Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τους αναπεμφθέντες νόμους «Ο περί Συντάξεων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010» και «Ο περί Αστυνομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Νικόλας Παπαδόπουλος
Τάσος Μητσόπουλος Γιαννάκης Ομήρου
Αριστοφάνης Γεωργίου Μη μέλη της επιτροπής:
Γιαννάκης Θωμά Αβέρωφ Νεοφύτου
Άριστος Αριστοτέλους Γιώργος Περδίκης
Ανδρέας Αγγελίδης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών σε δύο έκτακτες συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 9 και 13 Απριλίου 2010, επανεξέτασε τους πιο πάνω νόμους, τους οποίους ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 18 Μαρτίου 2010 και οι οποίοι αναπέμφθηκαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως συνοδευόμενος από το γενικό διευθυντή του υπουργείου του, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Αρχηγός Αστυνομίας, καθώς και εκπρόσωποι του Συνδέσμου Ανώτερων Αξιωματικών Αστυνομίας Κύπρου (ΣΑΑΑΚ) και του Συνδέσμου Αστυνομίας Κύπρου (ΣΑΚ). Ο Υπουργός Οικονομικών, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν παρευρέθηκε, αλλά ούτε και εκπροσωπήθηκε στη συνεδρία της επιτροπής.

Υπενθυμίζεται ότι οι αναπεμφθέντες νόμοι κατατέθηκαν υπό τη μορφή προτάσεων νόμου. Ειδικότερα, η πρώτη πρόταση νόμου, η οποία αποσκοπούσε στην τροποποίηση του περί Συντάξεων Νόμου, κατατέθηκε στη Βουλή στις 3 Δεκεμβρίου 2009 αρχικά από τους βουλευτές κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, Ιωνά Νικολάου, Ανδρέα Αγγελίδη και Γιαννάκη Ομήρου και ακολούθως με τη συναίνεσή τους προστέθηκε ως συνεισηγητής και ο βουλευτής κ. Γιώργος Περδίκης. Η δεύτερη πρόταση νόμου, η οποία αποσκοπούσε στην τροποποίηση του περί Αστυνομίας Νόμου, κατατέθηκε στη Βουλή στις 25 Φεβρουαρίου 2010 από όλους τους αναφερόμενους πιο πάνω βουλευτές. Στη συνέχεια οι δύο προτάσεις νόμου μελετήθηκαν από κοινού από την επιτροπή.

Όπως είναι γνωστό, με τον πρώτο αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Συντάξεων Νόμου, ώστε η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης των μελών της αστυνομίας να επεκταθεί από την ηλικία των πενήντα πέντε ετών για τους αστυνομικούς με βαθμό λοχία ή κατώτερο αυτού και από την ηλικία των εξήντα ετών για τους αστυνομικούς με βαθμό ανώτερο του βαθμού λοχία, όπως ισχύει σήμερα, στην ηλικία των εξήντα τριών ετών.

Με το δεύτερο αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Αστυνομίας Νόμου, ώστε η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης των ειδικών αστυνομικών να επεκταθεί από την ηλικία των πενήντα πέντε ετών στην ηλικία των εξήντα τριών ετών.

Ειδικότερα, με τον πρώτο αναπεμφθέντα νόμο προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Καθορίζεται ως υποχρεωτική ηλικία αφυπηρέτησης για όλα τα μέλη της αστυνομίας που θα διοριστούν κατά ή μετά την 11η Μαρτίου 2010 η ηλικία των εξήντα τριών ετών.

2. Εφαρμόζεται κλιμακωτό όριο ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης για όλους τους υπηρετούντες κατά τη 10η Μαρτίου 2010 αστυνομικούς. Συγκεκριμένα, καθορίζεται ως όριο υποχρεωτικής αφυπηρέτησής τους σταδιακά το εξηκοστό πρώτο έτος, το εξηκοστό δεύτερο και το εξηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας τους, ανάλογα με το πότε αυτοί συμπληρώνουν το ισχύον σήμερα όριο υποχρεωτικής αφυπηρέτησης, δηλαδή το εξηκοστό έτος προκειμένου για αστυνομικό που έχει βαθμό ανώτερο του λοχία ή το πεντηκοστό πέμπτο έτος προκειμένου για αστυνομικό που έχει βαθμό λοχία ή κατώτερο αυτού.

3. Για τα μέλη της αστυνομίας που ήδη υπηρετούν κατά τη 10η Μαρτίου 2010 διασφαλίζεται το δικαίωμα για πρόωρη αφυπηρέτησή τους με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας τους, προκειμένου για μέλη της αστυνομίας που έχουν βαθμό ανώτερο του λοχία, ή με τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους, προκειμένου για μέλη της αστυνομίας που έχουν βαθμό λοχία ή κατώτερο, ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο.

4. Τα προνόμια που παραχωρούνται τώρα στους αστυνομικούς με βαθμό όχι ανώτερο του λοχία ως πρόσθετα συνταξιοδοτικά ωφελήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 8 της ισχύουσας νομοθεσίας, θα συνεχίσουν να παραχωρούνται σε αυτούς, μόνο στην περίπτωση πρόωρης αφυπηρέτησής τους με τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο και εφόσον πρόκειται για μέλη που κατά τη 10η Μαρτίου 2010 βρίσκονται ήδη στην υπηρεσία.

Με το δεύτερο αναπεμφθέντα νόμο προβλέπονται για τους ειδικούς αστυνομικούς ρυθμίσεις ανάλογες με αυτές που προβλέπονται πιο πάνω για τους υπόλοιπους αστυνομικούς, ώστε όλα τα μέλη της αστυνομίας να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης όσον αφορά το όριο υποχρεωτικής αφυπηρέτησής τους. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι στους ειδικούς αστυνομικούς δεν παρέχονται συνταξιοδοτικά ωφελήματα με βάση τον περί Συντάξεων Νόμο, αντίθετα με τα υπόλοιπα μέλη της αστυνομίας, αλλά τα θέματα αυτά, καθώς και η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησής τους ρυθμίζονται ειδικά στη νομοθεσία για την αστυνομία, η τροποποίηση της οποίας κρίθηκε αναγκαία για τη σκοπούμενη επέκταση σε σχέση με τους ειδικούς αστυνομικούς.

Στα πλαίσια της συζήτησης που προηγήθηκε της ψήφισης των αναπεμφθέντων νόμων και σύμφωνα με τις επισημάνσεις των εισηγητών τους, οι πρόνοιές τους επιβάλλονται για λόγους ίσης μεταχείρισης μεταξύ των μελών της αστυνομίας ως προς το όριο ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η διαφορετική αντιμετώπισή τους στο θέμα αυτό, σύμφωνα με σχετική έκθεση της Αρχής της Ισότητας του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως, στοιχειοθετεί απαγορευμένη εκ του νόμου διάκριση. Περαιτέρω, με τις εν λόγω ρυθμίσεις θα προκύψει εξοικονόμηση δαπανών για το κράτος και καλύτερη αξιοποίηση της αποκτηθείσας πείρας των αστυνομικών, που θα παραμένουν περισσότερο στην υπηρεσία.

Οι λόγοι της αναπομπής του πρώτου νόμου όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 6 Απριλίου 2010, είναι οι ακόλουθοι:

1. Ο αναπεμπόμενος νόμος θεσπίστηκε κατά παράβαση των άρθρων 28 και 80.2 του συντάγματος, γιατί επιφέρει αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ μελών της αστυνομίας που κατά ή πριν από την 11η Μαρτίου 2010 βρίσκονταν σε προαφυπηρετική άδεια και εκείνων που κατά την ημερομηνία αυτή βρίσκονταν στην ενεργό υπηρεσία, όπως επίσης και γιατί συνεπάγεται αύξηση των υπό του προϋπολογισμού προβλεπόμενων εξόδων.

Με τον αναπεμπόμενο νόμο παρατείνεται το όριο ηλικίας αφυπηρέτησης των μελών της αστυνομίας για μεν τους αξιωματικούς από το εξηκοστό στο εξηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας τους, για δε τους αστυνομικούς και λοχίες από το πεντηκοστό πέμπτο στο εξηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας τους.

Με το άρθρο 7 του αναπεμπόμενου νόμου προστίθεται στο βασικό νόμο νέο άρθρο 51, με το οποίο προβλέπεται ότι οι διατάξεις του αναπεμπόμενου νόμου δεν εφαρμόζονται σε σχέση με τα μέλη της αστυνομίας τα οποία κατά ή πριν από την 11η Μαρτίου 2010 βρίσκονταν σε προαφυπηρετική άδεια, ανεξάρτητα από την ημερομηνία που θα συμπληρώσουν την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησής τους. Η διάταξη αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας, γιατί εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των αστυνομικών που κατά ή πριν από τη συγκεκριμένη ημερομηνία βρίσκονταν σε προαφυπηρετική άδεια, ανεξαρτήτως του ότι η ηλικία αφυπηρέτησής τους θα είναι μεταγενέστερη της εφαρμογής του νόμου, και εκείνων οι οποίοι βρίσκονταν σε ενεργό υπηρεσία κατά την ίδια ημερομηνία. Και τούτο γιατί από τα μέλη της αστυνομίας τα οποία έχουν την ίδια ηλικία και την ίδια υπηρεσία άλλα θα αφυπηρετήσουν, επειδή στις 11 Μαρτίου 2010 είχαν τόση συσσωρευμένη άδεια, η οποία πιθανόν να μην τους παραχωρείτο από την ίδια την υπηρεσία, ώστε η προαφυπηρετική τους άδεια να ξεκινά κατά ή πριν από την 11η Μαρτίου 2010, και άλλα μέλη τα οποία έτυχε να λαμβάνουν κανονικά την άδειά τους, καλύπτονται από το νόμο και αποκτούν το δικαίωμα να παραμείνουν στην υπηρεσία μέχρι το εξηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας τους, απλώς και μόνο επειδή η προαφυπηρετική τους άδεια ξεκινά μεταγενέστερα.

Σε περίπτωση που η εν λόγω διάταξη κριθεί αντισυνταγματική με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο οποιουδήποτε μέλους της αστυνομικής δύναμης βρισκόταν σε προαφυπηρετική άδεια κατά την κρίσιμη ημερομηνία, με αποτέλεσμα να επανέλθει στην υπηρεσία, θα δημιουργηθούν ανυπέρβλητα προβλήματα, λόγω του ότι οι θέσεις στην αστυνομία καθορίζονται με τον προϋπολογισμό, αλλά και θα επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός, στις περιπτώσεις όπου οι θέσεις των ευρισκομένων σε προαφυπηρετική άδεια έχουν στο μεταξύ πληρωθεί με βάση τους υφιστάμενους κανονισμούς.

2. Ο αναπεμπόμενος νόμος, με βάση υπολογισμούς που έχουν γίνει, με την πάροδο του χρόνου θα δημιουργήσει σοβαρές επιπτώσεις στην επιχειρησιακή ετοιμότητα-αποτελεσματικότητα της αστυνομίας, που περιλαμβάνει και την Πυροσβεστική Υπηρεσία, λαμβανομένης υπόψη της μείωσης των σωματικών ικανοτήτων και αντοχών, που επέρχεται λόγω ηλικίας. Οι αρνητικές αυτές επιπτώσεις προκαλούνται κυρίως εξαιτίας της άμεσης αύξησης της ηλικίας υποχρεωτικής αφυπηρέτησης κατά πέντε χρόνια και της εν συνεχεία σταδιακής περαιτέρω αύξησής της κατά τρία χρόνια μέχρι και το εξηκοστό τρίτο έτος. Ο μόνος τρόπος που παρέχεται, για να αντιμετωπιστούν αυτές οι αρνητικές επιπτώσεις χωρίς μείωση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της αστυνομίας, είναι η σταδιακή αύξηση των οργανικών θέσεων της αστυνομίας και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, με τρόπο ώστε να μπορούν να προσληφθούν άτομα μικρότερης ηλικίας, τα οποία και θα στελεχώνουν τμήματα και υπηρεσίες που απαιτούν σωματική επάρκεια, που δεν είναι δυνατό να προσφέρουν άτομα μεγάλης ηλικίας.

3. Με τον αναπεμπόμενο νόμο παγοποιούνται οι προαγωγές και κατά συνέπεια οι προσλήψεις στην αστυνομία, με αποτέλεσμα τη γήρανση του αστυνομικού σώματος, την καθήλωση των υπηρετούντων για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς προοπτική προαγωγής και τη συνακόλουθη αφαίρεση του κινήτρου αποδοτικότητας που προσφέρεται διά της προαγωγής.

4. Με τον αναπεμπόμενο νόμο ουσιαστικά διαλύονται ή αδρανοποιούνται σημαντικά τμήματα της αστυνομίας, όπως η Αστυνομική Ακαδημία, αφού για περίοδο ουσιαστικά έξι χρόνων δε θα προσλαμβάνονται αστυνομικοί, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν προς εκπαίδευση νεοπροσληφθησόμενοι αστυνομικοί, που αποτελεί την κύρια δραστηριότητα της ακαδημίας.

Οι λόγοι της αναπομπής του δεύτερου νόμου όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 6 Απριλίου 2010, είναι οι ακόλουθοι:

1. Ο αναπεμπόμενος νόμος θεσπίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 80.2 του συντάγματος, γιατί συνεπάγεται αύξηση των υπό του προϋπολογισμού προβλεπόμενων εξόδων. Με τον αναπεμπόμενο νόμο παρατείνεται το όριο ηλικίας των ειδικών αστυνομικών από το πεντηκοστό πέμπτο στο εξηκοστό έτος της ηλικίας τους με την έναρξη της ισχύος του νόμου και ακολούθως σταδιακά παρατείνεται μέχρι και το εξηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας τους.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 80.2 του συντάγματος, δεν επιτρέπεται να υποβληθεί από βουλευτή οποιαδήποτε πρόταση νόμου συνεπαγόμενη αύξηση των προβλεπόμενων από τον προϋπολογισμό εξόδων, όπως έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση. Η πρόσθετη δαπάνη δημιουργείται, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ειδικοί αστυνομικοί με την αφυπηρέτησή τους στο πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους δε λαμβάνουν σύνταξη ούτε εφάπαξ, όπως συμβαίνει με τα μέλη της αστυνομίας που κατέχουν οργανική θέση, αλλά μόνο μικρό φιλοδώρημα. Κατά συνέπεια, η αφυπηρέτηση ειδικού αστυνομικού στο πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του και η αντικατάστασή του από νεοπροσληφθησόμενο επιφέρει εξοικονόμηση, λόγω της διαφοράς του μισθού που υπάρχει μεταξύ των παλαιοτέρων και των νεοεισερχομένων. Η παράταση κατά πέντε έτη και εν συνεχεία για άλλα τρία των υπηρεσιών τους αυξάνει για το λόγο αυτό τα υπό του προϋπολογισμού προβλεφθέντα έξοδα.

Στα πλαίσια της επανεξέτασης του όλου θέματος, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας αναλύοντας τη νομική του πτυχή δήλωσε ότι καθηκόντως θα αναφερθεί μόνο στους λόγους αντισυνταγματικότητας των αναπεμφθέντων νόμων. Αναφερθείς στην αδικαιολόγητη διάκριση που επιφέρει το άρθρο 7 του πρώτου αναπεμφθέντος νόμου μεταξύ των μελών της αστυνομίας που κατά την 11η Μαρτίου 2010 βρίσκονταν σε προαφυπηρετική άδεια και εκείνων που κατά την ίδια ημερομηνία βρίσκονταν στην ενεργό υπηρεσία, επεξήγησε ότι τα μέλη της αστυνομίας που βρίσκονται σε προαφυπηρετική άδεια δε βρίσκονται στην ενεργό δράση, αλλά εξακολουθούν να είναι μέλη της αστυνομίας και έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών της. Συνεπώς, σύμφωνα με τον ίδιο, η διαφορετική μεταχείρισή τους αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Σε περίπτωση δε που η σχετική διάταξη κριθεί αντισυνταγματική από το Ανώτατο Δικαστήριο, έπειτα από προσφυγή μέλους που βρισκόταν σε προαφυπηρετική άδεια, με αποτέλεσμα το μέλος αυτό να επανέλθει στην υπηρεσία, θα δημιουργηθούν ανυπέρβλητα προβλήματα, αν στο μεταξύ η θέση του έχει πληρωθεί με βάση τους κανονισμούς της αστυνομίας, με επιπρόσθετη συνέπεια την επιβάρυνση του προϋπολογισμού.

Περαιτέρω, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, επεξηγώντας τους λόγους για τους οποίους ο δεύτερος αναπεμφθείς νόμος προκαλεί επιπρόσθετη δαπάνη, ανέφερε ότι με την ισχύουσα ρύθμιση οι ειδικοί αστυνομικοί με την αφυπηρέτησή τους στο πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους δε λαμβάνουν σύνταξη ούτε εφάπαξ, όπως συμβαίνει με τα μέλη της αστυνομίας που κατέχουν οργανική θέση, αλλά μόνο μικρό φιλοδώρημα. Κατά συνέπεια, η αφυπηρέτηση ειδικού αστυνομικού στο πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του και η αντικατάστασή του από νεοπροσληφθησόμενο προκαλεί εξοικονόμηση, λόγω της διαφοράς του μισθού που υπάρχει μεταξύ των παλαιοτέρων και των νεοεισερχομένων. Η παράταση κατά πέντε έτη και εν συνεχεία για άλλα τρία των υπηρεσιών τους αυξάνει για το λόγο αυτό τα υπό του προϋπολογισμού προβλεφθέντα έξοδα.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, υιοθετώντας τις πιο πάνω επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ανέφερε στην επιτροπή ότι η εκτελεστική εξουσία διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις για τον πρώτο αναπεμφθέντα νόμο, υποστηρίζοντας ότι θα επηρεάσει αρνητικά την επιχειρησιακή ετοιμότητα και αποτελεσματικότητα της αστυνομίας. Όπως ανέφερε ο ίδιος, ο εν λόγω νόμος θα δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα στο εγγύς και απώτερο μέλλον. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε ο ίδιος, σε είκοσι χρόνια ποσοστό 53% της δύναμης θα είναι ηλικίας πενήντα έως εξήντα τριών ετών, με αποτέλεσμα τη μείωση της επιχειρησιακής δυνατότητας της αστυνομίας. Οι επιπτώσεις αυτές αντιμετωπίζονται με την αύξηση των οργανικών θέσεων της αστυνομίας, ώστε να προσληφθούν άτομα μικρότερης ηλικίας που θα στελεχώνουν τα τμήματα και τις υπηρεσίες της. Επιπρόσθετα, όπως επισήμανε ο υπουργός, με βάση τον αναπεμφθέντα νόμο, για έξι χρόνια δε θα υπάρξουν κενές θέσεις και προσλήψεις νέων μελών στην αστυνομία και κατά συνέπεια θα αδρανοποιηθεί η Αστυνομική Ακαδημία, αφού δε θα υπάρχουν νεοπροσληφθησόμενοι αστυνομικοί, για να εκπαιδευτούν. Επιπλέον, θα επηρεαστούν αρνητικά και άλλα τμήματα της αστυνομίας, όπως η Πυροσβεστική Υπηρεσία, της οποίας ποσοστό 30% των μελών θα είναι ηλικίας πενήντα έως εξήντα τριών ετών.

Ο Αρχηγός Αστυνομίας συμφώνησε με τα πιο πάνω επιχειρήματα του υπουργού και τόνισε εμφαντικά ότι από την αρχή της συζήτησης του όλου θέματος η αστυνομία υποστήριξε ότι η επέκταση του ορίου αφυπηρέτησης των μελών της θα επηρεάσει αρνητικά την επιχειρησιακή ικανότητα της δύναμης, αλλά κατά το στάδιο εκείνο δεν είχε στη διάθεσή της συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν σε ποιο βαθμό θα επηρεαστεί. Συναφώς, αναφέρθηκε συνοπτικά σε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία παρουσιάζεται αυξημένο ποσοστό άδειας απουσίας των μελών της αστυνομίας που είναι άνω των πενήντα ετών σε σχέση με τα μέλη της αστυνομίας που είναι κάτω των πενήντα ετών.

Ο εκπρόσωπος του ΣΑΚ επανέλαβε πως πάγια θέση του συνδέσμου είναι η επίτευξη εξίσωσης μεταξύ των μελών της αστυνομίας αναφορικά με το όριο υποχρεωτικής αφυπηρέτησης.

Ο εκπρόσωπος του ΣΑΑΑΚ ανέφερε ότι ο σύνδεσμος εμμένει στην επέκταση του ορίου αφυπηρέτησης για τους ανώτερους αξιωματικούς στο εξηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, τα μέλη της επιτροπής υπέβαλαν σειρά ερωτημάτων και ζήτησαν να κατατεθούν γραπτώς τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και τα οποία στοιχειοθετούν τις αρνητικές επιπτώσεις ως προς την επιχειρησιακή ικανότητα της αστυνομίας, καθώς και στοιχεία για τον αριθμό των μελών που βρίσκονται τώρα σε προαφυπηρετική άδεια και τον αριθμό των θέσεών τους που έχουν ήδη πληρωθεί.

Υπό το φως των πιο πάνω απόψεων που εκφράστηκαν από τις διάφορες πλευρές, καταβλήθηκε προσπάθεια προς εξεύρεση μιας βάσης για συναινετική λύση και για το σκοπό αυτό έγιναν διαβουλεύσεις και υποβλήθηκαν προτάσεις από διάφορες πλευρές. Ως εκ τούτου, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, έκρινε σκόπιμο όπως όλες οι πλευρές της τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση των αναπεμφθέντων νόμων στην ολομέλεια του σώματος.

 

13 Απριλίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων