για εκτέλεση,

στ. θεσπίζεται διαδικασία για τη διακοπή εκτέλεσης απόφασης δήμευσης, σε περίπτωση που αυτό ζητηθεί από το κράτος έκδοσής της,

ζ. συμπληρώνονται οι πρόνοιες του νομοσχεδίου που αφορούν τη διαδικασία διαβίβασης διατάγματος δήμευσης από τη Δημοκρατία σε άλλο κράτος μέλος για εκτέλεσή του και

η. καθορίζονται με περισσότερη λεπτομέρεια τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Δημοκρατίας κατά την εκτέλεση αποφάσεων δέσμευσης ή δήμευσης.

3. Διαγράφεται η πρόνοια του νομοσχεδίου που αφορά τη δυνατότητα επιβολής σε νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες των διοικητικών κυρώσεων της προσωρινής ή οριστικής απαγόρευσης άσκησης εμπορικής ή άλλης οικονομικής δραστηριότητας, του αποκλεισμού από δημόσιες παροχές, ενισχύσεις ή δημόσιο διαγωνισμό και της δικαστικής διάλυσης.

4. Διαγράφεται η πρόνοια του νομοσχεδίου που αφορά την παροχή στη Μονάδα εξουσίας να εξασφαλίζει, για σκοπούς άσκησης συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων της και χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού διατάγματος, οποιεσδήποτε πληροφορίες από πρόσωπα που ασκούν χρηματοοικονομικές δραστηριότητες υποβάλλοντας στα εν λόγω πρόσωπα μόνο γραπτό αιτιολογημένο αίτημα.

Περαιτέρω, η επιτροπή επέφερε στο διαμορφωμένο, σύμφωνα με τα πιο πάνω, κείμενο του νομοσχεδίου επιπρόσθετες τροποποιήσεις νομοτεχνικής φύσεως με σκοπό τη βελτίωση της διατύπωσης των διατάξεών του.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί και αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010».

 

8 Ιουνίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων