Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Συγκοινωνιών και Έργων για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010»

Παρόντες:

Ζαχαρίας Κουλίας, πρόεδρος

Τάσος Μητσόπουλος

Αντώνης Αντωνίου

Φειδίας Σαρίκας

Αντρέας Φακοντής

Μη μέλη της επιτροπής:

Σκεύη Κούτρα Κουκουμά

Λευτέρης Χριστοφόρου

Κλαύδιος Μαυροχάννας

Νικόλας Παπαδόπουλος

Γεώργιος Γεωργίου

Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 4 Μαΐου 2010, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 15 Απριλίου 2010 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, συνοδευόμενος από λειτουργό του γραφείου του, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, συνοδευόμενος από το διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών του ίδιου υπουργείου, και ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, συνοδευόμενος επίσης από λειτουργούς του ίδιου υπουργείου.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών Νόμου, ώστε η Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου να μη δύναται στο πλαίσιο ή σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών να λειτουργεί από μόνη της ραδιοδίκτυα επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης που χρησιμοποιούν συγκεκριμένες ραδιοσυχνότητες.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 26 Απριλίου 2010, παρατίθενται αυτούσια και είναι οι ακόλουθοι:

«Ο αναπεμπόμενος νόμος θεσπίστηκε κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, όπως αυτή είναι διάχυτη και κατοχυρώνεται στο σύνταγμα, γιατί η Βουλή των Αντιπροσώπων ασκεί διοικητική εξουσία, η οποία, με βάση το σύνταγμα, ανήκει στην εκτελεστική εξουσία.

Με τον προτεινόμενο νόμο η Βουλή των Αντιπροσώπων αποβλέπει στην παρεμπόδιση της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου από του να διεκδικεί την ανάληψη του έργου με την προς αυτήν έκδοση άδειας στο πλαίσιο της από πολλού χρόνου αρξάμενης και σε τελικό στάδιο ευρισκόμενης διαδικασίας πλειστηριασμού, που προκηρύχθηκε από κοινού από το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων και τον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, για την έκδοση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας δικτύου επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης και άδειας χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για τη λειτουργία τέτοιου δικτύου.

Με την προκήρυξη του εν λόγω πλειστηριασμού ζητήθηκε να υποβληθούν αιτήσεις για τη χορήγηση των προαναφερθεισών αδειών. Υποβλήθηκαν τρεις αιτήσεις, μια εκ των οποίων από την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου. Στην προκήρυξη του πλειστηριασμού καθορίζονταν οι ραδιοσυχνότητες, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της προτιθέμενης αδειοδότησης και εμφαίνονται στην προκήρυξη.

Με τον προτεινόμενο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων νόμο απαγορεύεται στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου η λειτουργία ραδιοδικτύου επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης με τη χρησιμοποίηση των ραδιοσυχνοτήτων όπως αυτές προκαθορίστηκαν επακριβώς στην προκήρυξη για αδειοδότηση. Επομένως, με τον προτεινόμενο νόμο η Βουλή των Αντιπροσώπων επεμβαίνει σε συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία, δηλαδή στη διαδικασία που αναφέρω πιο πάνω, με αποκλειστικό στόχο να επιφέρει συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δηλαδή τον αποκλεισμό ενός από τους υποψηφίους και πιο συγκεκριμένα της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου.

Η πιο πάνω ενέργεια αποτελεί έκδηλα επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στην ήδη υφιστάμενη διαδικασία αδειοδότησης, με αποτέλεσμα να παραβιάζει επιπρόσθετα και τους κανόνες του ανταγωνισμού. Και τούτο, γιατί περιορίζει ή και αλλοιώνει τις συνθήκες του διαγωνισμού όπως αυτές επακριβώς διαμορφώθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τον πολύ μικρό αριθμό πλειοδοτών, ο οποίος μειώνεται ακόμα περισσότερο και περιορίζεται σε δύο».

Στα πλαίσια της επανεξέτασης του θέματος από την επιτροπή, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αναλύοντας τη νομική του πτυχή ανέφερε ότι η Βουλή θα μπορούσε σε οποιοδήποτε στάδιο πριν από την προκήρυξη της διαδικασίας του αναφερόμενου πλειστηριασμού να περιορίσει με νόμο το εύρος των αρμοδιοτήτων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου. Ωστόσο, όπως ο ίδιος ανέφερε, εκείνο το οποίο έγινε ήταν να ψηφιστεί από τη Βουλή ο αναπεμπόμενος νόμος κατά το χρόνο που βρίσκεται σε εξέλιξη η συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία των προσφορών, με απώτερο στόχο να διαφοροποιήσει το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής και να θέσει τη Cyta έξω από το διαγωνισμό. Αυτό, σύμφωνα με το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποτελεί επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στην αρμοδιότητα άλλης εξουσίας και δη της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία απαγορεύεται από το σύνταγμα, το οποίο, όπως αναφέρεται και στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, καθιερώνει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Επιπρόσθετα, ο ίδιος ανέφερε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα, εκκρεμούσης της εν λόγω διαδικασίας και πριν από την κατακύρωση των προσφορών, να περιληφθεί η Cyta στην αίτηση άλλου προσφοροδότη. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μετά την κατακύρωση της προσφοράς σε άλλο προσφοροδότη. Αναφορικά με το κατά πόσο η πιο πάνω ενέργεια της Βουλής έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού, δήλωσε, ότι, παρ’ όλο που με την ενέργεια αυτή τίθεται η Cyta έξω από το πεδίο ανταγωνισμού, είναι αμφίβολο αν περιορίζεται ο ανταγωνισμός.

Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσε ότι με την πιο πάνω ενέργεια της Βουλής πλήττεται ο ανταγωνισμός και η ίση μεταχείριση. Η ισχύς του αναπεμπόμενου νόμου, δήλωσε, θα θέσει τη Cyta σε δυσμενέστερη θέση. Όπως ο ίδιος δήλωσε, η Cyta ορθά βρίσκεται στο διαγωνισμό, αφού ενήργησε με βάση το υφιστάμενο νομικό καθεστώς δράσης της.

Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων δήλωσε ότι στόχος του υπουργείου του είναι η προώθηση του ανταγωνισμού προς το συμφέρον των καταναλωτών, γι’ αυτό και στα έγγραφα του εν λόγω διαγωνισμού δεν περιλήφθηκαν οποιαδήποτε κριτήρια για αποκλεισμό οποιουδήποτε ενδιαφερομένου από αυτόν. Σύμφωνα με τον ίδιο, για το υπουργείο του η Cyta θεωρείται ίσος προσφοροδότης με τους υπολοίπους και στόχος του υπουργείου είναι να δοθεί η προσφορά στον καλύτερο προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος.

Οι βουλευτές μη μέλη της επιτροπής Λευτέρης Χριστοφόρου και Νικόλας Παπαδόπουλος, εισηγητές της πρότασης νόμου που ψηφίστηκε σε νόμο από τη Βουλή και αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εξέφρασαν τη διαφωνία τους κατά τη διάρκεια της συνεδρίας με την πιο πάνω άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι δεν εγείρεται θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου, γιατί δεν υπάρχει επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στη διοικητική διαδικασία. Όπως οι ίδιοι δήλωσαν, η Βουλή έχει αρμοδιότητα να περιορίζει με νόμο τις αρμοδιότητες οποιουδήποτε ημικρατικού οργανισμού και τέτοιος νόμος δεν είναι αντισυνταγματικός. Με την ενέργειά της η Βουλή δεν επενέβη στη διοικητική διαδικασία επιβάλλοντας επιπρόσθετους όρους στην εν εξελίξει διαδικασία. Απλώς, η Βουλή περιόρισε το εύρος των αρμοδιοτήτων της Cyta, τις οποίες η ίδια παραχώρησε προς αυτή. Επιπρόσθετα, οι ίδιοι υπενθύμισαν στην επιτροπή ότι η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όταν παρουσιάστηκε στην επιτροπή στα πλαίσια της συζήτησης που προηγήθηκε της αναπομπής, δήλωσε τα εξής: «Η Βουλή έχει κάθε δικαίωμα να οριοθετεί το εύρος της υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών που η ίδια αναθέτει στη Cyta ως νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου και, στο βαθμό που η προτεινόμενη διάταξη περιορίζει το εύρος της ήδη ανατεθείσας υπηρεσίας, δεν τίθεται θέμα αναρμόδιας παρέμβασης της Βουλής σε διοικητική διαδικασία». Παράλληλα, ανέφεραν ότι η ίδια εκπρόσωπος εισηγήθηκε να γίνουν, και έγιναν στη βάση των εισηγήσεών της, διορθωτικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση, ώστε να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος αυτής.

Στο σημείο εκείνο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας απάντησε ότι οι εισηγήσεις της εκπροσώπου του γραφείου του έγιναν αναφορικά με το αρχικό κείμενο της πρότασης νόμου, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση της πρότασης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, λόγω της γενικής απαγόρευσης που η πρόταση αρχικά προέβλεπε, και για να μην επηρεαστεί από την πρόταση η αρμοδιότητα της Cyta στην κινητή τηλεφωνία. Όσον αφορά την αναδιαμόρφωση της πρότασης με τη συγκεκριμενοποίηση των ραδιοσυχνοτήτων, όπως ο ίδιος υπενθύμισε, η εκπρόσωπος του γραφείου του στη συγκεκριμένη συνεδρία της επιτροπής είχε αναφέρει ότι η πρόταση νόμου σε αυτή τη μορφή ενέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί στοχευμένη.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατέληξε στις πιο κάτω αποφάσεις:

Ο πρόεδρος και το μέλος της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ δήλωσαν ότι θα τοποθετηθούν αναφορικά με την αναπομπή κατά τη συζήτηση του θέματος ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις εξέφρασαν τη συμφωνία τους με τους λόγους της αναπομπής όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με ημερομηνία 26 Απριλίου 2010, και όπως αυτοί εκτέθηκαν στη συνέχεια αναλυτικά από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ενώπιον της επιτροπής και τάχθηκαν εναντίον του νόμου όπως αυτός ψηφίστηκε από την ολομέλεια του σώματος και συναφώς υπέρ της αποδοχής της αναπομπής.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού τάχθηκαν εναντίον της αναπομπής, υποστηρίζοντας ότι ο αναπεμπόμενος νόμος δεν αποτελεί επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας και ως εκ τούτου εισηγούνται την απόρριψη της αναπομπής υποστηρίζοντας τον αναπεμφθέντα νόμο.

Υπό το φως των πιο πάνω τοποθετήσεων, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων καταθέτει την παρούσα έκθεση ενώπιον της ολομέλειας του σώματος για λήψη τελικής απόφασης αναφορικά με την αναπομπή.

4 Μαΐου 2010

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων