Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε Εύλογο Χρόνο Νόμος του 2009»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Γιαννάκης Θωμά
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 15 Οκτωβρίου 2009 και 14 Ιανουαρίου 2010. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η Επίτροπος Νομοθεσίας και ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε σε συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η δημιουργία αποτελεσματικών θεραπειών σε περιπτώσεις παραβίασης του δικαιώματος δικαστικής διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός εύλογου χρόνου, σύμφωνα με τις πρόνοιες σχετικών άρθρων του συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρώσει με νόμο η Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω, το νομοσχέδιο αποσκοπεί στη συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) με τις οποίες κρίθηκε ότι τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των αιτητών σε αστικές υποθέσεις και προσφυγές δε διαγνώστηκαν από τα κυπριακά δικαστήρια σε εύλογο χρόνο και ότι για την παραβίαση αυτή δεν υπήρχαν θεσμοθετημένες στην Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεσματικές θεραπείες, με αποτέλεσμα την παραβίαση του άρθρου 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, η συμμόρφωση της Δημοκρατίας προς τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ συνεπάγεται την υιοθέτηση μέτρων για την εισαγωγή αποτελεσματικών εθνικών θεραπειών σε σχέση με καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων. Σημειώνεται ότι η συμμόρφωση της Δημοκρατίας επιτηρείται σύμφωνα με τις πρόνοιες της πιο πάνω σύμβασης από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης και η εκκρεμότητα της μη ύπαρξης αποτελεσματικών εσωτερικών θεραπειών ενδέχεται να οδηγήσει την πιο πάνω επιτροπή στην υιοθέτηση σχετικού ενδιάμεσου ψηφίσματος.

Ειδικότερα, οι κυριότερες πρόνοιες του νομοσχεδίου, όπως αυτό αρχικά κατατέθηκε, αφορούν τα ακόλουθα:

1. Παρέχεται η δυνατότητα σε πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι δε διαγνώστηκαν αστικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους σε εύλογο χρόνο σε πολιτικές υποθέσεις και προσφυγές να προσφύγουν με αγωγή κατά της Δημοκρατίας, αξιώνοντας τις προβλεπόμενες στο νομοσχέδιο θεραπείες τόσο σε σχέση με υποθέσεις που εκκρεμούν πρωτόδικα ή κατ’ έφεση όσο και με περατωθείσες υποθέσεις και σε όποιο στάδιο και αν προκύπτει θέμα παραβίασης, περιλαμβανομένου του σταδίου της εκτέλεσης μιας απόφασης.

2. Στο πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου, εξαιρουμένων των ποινικών διαδικασιών, εμπίπτει κάθε υπόθεση και διαδικασία ενώπιον των επαρχιακών δικαστηρίων, των δικαστηρίων ειδικής δικαιοδοσίας, δηλαδή των οικογενειακών δικαστηρίων, των δικαστηρίων ελέγχου ενοικιάσεων και των δικαστηρίων εργατικών διαφορών, καθώς και του Ανώτατου Δικαστηρίου.

3. Σε περίπτωση αγωγής για παραβίαση του δικαιώματος διάγνωσης σε εύλογο χρόνο αναφορικά με περατωθείσα υπόθεση, αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή και να αποφασίσει επ’ αυτής είναι ο διοικητικός πρόεδρος οποιουδήποτε επαρχιακού δικαστηρίου, νοουμένου ότι, όταν εκκρεμούσε η υπόθεση, δεν ασκούσε καθήκοντα στο ίδιο δικαστήριο και δε συμμετείχε στην εξέτασή της σε οποιοδήποτε στάδιο. Η αγωγή μπορεί να εγερθεί εντός ενός έτους από την έκδοση τελικής δικαστικής απόφασης.

4. Η παραβίαση του δικαιώματος διάγνωσης σε εύλογο χρόνο μπορεί, χωρίς να παραβλάπτεται το δικαίωμα έγερσης αγωγής μετά την περάτωση μιας υπόθεσης, να εγερθεί και ενόσω εκκρεμεί η υπόθεση, με αίτηση στο εκδικάζον δικαστήριο για παραπομπή του ζητήματος σε αρμόδιο δικαστήριο. Στις περιπτώσεις αυτές αρμόδιο δικαστήριο είναι για εκκρεμούσες υποθέσεις ενώπιον επαρχιακών ή άλλων πρωτόδικων δικαστηρίων οποιοσδήποτε δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου και για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου τρεις δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου που ορίζονται από τον πρόεδρό του.

5. Η παραπομπή του ζητήματος της παραβίασης σε εκκρεμούσα υπόθεση σε άλλο δικαστήριο για εξέταση και απόφαση δεν εμποδίζει το εκδικάζον δικαστήριο, με βάση τη σύμφυτη δικαιοδοσία του, να εξετάσει το ίδιο το ζήτημα και να αποδώσει θεραπείες, ούτε το διάδικο να το επικαλεστεί, αντί να υποβάλει αίτηση για παραπομπή. Επιπρόσθετα, η υποβολή αίτησης για παραπομπή ζητήματος παραβίασης δεν αναστέλλει τη διαδικασία εκδίκασης της εκκρεμούσας υπόθεσης.

6. Οι θεραπείες που προβλέπονται σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης του δικαιώματος διάγνωσης σε εύλογο χρόνο περιλαμβάνουν αποζημιώσεις τόσο για χρηματική ζημιά, απώλεια, έξοδα και δαπάνες όσο και για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης που έχει υποστεί ο αιτητής λόγω της παραβίασης. Επιπλέον, σε περίπτωση που, κατόπιν παραπομπής, διαπιστώνεται παραβίαση σε εκκρεμούσα υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίδει οδηγίες για την επιτάχυνση της διαδικασίας και την αποτροπή νέων καθυστερήσεων.

7. Δικαίωμα έγερσης αγωγής για παραβίαση προβλέπεται επίσης και για υποθέσεις στις οποίες θα έχει εκδοθεί τελική δικαστική απόφαση πριν από την έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου, νοουμένου ότι η αγωγή εγείρεται εντός ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, υπήρξε διαβούλευση του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου πριν από την κατάθεσή του στη Βουλή. Κατά την εν λόγω διαβούλευση το Ανώτατο Δικαστήριο υπέβαλε εισηγήσεις, από τις οποίες μερικές δεν υιοθετήθηκαν. Συγκεκριμένα, υιοθετήθηκε η άποψη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι δεν είναι δυνατό να διαγραφούν οι διατάξεις του νομοσχεδίου που προβλέπουν την παροχή δυνατότητας έγερσης και εκδίκασης του ζητήματος της καθυστέρησης, ενόσω εκκρεμεί μια υπόθεση, ούτε είναι δυνατό να μην παρέχονται θεραπείες για κατ’ ισχυρισμό καθυστερήσεις στο στάδιο της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου σε διοικητικές προσφυγές, διότι με αυτό τον τρόπο δε θα ικανοποιούνταν τα κριτήρια αποτελεσματικών θεραπειών σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΑΔ.

Στο στάδιο της μελέτης του προτεινόμενου νόμου, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, επήλθε συμφωνία μεταξύ του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Ανώτατου Δικαστηρίου για το πιο πάνω ζήτημα, στη βάση σχετικής εισήγησης του Ανώτατου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία θα προβλέπεται η παροχή δικαιώματος εξέτασης ισχυρισμών για παραβίαση του δικαιώματος διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο σε εκκρεμούσες υποθέσεις, όχι όμως με τη διαδικασία της παραπομπής του ζητήματος αυτού σε αρμόδιο δικαστήριο, αλλά έπειτα από την καταχώριση πρωτογενούς αίτησης κατά της Δημοκρατίας στο αρμόδιο δικαστήριο. Στη βάση των πιο πάνω η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπέβαλε στην επιτροπή διαμορφωμένο κείμενο του νομοσχεδίου.

Στα πλαίσια της μελέτης του διαμορφωμένου κειμένου του νομοσχεδίου, την επιτροπή απασχόλησε, μεταξύ άλλων, το κατά πόσο ενδείκνυται η διαφοροποίηση των προβλεπόμενων χρονικών περιορισμών για την έκδοση απόφασης αναφορικά με παραβίαση ή μη του δικαιώματος διάγνωσης δικαιωμάτων σε εύλογο χρόνο.

Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επισήμαναν πως τυχόν καθορισμός οποιουδήποτε χρονικού πλαισίου για την έκδοση απόφασης ενδέχεται να συνιστά επέμβαση στη δικαστική εξουσία και κατά συνέπεια παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, γι’ αυτό θα πρέπει να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να κρίνει το ίδιο τι συνιστά εύλογο χρόνο, υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης που έχει ενώπιόν του.

Ως εκ τούτου, η επιτροπή διαμόρφωσε τις σχετικές διατάξεις του νομοσχεδίου, έτσι ώστε σε αγωγή για παραβίαση του δικαιώματος σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο, σε σχέση με υπόθεση που περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, καθώς και σε πρωτογενή αίτηση κατά της Δημοκρατίας για παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος σε εκκρεμούσα υπόθεση, το αρμόδιο δικαστήριο να εκδίδει την απόφασή του στο πέρας της εξέτασης της αγωγής ή της πρωτογενούς αίτησης, ανάλογα με την περίπτωση, ή, σε περίπτωση που το δικαστήριο επιφυλάσσει την απόφασή του για έκδοση, να την εκδίδει χωρίς χρονοτριβή.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή υιοθέτησε την εισήγηση της εκπροσώπου του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για προσθήκη διάταξης στο νομοσχέδιο σύμφωνα με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο θα εκδίδει οδηγίες για επιτάχυνση της διαδικασίας σε εκκρεμούσες υποθέσεις στις οποίες αποφασίστηκε παραβίαση του δικαιώματος διάγνωσης σε εύλογο χρόνο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι για την εν λόγω απόφαση ασκήθηκε έφεση από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, διαμόρφωσε ανάλογα το κείμενο του νομοσχεδίου.

Περαιτέρω, η επιτροπή, στη βάση σχετικών παρατηρήσεων τόσο των μελών της όσο και της εκπροσώπου του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, επέφερε στο κείμενο του νομοσχεδίου ορισμένες τροποποιήσεις για την καλύτερη και σαφέστερη διατύπωση των διατάξεών του, καθώς και για τη βελτίωσή του από νομοτεχνικής άποψης.

Τέλος, η επιτροπή, στα πλαίσια εξέτασης του παρόντος νομοσχεδίου, επισήμανε ότι ενδέχεται να προκύψουν πρακτικά προβλήματα από την εφαρμογή του νόμου, τα οποία όμως κρίνει ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ρύθμισης της υπό θέσπισης νομοθεσίας και εναπόκειται στο Ανώτατο Δικαστήριο να προβεί στις, κατά την κρίση του, ανάλογες ρυθμίσεις. Επιπρόσθετα, επισήμανε πως για την πιο αποτελεσματική εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου θα πρέπει να υπάρξει περαιτέρω αναβάθμιση της υποδομής του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό διαμορφώθηκε στη βάση των πιο πάνω.

 

20 Ιανουαρίου 2010

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων