Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί της Τέταρτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 1999»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Άριστος Αριστοτέλους
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Σωκράτης Χάσικος Νικόλας Παπαδόπουλος
Αριστοφάνης Γεωργίου Γιαννάκης Ομήρου
Γιαννάκης Θωμά Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Ιστορικό

Το πιο πάνω νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή στις 13 Μαΐου του 1999 και παραπέμφθηκε για εξέταση στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της τότε Βουλής.

Η εν λόγω επιτροπή άρχισε την εξέταση του υπό αναφορά νομοσχεδίου, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε, αλλά συνεχίστηκε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της απελθούσας και της παρούσας Βουλής. Στο διάστημα αυτό η εκτελεστική εξουσία επαναβεβαίωσε την υποστήριξή της για το εν λόγω νομοσχέδιο.

Στα πλαίσια της εξέτασης που προηγήθηκε από την εκάστοτε επιτροπή Νομικών των δύο προηγούμενων βουλευτικών περιόδων παρευρέθηκαν ενώπιόν της οι εκάστοτε Υπουργοί Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, οι Γενικοί Εισαγγελείς της Δημοκρατίας και οι Αρχηγοί Αστυνομίας.

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η συζήτησή του είχε κριθεί σκόπιμο, με τη σύμφωνη άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της εκτελεστικής εξουσίας, να αναβληθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα εν αναμονή τότε της κατάθεσης και ψήφισης του νομοσχεδίου για την τροποποίηση του συντάγματος με το οποίο επρόκειτο να προσαρμοσθεί το σύνταγμα στις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ειδικότερα, κρίθηκε σκόπιμο να επιλεχθεί πρώτα η μέθοδος που θα ακολουθείτο κατά τη σύνταξη του εν λόγω νομοσχεδίου, κατά πόσο δηλαδή θα επελέγετο η μέθοδος των γενικών τροποποιήσεων ή η μέθοδος της τροποποίησης επί μέρους διατάξεων του συντάγματος που αντίκειντο στο κοινοτικό δίκαιο. Αν ακολουθείτο η δεύτερη μέθοδος, υπήρχε το ενδεχόμενο να συμπεριλαμβανόταν και η τροποποίηση του άρθρου 17 του συντάγματος, στην οποία αποσκοπεί το υπό συζήτηση τώρα νομοσχέδιο.

Όπως είναι γνωστό, η εν λόγω τροποποίηση, δηλαδή η πέμπτη τροποποίηση του συντάγματος που αφορούσε την αναγνώριση της υπεροχής του κοινοτικού κεκτημένου, επήλθε τελικά με την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου τον Ιούλιο του 2006, κατά την έκτακτη σύνοδο της παρούσας Βουλής, και ακολουθήθηκε η μέθοδος των γενικών τροποποιήσεων.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της παρούσας Βουλής μελέτησε εκ νέου το νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 26ης Οκτωβρίου 2006 και 27ης Μαΐου 2010. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής οι διατελέσαντες στο διάστημα αυτό Υπουργοί Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, οι Αρχηγοί Αστυνομίας και ο νυν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, λόγω της μακράς και ενδελεχούς εξέτασης της οποίας έτυχε το πιο πάνω νομοσχέδιο από την εκάστοτε επιτροπή Νομικών των δύο προηγούμενων βουλευτικών περιόδων, τα μέλη της αντίστοιχης επιτροπής της παρούσας βουλευτικής περιόδου είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν και να αξιοποιήσουν τα αποστενογραφημένα πρακτικά τα οποία τηρήθηκαν στις συνεδρίες των προηγούμενων βουλευτικών περιόδων, καθώς και όλα τα στοιχεία που κατατέθηκαν στο παρελθόν από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλους αρμοδίους. Ως εκ τούτου, τα μέλη της επιτροπής κατέστησαν κοινωνοί του προβληματισμού που επικράτησε στην επιτροπή στο παρελθόν, ο οποίος αποτέλεσε και τη βάση για την περαιτέρω εξέταση του όλου θέματος.

Σκοπός του νομοσχεδίου

Σκοπός του υπό αναφορά νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 17 του συντάγματος, ώστε να επιτρέπεται επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας και για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 15 του συντάγματος και στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

Διευκρινιστικά, αναφέρεται ότι το άρθρο 17 του συντάγματος, του οποίου προτείνεται η τροποποίηση, περιλαμβάνεται στο Μέρος II αυτού μεταξύ των άρθρων που προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, αλλά δεν περιλαμβάνεται στα θεμελιώδη άρθρα του συντάγματος, τα οποία δεν μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να τροποποιηθούν. Συγκεκριμένα, το άρθρο 17 προστατεύει το δικαίωμα σεβασμού του απορρήτου της αλληλογραφίας και κάθε άλλης μορφής επικοινωνίας κάθε προσώπου που γίνεται με μη απαγορευμένα από το νόμο μέσα. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 αυτού, περιορισμοί κατά την άσκηση του δικαιώματος τούτου μπορούν να επιβληθούν διά νόμου, μόνο στις περιπτώσεις προσώπων που εκτίουν ποινή φυλάκισης ή τελούν σε προφυλάκιση ή σε σχέση με την επαγγελματική αλληλογραφία ή επικοινωνία πτωχευσάντων προσώπων.

Ειδικότερα, με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας «εκτός σύμφωνα με το νόμο στις περιπτώσεις προσώπων που τελούν σε φυλάκιση ή προφυλάκιση ή αναφορικά με την επαγγελματική αλληλογραφία και επικοινωνία πτωχεύσαντος κατά τη διάρκεια της διοικήσεως της περιουσίας του ή σε περιπτώσεις όπου αυτό είναι αναγκαίο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας, τη συνταγματική τάξη, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη, την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών που είναι εγγυημένα από το σύνταγμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο, την πρόληψη ποινικών παραβάσεων και την οικονομική ευημερία της Δημοκρατίας».

Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου από την αρμόδια επιτροπή τόσο της απελθούσας όσο και της παρούσας Βουλής οι διατελέσαντες στο διάστημα αυτό Υπουργοί Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, που παρευρέθηκαν σε συνεδρίες της επιτροπής, επεξήγησαν το περιεχόμενο της προτεινόμενης τροποποίησης και τους λόγους για τους οποίους υπήρξε ανάγκη για τροποποίηση του συντάγματος, διευκρινίζοντας ότι η τροποποίηση αυτή αφορά μη θεμελιώδες άρθρο του.

Σύμφωνα με όσα ανέφεραν οι πιο πάνω υπουργοί παραθέτοντας στην επιτροπή τους λόγους της προτεινόμενης ρύθμισης, η παροχή δυνατότητας επέμβασης στο δικαίωμα επικοινωνίας επιβάλλεται για σκοπούς πρόληψης και καταστολής του εγκλήματος. Η δυνατότητα αυτή, η οποία θα επιτρέψει την υπό όρους και προϋποθέσεις που θα τεθούν με νόμο παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, θα ενισχύσει την ικανότητα των διωκτικών αρχών της Δημοκρατίας στην εξιχνίαση σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Η ενίσχυση του οπλοστασίου για τη δίωξη του εγκλήματος καθίσταται αναγκαία, λόγω της ανισοπλίας που υπάρχει ανάμεσα στο έγκλημα και στη δίωξη του εγκλήματος. Ιδιαίτερα, το οργανωμένο έγκλημα έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τις πλέον εφευρηματικές μεθόδους της σύγχρονης τεχνολογίας και λειτουργεί παράνομα και άνευ κανόνων, ενώ ασφαλώς οι διωκτικές αρχές δεν μπορούν να κινούνται αυθαίρετα και εκτός νόμου, αλλά ούτε και μπορούν λόγω του υφιστάμενου συνταγματικού περιορισμού να χρησιμοποιούν τη σύγχρονη τεχνολογία στον τομέα αυτό.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τους ιδίους, η παροχή της δυνατότητας επέμβασης στο δικαίωμα της επικοινωνίας επιβάλλεται και για σκοπούς συμμόρφωσης της Δημοκρατίας με συναφείς συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων διεθνών οργανισμών.

Οι διατελέσαντες Αρχηγοί Αστυνομίας που παρευρέθηκαν στο διάστημα αυτό ενώπιον της επιτροπής συμφώνησαν με τους αναφερόμενους πιο πάνω λόγους υποστηρίζοντας σθεναρά ότι η σκοπούμενη τροποποίηση θα συμβάλει αποτελεσματικά στην ενίσχυση της αστυνομίας στην προσπάθειά της για εξιχνίαση σοβαρών ποινικών αδικημάτων.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επεξηγώντας περαιτέρω τους λόγους που καθιστούν αναγκαία την προτεινόμενη τροποποίηση του συντάγματος ανέφερε ότι υπό τις σημερινές συνθήκες κρίνεται αναγκαίο όπως επεκταθεί η δυνατότητα επέμβασης κατά την άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας και για σκοπούς πρόληψης και καταστολής του εγκλήματος και αποτελεσματικής απονομής δικαιοσύνης. Ειδικότερα, επισήμανε ότι ο ισχύων σήμερα συνταγματικός περιορισμός έχει ως συνέπεια την αδυναμία εξιχνίασης σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Η αδυναμία αυτή πρέπει, κατά την άποψή του, να τύχει μιας γενικότερης θεώρησης, με την έννοια ότι το νομικό μας σύστημα είναι αναποτελεσματικό, ιδιαίτερα στο χώρο του ποινικού δικαίου, και ένα αναποτελεσματικό σύστημα, σύμφωνα με τον ίδιο, παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η δυνατότητα που θα παρασχεθεί με τη σκοπούμενη τροποποίηση θα επιτρέψει την προσαγωγή στοιχείων και μαρτυρίας στο δικαστήριο που δυνατό να αποδεικνύουν την αθωότητα ή την ενοχή ενός ανθρώπου. Η δυνατότητα αυτή θα επιτρέψει να προσαχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης πρόσωπα που εγκληματούν και παραμένουν ατιμώρητα, οχυρωμένα με τη σύγχρονη τεχνολογία που έχουν στη διάθεσή τους, ενώ από την άλλη οι διωκτικές αρχές εμποδίζονται να αξιοποιήσουν τα μέσα της τεχνολογίας αυτής, για να αποκαλύψουν το έγκλημα. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο ίδιος, είναι αδιανόητο, ενώ θεσπίζονται ειδικές νομοθεσίες για την προστασία των θυμάτων, ο δράστης να παραμένει ατιμώρητος απέναντι στο θύμα.

Επιπρόσθετα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, επεξηγώντας τις διεθνείς υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που ανέλαβε η Δημοκρατία οι οποίες καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση του άρθρου 17 του συντάγματος, ανέφερε ότι η Δημοκρατία έχει κυρώσει με νόμο διεθνείς συμβάσεις που περιέχουν υποχρέωση για χρήση ειδικών ανακριτικών μεθόδων, περιλαμβανομένης της παρακολούθησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Οι εν λόγω συμβάσεις κατονομάζονται σε σχετικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στην επιτροπή. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι αναφορά για την ανάγκη να υιοθετήσει η Κυπριακή Δημοκρατία μέτρα για παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ως μέρος ανακριτικής μεθόδου, τουλάχιστον όσον αφορά τα σοβαρά αδικήματα, γίνεται και σε διάφορες εκθέσεις με τις οποίες αξιολογείται η Δημοκρατία σε συγκεκριμένους τομείς. Τέτοια αξιολόγηση γίνεται στην Έκθεση Αξιολόγησης της Κύπρου από την Ομάδα Κρατών Εναντίον της Διαφθοράς (GRECO) του Συμβουλίου της Ευρώπης και στην έκθεση για τη Δημοκρατία που συντάχθηκε από την Ομάδα Εργασίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Τρομοκρατία.

Αναφερόμενος στο περιεχόμενο της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του συντάγματος όπως αυτή προτείνεται με το νομοσχέδιο, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επεξήγησε το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε η διατύπωσή της επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

· Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του συντάγματος, το οποίο διασφαλίζει το απόρρητο της αλληλογραφίας ή άλλης επικοινωνίας προσώπων, περιορισμοί στο δικαίωμα τούτο μπορούν να επιβληθούν διά νόμου, μόνο στις περιπτώσεις προσώπων που εκτίουν ποινή φυλάκισης ή τελούν σε προφυλάκιση, καθώς και στις περιπτώσεις της επαγγελματικής επικοινωνίας πτωχευσάντων προσώπων.

· Με βάση τη συνταγματική αυτή διάταξη θεσπίστηκε ο περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων) Νόμος του 1996, που ρυθμίζει περιοριστικά για τις πιο πάνω επιτρεπόμενες περιπτώσεις την παρακολούθηση συνδιαλέξεων, αφού εξασφαλιστεί για το σκοπό αυτό διάταγμα του δικαστηρίου. Οι ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου με βάση τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε περιπτώσεις άλλες από αυτές που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 17 του συντάγματος.

· Το Μέρος II του συντάγματος, που καθορίζει τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες και στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 17, στηρίζεται και ακολουθεί πιστά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία, όπως είναι γνωστό, προϋπήρχε του συντάγματός μας και την οποία η Δημοκρατία έχει κυρώσει με νόμο το 1962. Παρ’ όλο που το άρθρο 8 της εν λόγω σύμβασης αναφέρεται στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας, τα τρία αυτά δικαιώματα στο σύνταγμά μας προστατεύονται σε τρία χωριστά άρθρα, στο άρθρο 15 που προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, στο άρθρο 16 που προστατεύει την κατοικία και στο άρθρο 17 που διασφαλίζει το απόρρητο της αλληλογραφίας ή άλλης επικοινωνίας.

· Τόσο το άρθρο 15 του συντάγματος όσο και το άρθρο 8 της σύμβασης προβλέπουν ότι είναι δυνατό να υπάρξει επέμβαση στα δικαιώματα που προστατεύουν και για λόγους άλλους από αυτούς που διαλαμβάνονται στο άρθρο 17 του συντάγματος. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 15 του συντάγματος και 8 της σύμβασης προβλέπουν ότι επέμβαση δυνατό να υπάρξει, μόνο αν προβλέπεται από το νόμο και όπου τούτο είναι αναγκαίο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας, τη συνταγματική τάξη, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη και την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών που είναι εγγυημένα από το σύνταγμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Το δε άρθρο 8 της σύμβασης αναφέρει δύο πρόσθετους λόγους, την πρόληψη ποινικών παραβάσεων και την οικονομική ευημερία της χώρας.

· Στην προτεινόμενη διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 17 περιλήφθηκαν όλοι οι πιο πάνω λόγοι, ώστε αυτό να συνάδει με τη σύμβαση.

Σημεία προβληματισμού

Από την αρχή της μελέτης του νομοσχεδίου η επιτροπή, κατανοώντας τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους, αναγνώρισε την αναγκαιότητα για τη σκοπούμενη τροποποίηση του συντάγματος. Παράλληλα όμως, η ρύθμιση που προτείνεται προκάλεσε έντονη ανησυχία και προβληματισμό αφενός σε σχέση με το ενδεχόμενο καταχρηστικής άσκησης της δυνατότητας που προτείνεται να παραχωρηθεί για επέμβαση στο δικαίωμα του απορρήτου της επικοινωνίας και αφετέρου σε σχέση με το εύρος του πεδίου εφαρμογής της. Διαπιστώθηκε δηλαδή ότι, όπως και σε άλλες περιπτώσεις επέμβασης σε ατομικά δικαιώματα, υπάρχει και εδώ σύγκρουση μεταξύ του στόχου από τη μια, στην προκειμένη περίπτωση για ένα αποτελεσματικό νομικό σύστημα και αποτελεσματική αντεγκληματική πολιτική, και του σεβασμού του ατομικού δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας από την άλλη.

Με γνώμονα τον πιο πάνω προβληματισμό και δεδομένου ότι η συνταγματική ρύθμιση της δυνατότητας επέμβασης στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας παραπέμπει στη διά νόμου ρύθμισή της, την επιτροπή απασχόλησε τόσο η συνταγματική όσο και η νομοθετική ρύθμισή της.

Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου από την επιτροπή τόσο της απελθούσας όσο και της παρούσας Βουλής ηγέρθη από τα μέλη της αριθμός ζητημάτων τα οποία την απασχόλησαν ιδιαίτερα και τα οποία επικεντρώνονται στα ακόλουθα:

1. Τις ασφαλιστικές δικλίδες που δυνατόν να προβλεφθούν και οι οποίες να περιορίζουν ικανοποιητικά το ενδεχόμενο να τύχει καταχρηστικής άσκησης η δυνατότητα επέμβασης στο δικαίωμα επικοινωνίας.

2. Ο καθορισμός τόσο των γενικότερων λόγων, αλλά και των αδικημάτων σε σχέση με τα οποία θα επιτρέπεται η επέμβαση στο δικαίωμα επικοινωνίας.

Ο σοβαρός προβληματισμός της επιτροπής στο θέμα των ασφαλιστικών δικλίδων, που θα διασφαλίζουν το απόρρητο της επικοινωνίας και στις περιπτώσεις που θα επιτρέπεται επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος, ώστε να μη μειώνεται πέραν του αναγκαίου μέτρου η προστασία του, κρίθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ωστόσο, ο ίδιος επισήμανε στην επιτροπή ότι το θέμα αυτό άπτεται της νομοθετικής ρύθμισης του θέματος, στάδιο που έπεται της συνταγματικής ρύθμισής του που θα καθορίσει το βαθμό και την έκταση της επιτρεπόμενης επέμβασης. Συνεπώς, κατά την άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, οι προϋποθέσεις και οι όροι που πρέπει να τεθούν στον περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων) Νόμο του 1996, για τον τρόπο παροχής και άσκησης της δυνατότητας παρακολούθησης συνδιαλέξεων, δεν είναι δυνατό να διαγραφούν εκ των προτέρων.

Ανταποκρινόμενος όμως σε σχετική παράκληση μελών της επιτροπής, προέβη ενδεικτικά σε ορισμένες εισηγήσεις. Όπως επισήμανε, μπορεί εκ των προτέρων να αναφερθεί ότι η δυνατότητα παρακολούθησης θα παρέχεται από το δικαστήριο σε σχέση με ορισμένα μόνο αδικήματα, που θα καθορίζονται από το νόμο και εφόσον υπάρχει εύλογη υποψία για συμμετοχή του προσώπου, του οποίου οι συνδιαλέξεις θα παρακολουθούνται, σε οργανωμένο έγκλημα. Επίσης, οι συνδιαλέξεις αυτές δε θα γνωστοποιούνται σε οποιονδήποτε, θα διατηρούνται για ορισμένο χρονικό διάστημα που θα καθορίσει ο νόμος και δε θα καταγράφονται συνδιαλέξεις του παρακολουθουμένου που δε σχετίζονται με το αδίκημα. Πρόσθετα, δυνατόν να συσταθεί ανεξάρτητη επιτροπή που θα αποφασίζει αν και σε ποια έκταση θα ζητηθεί από το δικαστήριο η έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την παρακολούθηση και η οποία στη συνέχεια θα αναλαμβάνει, ανάλογα με το περιεχόμενο του δικαστικού διατάγματος, τη σχετική παρακολούθηση και πιστή τήρηση των προϋποθέσεων που ο νόμος και το δικαστικό ένταλμα επιτάσσουν. Επίσης, θα μπορεί να δημιουργηθεί και κάποιος μηχανισμός συνολικού ελέγχου και εποπτείας. Καταλήγοντας στο θέμα αυτό, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επισήμανε πως ο νόμος, αν τελικά καταστεί δυνατή η σύνταξη σχετικού νομοσχεδίου, θα ψηφιστεί από τη Βουλή, η οποία μπορεί να προσθέσει οποιεσδήποτε άλλες ασφαλιστικές δικλίδες κρίνονται αναγκαίες.

Η επιτροπή, θεωρώντας το θέμα των ασφαλιστικών δικλίδων πρωταρχικής σημασίας, προκειμένου να διασκεδαστούν οι ανησυχίες των μελών της για ενδεχόμενη κατάχρηση και να προβούν στη διαμόρφωση της τελικής τους θέσης επί της προτεινόμενης συνταγματικής ρύθμισης του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας, έκρινε σκόπιμο να προχωρήσει σε μια πιο ενδελεχή μελέτη στη βάση τόσο των πιο πάνω εισηγήσεων του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όσο και αυτών των μελών της. Στα πλαίσια της μελέτης αυτής η επιτροπή είχε την ευκαιρία να μελετήσει στοιχεία αναφορικά με ανάλογες ρυθμίσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και στοιχεία που υποβλήθηκαν από την αστυνομία αναφορικά με τα αδικήματα που θα πρέπει να καθοριστούν στο νόμο. Στην προσπάθεια αυτή της επιτροπής δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο να προδιαγραφεί τόσο ο τρόπος με τον οποίο θα εξουσιοδοτείται η δυνατότητα επέμβασης όσο και η διαδικασία διεξαγωγής της, αλλά και ο μηχανισμός ελέγχου και εποπτείας τους.

Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω μελέτης, η οποία σημειώνεται ότι απασχόλησε την επιτροπή τόσο της απελθούσας όσο και της παρούσας Βουλής για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν η, σε πρώτο στάδιο, καταγραφή, κατάταξη και ενσωμάτωση στη σχετική νομοθεσία για την προστασία του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας μιας σειράς όρων και προϋποθέσεων που, κατά την άποψη της επιτροπής, διασφαλίζουν ικανοποιητικά τη συνέχιση της προστασίας του δικαιώματος της επικοινωνίας, εφόσον διά του συντάγματος θα επιτραπεί τελικά η επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος αυτού. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η επιτροπή θεωρεί πως το έργο αυτό αποτελεί μόνο τη βάση για μια μελλοντική νομοθεσία, που ασφαλώς θα τύχει αρμοδίως επεξεργασίας τόσο από ουσιαστικής όσο και από νομοτεχνικής άποψης, προκειμένου να καταστεί άρτια και αποτελεσματική για το σκοπό που θα εξυπηρετεί.

Αναφορικά με τη συνταγματική ρύθμιση, τα μέλη της επιτροπής προβληματίστηκαν κατά πόσο ο βαθμός και η έκταση της προτεινόμενης τροποποίησης υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο που απαιτείται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού και διευκρίνισαν ότι η όλη ρύθμιση θα πρέπει να γίνει με τη μέγιστη δυνατή φειδώ και κατά τρόπο που η μείωση της προστασίας του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας δε θα επεκταθεί πέραν του αναγκαίου μέτρου. Γι’ αυτό η επιτροπή έκρινε σκόπιμο να μελετήσει συγκριτικά στοιχεία αναφορικά με τη ρύθμιση του εν λόγω δικαιώματος στα συντάγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Σε σχέση με τα πιο πάνω στοιχεία, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενημέρωσε την επιτροπή ότι σχεδόν όλες οι χώρες μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθόσον αφορά την προστασία του δικαιώματος αυτού, είναι ευθυγραμμισμένες με τη ρύθμιση του άρθρου 8 της σύμβασης. Από τα συντάγματα των σαράντα επτά χωρών μελών του Συμβουλίου μόνο το σύνταγμα της Κύπρου δεν περιλαμβάνει τις προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο της σύμβασης εξαιρέσεις, τις περιπτώσεις δηλαδή όπου επιτρέπεται επέμβαση στο δικαίωμα αυτό. Πρόσθετα, ανέφερε ότι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 17 του συντάγματος αφορούν μόνο τους φυλακισμένους και τους πτωχεύσαντες. Καταλήγοντας, επισήμανε το γεγονός πως δεν είναι γνωστό το σκεπτικό που οδήγησε τους συντάκτες του συντάγματος να αποκλίνουν καθόσον αφορά το σημείο αυτό από τη σχετική ρύθμιση της σύμβασης, θέτοντας τους περιορισμούς αυτούς.

Στα πλαίσια του προβληματισμού για το εύρος της δυνατότητας επέμβασης στο δικαίωμα επικοινωνίας που παρέχεται με την προτεινόμενη τροποποίηση, μέλη της επιτροπής εξέφρασαν επιφυλάξεις για τη γενικότητα των λόγων για τους οποίους θα ενεργοποιείται τέτοια δυνατότητα. Μεταξύ άλλων, την επιτροπή προβλημάτισε η σκοπιμότητα της συμπερίληψης, ανεξάρτητα από τη σοβαρότητά τους, όλων των ποινικών παραβάσεων και της προστασίας των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών, καθώς και της γενικής αναφοράς στα δημόσια ήθη, τη δημόσια υγεία και την οικονομική ευημερία της Δημοκρατίας.

Ειδικότερα, εκφράστηκαν επιφυλάξεις από μέλη της επιτροπής για το γεγονός ότι τέτοιοι γενικοί λόγοι ενδεχομένως να επιτρέπουν σε περιπτώσεις ήσσονος σοβαρότητας τη δυσανάλογη μείωση της προστασίας του δικαιώματος της επικοινωνίας. Συναφώς, την επιτροπή απασχόλησε η διαπίστωση ότι η γενική αναφορά σε λόγους δημόσιας τάξης ενδεχομένως να παραπέμπει αδιακρίτως σε όλα τα αδικήματα του Μέρους ΙΙ του Ποινικού Κώδικα που αφορά τα αδικήματα εναντίον της δημόσιας τάξης, όπου περιλαμβάνονται και αδικήματα σε σχέση με τα οποία δε θα εδικαιολογείτο η λήψη μέτρων όπως η επέμβαση στο δικαίωμα της επικοινωνίας.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, σχολιάζοντας τις πιο πάνω επιφυλάξεις των μελών της επιτροπής, επανέλαβε ότι για τους σκοπούς της προτεινόμενης τροποποίησης κρίθηκε ικανοποιητικό τόσο το περιεχόμενο όσο και η διατύπωση του άρθρου 8 της σύμβασης, γι’ αυτό και υιοθετήθηκε σχεδόν αυτούσιο. Πρόσθετα, διευκρίνισε ότι η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στην πεποίθηση ότι η σύμβαση, που υφίσταται για πάνω από πενήντα χρόνια και υιοθετήθηκε από τα συντάγματα μεγάλου αριθμού ευρωπαϊκών χωρών, παρέχει τα καλύτερα εχέγγυα για μια ορθή ρύθμιση. Επίσης, υποστήριξε ότι είναι σημαντικοί όλοι οι τομείς στους οποίους αναφέρονται οι γενικοί λόγοι που προβλέπει το άρθρο 8 της σύμβασης, γι’ αυτό και η συνολική υιοθέτησή τους διασφαλίζει σφαιρική προστασία, καθόσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες θα επιτρέπεται επέμβαση στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Ειδικότερα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η ευρύτητα και η γενικότητα των λόγων αυτών θα περιοριστεί στη συνέχεια, αφού η προτεινόμενη συνταγματική διάταξη προβλέπει ότι τέτοια επέμβαση θα ασκείται σύμφωνα με το νόμο. Συνεπώς, όπως υποστήριξε ο ίδιος, το δικαίωμα θα συνεχίσει να προστατεύεται με τον ίδιο τρόπο που προστατεύονται και άλλα συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα, των οποίων επίσης επιτρέπεται ο διά νόμου περιορισμός τους, όπως τα δικαιώματα της ελευθερίας και της κατοικίας, σε σχέση με τα οποία επιτρέπεται, αντίστοιχα, η έκδοση δικαστικού εντάλματος σύλληψης ή δικαστικού εντάλματος έρευνας.

Υπό το φως των πιο πάνω διευκρινίσεων του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στα πλαίσια προσπάθειας συναντίληψης μεταξύ των μελών της, την επιτροπή απασχόλησε στη συνέχεια το ενδεχόμενο να προβλεφθεί στο άρθρο 17 του συντάγματος ότι η άρση του απορρήτου της επικοινωνίας θα προϋποθέτει δικαστικό διάταγμα και θα επιτρέπεται μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας και για την πρόληψη, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων που θα προβλέπονται σε νόμο, καθώς και το ενδεχόμενο τα αδικήματα να καθοριστούν περιοριστικά στο εν λόγω άρθρο του συντάγματος. Επίσης, την επιτροπή απασχόλησε και το ενδεχόμενο να προβλεφθεί στο εν λόγω άρθρο ότι τα αδικήματα θα καθορίζονται σε νόμο για την τροποποίηση του οποίου θα απαιτείται ειδική πλειοψηφία.

Αναφορικά με τα πιο πάνω ενδεχόμενα, η επιτροπή ζήτησε την άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος δήλωσε ευθαρσώς ότι για όλους τους λόγους που ανέλυσε εκτενώς στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου διατηρεί τη θέση ότι αυτό θα πρέπει να παραμείνει ως κατατέθηκε. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι δε θα διαφωνούσε, αν υιοθετείτο αυτούσια η διατύπωση του άρθρου 8 της σύμβασης. Ωστόσο, κατανοώντας την ανησυχία και τις επιφυλάξεις μελών της επιτροπής, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έδωσε τη νομική του άποψη για ορισμένες από τις πιο πάνω εισηγήσεις, ενόψει του ενδεχομένου υιοθέτησής τους από μέλη της επιτροπής.

Σε σχέση με το ενδεχόμενο να καθοριστούν τα αδικήματα στο άρθρο 17 του συντάγματος, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας υποστήριξε ότι αυτού του είδους περιορισμοί ενσωματώνονται στο νόμο και δεν τίθενται στο σύνταγμα ως συνταγματικοί περιορισμοί, τονίζοντας πως το σύνταγμα δεν είναι ορθό να είναι περιπτωσιολογικό. Συναφώς, αναφέρθηκε σε ορισμένες διατάξεις του συντάγματος οι οποίες, όπως επισήμανε ο ίδιος, κατά έναν παράδοξο τρόπο είναι περιπτωσιολογικές και χαρακτήρισε ως ανορθόδοξη μια τέτοια συντακτική προσέγγιση.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο να προβλεφθεί στο άρθρο 17 του συντάγματος ότι ο νόμος που θα καθορίζει τα αδικήματα θα τροποποιείται με ειδική πλειοψηφία, επισήμανε ότι σύμφωνα με το άρθρο 78 του συντάγματος οι νόμοι και οι αποφάσεις της Βουλής ψηφίζονται με απλή πλειοψηφία. Το άρθρο 78 περιλαμβάνεται στα θεμελιώδη άρθρα του συντάγματος, τα οποία, όπως ορίζει το άρθρο 182 αυτού, δεν μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να τροποποιηθούν διά μεταβολής, προσθήκης ή κατάργησης. Συνεπώς, κατέληξε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αν προβλεφθεί στο άρθρο 17 κάτι αντίθετο με αυτό που ορίζει το άρθρο 78, θα συνιστά έμμεση τροποποίηση του τελευταίου, ανατρέποντας έτσι τη βούληση του συνταγματικού συντάκτη που καθόρισε ότι το άρθρο 78 είναι θεμελιώδες και δεν μπορεί να τροποποιηθεί.

Τοποθέτηση

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω σημεία προβληματισμού, που απασχόλησαν τόσο την απελθούσα όσο και την παρούσα Βουλή, υπό το φως των τελευταίων διευκρινίσεων που δόθηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στη βάση της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των μελών της στα πλαίσια προσπάθειας για συναντίληψη και, προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία συναίνεση, ώστε να καταστεί τελικά δυνατή αυτή η τροποποίηση του συντάγματος, κατέληξε στη θέση αφενός ότι πρέπει να περιοριστεί η προτεινόμενη τροποποίησή του και αφετέρου ότι θα καθοριστούν περιοριστικά στο σύνταγμα τα αδικήματα σε σχέση με τα οποία θα επιτρέπεται επέμβαση στο δικαίωμα της επικοινωνίας.

Διευκρινίζεται ότι η πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, παρ’ όλον ότι θεωρεί ανορθόδοξη συντακτική προσέγγιση τον καθορισμό των αδικημάτων στο σύνταγμα, συναίνεσε τελικά σ’ αυτόν, για να τερματιστεί η μακρόχρονη αδυναμία κατάληξης στο θέμα της υπό συζήτηση τροποποίησης του συντάγματος, γεγονός που δυστυχώς έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η αξιοποίηση των μέσων της σύγχρονης τεχνολογίας για σκοπούς αποτροπής, διερεύνησης ή δίωξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όταν μάλιστα τα πρόσωπα που εγκληματούν έχουν τη δυνατότητα αυτή.

Επίσης διευκρινίζεται ότι τα μέλη της επιτροπής που εισηγήθηκαν τον καθορισμό των αδικημάτων στο σύνταγμα κατέληξαν στη θέση αυτή, αφού, παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε, δεν υπήρξε από νομικής άποψης άλλος τρόπος για να διασφαλιστεί ο αναγκαίος κατά την άποψή τους περιορισμός της δυνατότητας διεύρυνσης των αδικημάτων σε σχέση με τα οποία θα επιτρέπεται μείωση της προστασίας του δικαιώματος της επικοινωνίας για να αποτρέπονται αυθαιρεσίες σε ό,τι αφορά το θέμα.

Ειδικότερα, η επιτροπή, μέσα στο πνεύμα της πιο πάνω προσπάθειας για συναντίληψη ότι η δυνατότητα επέμβασης στο δικαίωμα του απορρήτου της επικοινωνίας, που θα επιτραπεί με την τροποποίηση αυτή, θα πρέπει να δοθεί κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του αναγκαίου μέτρου, έκρινε σκόπιμο να απαλείψει ορισμένους από τους προτεινόμενους στο νομοσχέδιο λόγους για τους οποίους θα επιτρέπεται η δυνατότητα αυτή και επαναδιατύπωσε ανάλογα το κείμενο της προτεινόμενης με το νομοσχέδιο παραγράφου 2 του άρθρου 17.

Συγκεκριμένα, η επιτροπή επαναδιατύπωσε την εν λόγω παράγραφο, ώστε να διαλαμβάνει ότι δεν είναι δυνατή η επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος του απορρήτου της αλληλογραφίας και κάθε άλλης επικοινωνίας, εκτός αν η επέμβαση αυτή επιτρέπεται σύμφωνα με το νόμο, στις περιπτώσεις προσώπων που τελούν υπό φυλάκιση ή προφυλάκιση ή κατόπιν δικαστικού διατάγματος, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη των ακόλουθων σοβαρών ποινικών αδικημάτων:

1. Φόνος εκ προμελέτης ή ανθρωποκτονία.

2. Εμπορία ενήλικων ή ανήλικων προσώπων και αδικήματα που σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία.

3. Εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια ή παραγωγή ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων.

4. Αδικήματα που συνδέονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας.

5. Αδικήματα διαφθοράς για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή, με τη σύμφωνη άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, έκρινε σκόπιμη τη συμπερίληψη στην παράγραφο 2 του άρθρου 17 πρόνοιας σχετικής με τα αδικήματα για τα οποία θα εφαρμόζεται η νομοθεσία για τη διατήρηση δεδομένων, με σκοπό τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, η οποία θεσπίστηκε το 2007 με βάση την Οδηγία 2006/24/ΕΚ και αφορά την πρόσβαση μόνο στα δεδομένα και όχι στο περιεχόμενο ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

Συγκεκριμένα η εν λόγω πρόνοια διαλαμβάνει ότι στην άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος επιτρέπεται επέμβαση κατόπιν δικαστικού διατάγματος που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για τη διερεύνηση ή δίωξη σοβαρού ποινικού αδικήματος για το οποίο προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω που αφορά πρόσβαση στα σχετικά με ηλεκτρονική επικοινωνία δεδομένα κίνησης και θέσης και στα συναφή δεδομένα που είναι αναγκαία για την αναγνώριση του συνδρομητή ή και του χρήστη.

Σε σχέση με την πιο πάνω πρόνοια, η επιτροπή διευκρινίζει ότι τα δεδομένα κίνησης και θέσης ηλεκτρονικής επικοινωνίας είναι τα δεδομένα προσδιορισμού της πηγής της επικοινωνίας, του προορισμού της, της ημερομηνίας, της ώρας και της διάρκειάς της, του είδους της, του εξοπλισμού της, καθώς και της θέσης και του εξοπλισμού κινητής επικοινωνίας.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, καθώς και των μελών της βουλευτών του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Ευρωπαϊκού Κόμματος εισηγούνται στην ολομέλεια του σώματος την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω και αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί της Έκτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2010».

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί του διαμορφωμένου κειμένου του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

 

1η Ιουνίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων