Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το θέμα «Ο ρόλος, η αποστολή, το καθεστώς και τα προβλήματα στη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Κύπρου»

Παρόντες:

Νίκος Κλεάνθους, πρόεδρος Δημήτρης Συλλούρης
Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου  
Τάκης Χατζηγεωργίου Μη μέλη της επιτροπής:
Τάσος Μητσόπουλος Άντρος Κυπριανού
Χρήστος Στυλιανίδης Χρήστος Πουργουρίδης
Φειδίας Σαρίκας Γεώργιος Γεωργίου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων εξέτασε αυτεπάγγελτα το υπό αναφορά θέμα έπειτα από πρόταση του βουλευτή κ. Άντρου Κυπριανού. Το θέμα συζητήθηκε σε τρεις συνεδρίες της επιτροπής, που πραγματοποιήθηκαν στις 2 και 9 Δεκεμβρίου 2008 και 16 Νοεμβρίου 2009. Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Υφυπουργός παρά τω Προέδρω, ο Υπουργός Εξωτερικών, οι πρώην Υπουργοί Εξωτερικών κ. Γιώργος Ιακώβου, Γιώργος Λιλλήκας και Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο ασκών καθήκοντα διευθυντή του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Κύπρου (ΕΙΚ), τα μέλη του απερχόμενου Συμβουλίου Κυβερνητών του ΕΙΚ, το ΚΕΒΕ, καθώς και οι συντεχνίες εργαζομένων ΠΕΟ και ΣΕΚ. Ο γενικός διευθυντής του Γραφείου Προγραμματισμού, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν παρευρέθηκε.

Εισάγοντας το υπό συζήτηση θέμα ο εισηγητής του ανέφερε ότι το θέμα που ενέγραψε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων έχει δύο πτυχές που αφορούν, αφενός, το ρόλο και το σκοπό του ΕΙΚ σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα και, αφετέρου, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το εν λόγω ινστιτούτο, τα οποία είναι πολύ σοβαρά και χρήζουν συζήτησης, ούτως ώστε η Βουλή να συμβάλει στην αντιμετώπισή τους.

Ο εισηγητής του θέματος παρέθεσε το ιστορικό της ίδρυσης και λειτουργίας του ΕΙΚ, που ιδρύθηκε το 1995 έπειτα από συμφωνία της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με αποστολή να λειτουργεί ως ο βασικός φορέας μέσω του οποίου να προωθείται η έρευνα και η ενημέρωση για θέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η εποπτεία της διαδικασίας εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Το ΕΙΚ, όπως πρόσθεσε ο ίδιος, διοικείται από Συμβούλιο Κυβερνητών που αποτελεί την ανώτατη αρχή του και το οποίο καθορίζει το πλαίσιο της στρατηγικής, αλλά και τους στόχους του. Μέχρι το 2004, πριν από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το συμβούλιο, όπως ο ίδιος ανέφερε, αποτελείτο από δεκατρία μέλη, εννέα από την κυπριακή πλευρά και τέσσερα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τα πέντε από τα εννέα μέλη της κυπριακής πλευράς διορίζονταν έπειτα από εισήγηση του Υπουργού Εξωτερικών, ενώ τα άλλα τέσσερα διορίζονταν ως εκ της θέσης της οποίας κατείχαν (ex officio).

Μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το Υπουργικό Συμβούλιο σε συνεδρία του, που πραγματοποιήθηκε το 2004, ανέθεσε επιπρόσθετες αρμοδιότητες στο ινστιτούτο που περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, το ρόλο του συντονιστή για θέματα άντλησης πόρων από τα διάφορα ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τον ίδιο χρόνο αποχώρησαν από το Συμβούλιο Κυβερνητών τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο εισηγητής του θέματος επισήμανε ότι μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έγιναν οι καταστατικές αλλαγές που έπρεπε να γίνουν, για να καταστεί δυνατή η νομότυπη λειτουργία του ινστιτούτου. Δεδομένου του γεγονότος ότι το καταστατικό του ινστιτούτου παραμένει το ίδιο, προκύπτουν σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τη λειτουργία του, ενώ λόγω σοβαρών παρατυπιών και αυθαιρεσιών του ασκούντος καθήκοντα διευθυντή του ινστιτούτου έχουν συσσωρευθεί διαχρονικά πολλά προβλήματα που αφορούν τη νομιμότητα, το καθεστώς, τη λειτουργία, την οικονομική διαχείριση και το μέλλον των εργαζομένων στο ινστιτούτο. Ο εισηγητής του θέματος επισήμανε πέντε σημαντικές ενότητες που αφορούν τη λειτουργία του ΕΙΚ, που θα έπρεπε να εξεταστούν από την επιτροπή, και ανέπτυξε την κάθε μία ξεχωριστά.

Η πρώτη ενότητα, όπως ειδικότερα ανέφερε ο ίδιος, αφορά τη σύνθεση και τη σύγκληση του Συμβουλίου Κυβερνητών του ινστιτούτου. Το εν λόγω συμβούλιο, όπως είπε ο ίδιος, παρ’ όλο που σύμφωνα με το καταστατικό θα έπρεπε να συνέρχεται τουλάχιστο δύο φορές το χρόνο, δε συνεδρίασε από τον Ιούνιο του 2003. Συνεπώς, οι όποιες ενέργειες από μέρους του ινστιτούτου, αναφέρθηκε, υλοποιούνταν χωρίς την έγκριση του εν λόγω συμβουλίου. Το Μάρτιο του 2008 τρία μέλη του Συμβουλίου Κυβερνητών -ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο πρόεδρος του ΚΕΒΕ και ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΟΕΒ- απέστειλαν επιστολή στον νυν Υπουργό Εξωτερικών επισημαίνοντας ότι το συμβούλιο δεν είχε συνέλθει για χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων χρόνων. Παρόμοιες επισημάνσεις, όπως ανέφερε, είχαν γίνει και προηγουμένως από την τέως Υπουργό Εξωτερικών, που με επιστολή της στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είχε επισημάνει ότι υπήρχε αταξία αναφορικά με τη λειτουργία του Συμβουλίου Κυβερνητών του ινστιτούτου. Τον Οκτώβριο του 2008 τα μέλη του Συμβουλίου Κυβερνητών ενημερώθηκαν με επιστολή από τον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή του ΕΙΚ ότι με διάταγμα του δικαστηρίου η θητεία τους τερματίζεται και ότι διορίζεται νέα διοίκηση στο ΕΙΚ. Συνεπώς, από τα πιο πάνω και σύμφωνα πάντα με τον εισηγητή του θέματος προκύπτει, αφενός, το ερώτημα γιατί λειτουργούσε με αυθαίρετο τρόπο το ΕΙΚ για τέσσερα και πλέον χρόνια και, αφετέρου, η ανάγκη ελέγχου της νομιμότητας και της σκοπιμότητας όλων των πράξεων και των αποφάσεων του ινστιτούτου από το 2004 και εντεύθεν.

Η δεύτερη ενότητα αφορά τον προϋπολογισμό του ινστιτούτου από το 2004 και εντεύθεν. Ειδικότερα, όπως ο εισηγητής του θέματος ανέφερε, από το 2004 υπάλληλοι του ιδρύματος ετοιμάζουν και υποβάλλουν πρόταση για τον ετήσιο προϋπολογισμό του ινστιτούτου χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Κυβερνητών. Ιδιωτική εταιρεία προσλήφθηκε ως ελεγκτική εταιρεία μετά το 2004, για να διενεργεί ετήσιο έλεγχο, χωρίς όμως να ζητηθούν προσφορές και ενδεχομένως χωρίς να ενημερωθεί το Συμβούλιο Κυβερνητών. Αναφορικά με τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2005 και 2006, ο εισηγητής του θέματος επισήμανε ότι υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι οι εν λόγω καταστάσεις δεν έχουν εγκριθεί από το Συμβούλιο Κυβερνητών, παρ’ όλο που αυτές αναφέρεται ότι εγκρίθηκαν σε συνεδρίες του εν λόγω οργάνου, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε ο εισηγητής του θέματος, δεν συνεδρίασε από το 2003 μέχρι σήμερα.

Η τρίτη ενότητα στην οποία έκαμε αναφορά ο εισηγητής του θέματος αφορά το ενδεχόμενο να προκληθούν σοβαρά προβλήματα αναφορικά με τη νομιμότητα των επενδύσεων για χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά προγράμματα. Ο ίδιος επεξήγησε στην επιτροπή ότι σε προγράμματα τα οποία ετοιμάζονται από λειτουργούς του ιδρύματος με σκοπό την αποστολή τους στις Βρυξέλλες επισυνάπτεται οικονομική δήλωση του ιδρύματος υπογραμμένη από τον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή. Στην εν λόγω οικονομική δήλωση αναφέρεται ότι η αίτηση γίνεται έπειτα από έγκριση του Συμβουλίου Κυβερνητών, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά αναφορικά με την εγκυρότητα της παραχώρησης της εν λόγω έγκρισης, από τη στιγμή που το εν λόγω συμβούλιο δε συνεδρίαζε.

Η τέταρτη ενότητα αφορά το διορισμό του κ. Χρυσοχού, για τον οποίο προκύπτουν πολλά ερωτηματικά που περιλαμβάνουν την έγκριση του διορισμού του, την αναβάθμιση της μισθολογικής του κλίμακας και τους λόγους για τους οποίους η θέση του Διευθυντή παρέμεινε κενή μέχρι σήμερα. Αναπτύσσοντας την ενότητα αυτή ο εισηγητής του θέματος ανέφερε ότι ο κ. Χρυσοχός παρουσιάζεται να έχει αναλάβει καθήκοντα διευθυντή μετά το θάνατο του προκατόχου του τον Ιανουάριο του 2005. Σύμφωνα με το καταστατικό του ινστιτούτου, ο διευθυντής διορίζεται από το Συμβούλιο Κυβερνητών από κατάλογο ονομάτων που περιλαμβάνει αριθμό όχι μεγαλύτερο των πέντε ονομάτων και που προτείνεται από τον Υπουργό Εξωτερικών και τον επικεφαλής της αποστολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο. Ο ίδιος επισήμανε στην επιτροπή ότι στο καταστατικό του ΕΙΚ δε γίνεται αναφορά σε θέση Αναπληρωτή Διευθυντή την οποία ισχυρίζεται ότι κατέχει ο κ. Χρυσοχός, ενώ προνοείται ο αρχικός διορισμός του διευθυντή από προσωρινή ad hoc επιτροπή αποτελούμενη από τον Υπουργό Εξωτερικών και τον επικεφαλής της αποστολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο. Από τα γεγονότα, σύμφωνα με τον ίδιο εισηγητή, προκύπτει ότι ο κ. Χρυσοχός διορίστηκε ως αναπληρωτής διευθυντής στις 26 Νοεμβρίου 2004, ενώ στη συνέχεια, χωρίς να κινηθεί η διαδικασία πλήρωσης της θέσης του Διευθυντή, ο κ. Χρυσοχός παρουσιάζεται ως διευθυντής του ινστιτούτου.

Περαιτέρω, επισήμανε ο εισηγητής του θέματος, όπως προκύπτει από τη μισθοδοσία του, ο κ. Χρυσοχός φαίνεται ότι έχει οικειοποιηθεί τη μισθολογική κλίμακα του διευθυντή, χωρίς να υπάρχει σχετική απόφαση του Συμβουλίου Κυβερνητών. Στηρίζοντας το επιχείρημά του ανέφερε ότι ο κ. Χρυσοχός αρχικά κατείχε την κλίμακα Α13 ως ερευνητής και στη συνέχεια προχώρησε στην κλίμακα Α15 και, αφού πήρε διάφορες προσαυξήσεις, προχώρησε στην έβδομη βαθμίδα της κλίμακας Α16 μέσα σε λίγους μήνες, ενώ είναι αμφίβολο εάν υπάρχουν σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Κυβερνητών για τις εν λόγω αναβαθμίσεις της μισθοδοσίας του.

Η πέμπτη ενότητα στην οποία αναφέρθηκε ο εισηγητής του θέματος αφορά τις αυθαίρετες προσλήψεις και το πνεύμα με το οποίο ο κ. Χρυσοχός διοικούσε, αφού, όπως καταγγέλθηκε στον εισηγητή του θέματος, ο ασκών καθήκοντα διευθυντή του ΕΙΚ απειλούσε υπαλλήλους και προέβαινε σε παράνομες απολύσεις, τις οποίες ο εισηγητής έθεσε ενώπιον της επιτροπής για διερεύνηση ως προς την αντικειμενικότητά τους. Ο ίδιος έθεσε ειδικότερα ενώπιον της επιτροπής τις πληροφορίες που έφθασαν κοντά του ότι έχει ήδη αποσταλεί επιστολή στην Επίτροπο Διοικήσεως αναφορικά με την παράνομη απόλυση υπαλλήλου, αλλά και τη γενικότερή συμπεριφορά και το πνεύμα με το οποίο ο ασκών καθήκοντα διευθυντή διοικεί το ΕΙΚ.

Άλλη μια προέκταση του θέματος που αφορά το προσωπικό, όπως δήλωσε ο εισηγητής του θέματος, αφορά τους ετήσιους προϋπολογισμούς, όπου φαίνεται να υπάρχουν παρατυπίες ή ενδεχομένως ψευδή στοιχεία σχετικά με τους υφιστάμενους εργοδοτουμένους στο μισθολόγιο του ινστιτούτου. Ο ίδιος αναφέρθηκε στους ετήσιους προϋπολογισμούς του ινστιτούτου, όπου εντοπίζονται εξόφθαλμες περιπτώσεις υπαλλήλων που προάχθηκαν από την κλίμακα Α2 στην κλίμακα Α8 και περιπτώσεις εργαζομένων που αποχώρησαν από το ινστιτούτο, ενώ συνεχίζουν να εμφανίζονται στα ετήσια μισθολόγια ωσάν να κατέχουν ακόμα τη θέση τους. Ο εισηγητής του θέματος διευκρίνισε ενώπιον της επιτροπής ότι ο ίδιος, όπως και το κόμμα του, κρίνει ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι προσλήψεις, δεν είναι δυνατό αλλά ούτε και επιθυμητό να θυματοποιούνται υπάλληλοι, απλά και μόνο διότι κάποιοι ενδεχομένως να έχουν λειτουργήσει αυθαίρετα.

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του εισηγήθηκε όπως η εξέταση του θέματος που αφορά το ΕΙΚ επικεντρωθεί σε δύο πτυχές, δηλαδή πρωτίστως να εξεταστεί πώς η επιτροπή μπορεί να συμβάλει στη διασαφήνιση του ρόλου του ινστιτούτου, ώστε να αξιοποιηθεί σωστά παράγοντας σημαντικό έργο σε θέματα ευρωπαϊκών πολιτικών, αλλά και στην αξιοποίηση κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για να επιτευχθεί ωστόσο η σωστή λειτουργία του ινστιτούτου, πρόσθεσε, πρέπει, αφενός, να διευκρινιστούν πλήρως οι στόχοι και οι σκοποί του και, αφετέρου, να διερευνηθούν πλήρως οι καταγγελίες αναφορικά με την κακοδιαχείριση και τις παρατυπίες στη διοίκηση του ινστιτούτου, καθώς και να αποδοθούν ευθύνες εκεί όπου υπάρχουν.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανέφερε στην επιτροπή ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ΕΙΚ περιήλθαν σε γνώση του με επιστολή της τέως Υπουργού Εξωτερικών, με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου 2008, στην οποία επισήμαινε την αντικανονικότητα στη λειτουργία του ινστιτούτου -ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση των μελών του Συμβουλίου Κυβερνητών που υποδεικνύονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή- και τη συνεπαγόμενη αδυναμία λειτουργίας του Συμβουλίου Κυβερνητών. Ο ίδιος επισήμανε ότι, παρ’ όλο που υπήρχαν ex officio μέλη που παρέμειναν στο Συμβούλιο Κυβερνητών μετά την αποχώρηση των μελών που υποδεικνύονταν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να υπάρξει απαρτία του συμβουλίου, απαιτούνται επτά μέλη, αριθμός που δεν ήταν δυνατό να συμπληρωθεί. Όπως έπειτα ανέφερε, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι όλα τα άλλα μέλη είχαν στο μεταξύ διοριστεί αντικανονικά, το Συμβούλιο Κυβερνητών δεν μπορούσε να συσταθεί νομότυπα και νόμιμα. Συναφώς, τόνισε ότι, από τη στιγμή που δεν μπορούσε να λειτουργήσει το Συμβούλιο Κυβερνητών νόμιμα, όλες οι πράξεις που ακολούθησαν ήταν ουσιαστικά παράνομες.

Αναφορικά με τα διορθωτικά μέτρα που λήφθηκαν, για να αποκατασταθεί η νομιμότητα στη λειτουργία του ινστιτούτου, ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε ότι, παρ’ όλο που το ΕΙΚ αποτελεί οργανισμό ιδιωτικού δικαίου, έχει ιδρυθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία καθόρισε και το πρώτο Συμβούλιο Κυβερνητών του. Συνεπώς, ο Γενικός Εισαγγελέας ενεργώντας ως νομικός σύμβουλος του ιδρυτή προχώρησε στη λήψη διορθωτικών μέτρων, προσφεύγοντας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, για να ορίσει προσωρινή διοικούσα επιτροπή για το ινστιτούτο. Κατόπιν απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου της παρούσας κυβέρνησης όπως το ΕΙΚ διατηρηθεί σε λειτουργία με αναθεωρημένους σκοπούς, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προσέφυγε στο δικαστήριο, που εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διορίστηκε προσωρινή διοικούσα επιτροπή αποτελούμενη από τον Υπουργό Εξωτερικών, τον Υφυπουργό παρά τω Προέδρω και το διευθυντή του Γραφείου Προγραμματισμού, με αποστολή να προχωρήσει στην ανασύνταξη του καταστατικού του ινστιτούτου.

Εκφράζοντας την άποψή του σε εισήγηση του βουλευτή κ. Φειδία Σαρίκα για το διορισμό ερευνητικής επιτροπής που σκοπό θα έχει την πλήρη διερεύνηση των παρατυπιών που έγιναν στο ΕΙΚ, ο Γενικός Εισαγγελέας είπε ότι μια ερευνητική επιτροπή διερευνά ένα ζήτημα και διαπιστώνει γεγονότα, χωρίς όμως να απονέμει ευθύνες. Ως εκ τούτου, ο Γενικός Εισαγγελέας έκρινε ότι ο διορισμός μιας τέτοιας επιτροπής δε θα οδηγούσε σε καλύτερη διερεύνηση των θεμάτων που άπτονται του ΕΙΚ από αυτήν που διεξάγεται ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου και μέλος του απερχόμενου Συμβουλίου Κυβερνητών του ΕΙΚ ανέφερε ότι η τελευταία συνεδρία του Συμβουλίου Κυβερνητών πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιουνίου 2003, πριν από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ήταν ακόμα μέλος ο κ. Van Der Meer, όπου είχε αποφασιστεί όπως το συμβούλιο συγκληθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία, για να αποφασιστεί ο ρόλος του μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επόμενη σύγκληση του Συμβουλίου Κυβερνητών στην οποία είχε κληθεί, ανέφερε, έγινε στις 7 Φεβρουαρίου 2008, κατά την οποία είχε επισημάνει ότι το Συμβούλιο Κυβερνητών δεν είχε συγκληθεί από τις 6 Ιουνίου 2003 και ότι, σύμφωνα με το καταστατικό, το προσωπικό και ο διευθυντής του ινστιτούτου διορίζονται από το Συμβούλιο Κυβερνητών, το οποίο εν τω μεταξύ δεν είχε συγκληθεί, καθώς και ότι το συμβούλιο εγκρίνει τους ετήσιους προϋπολογισμούς, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια υποβάλλονται χωρίς την έγκρισή του.

Ο πρόεδρος του ΚΕΒΕ και μέλος του απερχόμενου Συμβουλίου Κυβερνητών του ΕΙΚ ανέφερε στην επιτροπή ότι από το 2005 που έγινε πρόεδρος του ΚΕΒΕ δεν προσκλήθηκε σε καμία συνεδρία του Συμβουλίου Κυβερνητών. Ο ίδιος ανέφερε περαιτέρω ότι έλαβε πρόσκληση σε δύο συνεδρίες του Συμβουλίου Κυβερνητών το Φεβρουάριο του 2008, όπου διαπιστώθηκε το νομικό κενό που υπήρχε στη λειτουργία του ΕΙΚ και αποστάλθηκε από την τέως Υπουργό Εξωτερικών επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα, για να διορθωθεί η κατάσταση.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου και μέλος του απερχόμενου Συμβουλίου Κυβερνητών του ΕΙΚ ανέφερε ενώπιον της επιτροπής ότι η πρώτη συνεδρία του πιο πάνω συμβουλίου στην οποία κλήθηκε να παραστεί πραγματοποιήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2008, όπου, προτού ξεκινήσουν οι εργασίες του συμβουλίου, ζήτησε να πληροφορηθεί από την τέως Υπουργό Εξωτερικών κατά πόσο ήταν νομότυπη η σύνθεση του σώματος, αφού, έπειτα από μελέτη του καταστατικού και άλλων εγγράφων που του είχαν αποσταλεί μετά το διορισμό του στο Συμβούλιο Κυβερνητών, διαπίστωσε σοβαρές παρατυπίες στη λειτουργία του ινστιτούτου. Ο ίδιος ανέφερε ότι η υπουργός τού απάντησε ότι δεν ήταν δυνατό να προχωρήσει η συνεδρία, αφού δεν ήταν διαθέσιμα τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίας και τα λοιπά έγγραφα που αφορούσαν τη λειτουργία του ινστιτούτου. Επίσης, ανέφερε στην υπουργό κατά τη δεύτερη συνεδρία του συμβουλίου, που πραγματοποιήθηκε προς το τέλος του Φεβρουαρίου του 2008, ότι στα έγγραφα που του είχαν κοινοποιηθεί παράνομα εμφανιζόταν το όνομά του ωσάν να είχε εγκρίνει προϋπολογισμούς, διορισμούς και προαγωγές στο ινστιτούτο, χωρίς καν να είναι μέλος του Συμβουλίου Κυβερνητών και χωρίς το εν λόγω σώμα να συνεδριάσει.

Ο Υφυπουργός παρά τω Προέδρω ανέφερε ότι διορίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ως μέλος της προσωρινής διοικούσας επιτροπής που θα επιλαμβανόταν των προβλημάτων και των θεμάτων που αφορούν τη λειτουργία του ινστιτούτου, η οποία έχει μεγάλο όγκο εργασίας να επιτελέσει για την επαναδιατύπωση του καταστατικού του ιδρύματος, σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργικού Συμβουλίου.

Οι εκπρόσωποι των συντεχνιών που κλήθηκαν να εκφράσουν τις θέσεις τους ενώπιον της επιτροπής αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στο ΕΙΚ δήλωσαν ειδικότερα τα ακόλουθα:

1. Ο εκπρόσωπος της ΠΕΟ ανέφερε ότι συμφωνεί με τα όσα λέχθηκαν από τον εισηγητή του θέματος, αφού αρκετές πληροφορίες αναφορικά με παρατυπίες στο ινστιτούτο είχαν φτάσει και κοντά τους, ενώ σημείωσε ότι εκκρεμούν επίσης πολλά συνδικαλιστικά αιτήματα των εργαζομένων, που δεν μπορούν να συζητηθούν λόγω της κατάστασης που επικρατεί στο ινστιτούτο, παρ’ όλο που ο ασκών καθήκοντα διευθυντή του ινστιτούτου προσφέρθηκε, όπως αναφέρθηκε, να συζητήσει τα αιτήματα του προσωπικού με τις συντεχνίες.

2. Ο εκπρόσωπος της ΣΕΚ αναφέρθηκε σε κατάλογο συνδικαλιστικών αιτημάτων του προσωπικού του ΕΙΚ, ωστόσο δήλωσε ότι δε συμφωνεί πλήρως με τα όσα λέχθηκαν από τον εισηγητή του θέματος.

Ο ασκών καθήκοντα διευθυντή του ΕΙΚ, σχολιάζοντας τη λειτουργία του Συμβουλίου Κυβερνητών του ινστιτούτου, ανέφερε ότι η τελευταία νομότυπη και τυπική συνεδρία του οργάνου έγινε το 2002 και ότι η τελευταία συνεδρία της διαχειριστικής επιτροπής του ινστιτούτου έγινε το 2003. Όπως ο ίδιος ανέφερε, το Συμβούλιο Κυβερνητών συγκλήθηκε ξανά το 2003, αλλά στη συνεδρία του δεν υπήρχε απαρτία και αποφασίστηκε να επανασυγκληθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, για να συζητηθεί η αναπροσαρμογή του ρόλου του ινστιτούτου ενόψει της αποχώρησης των μελών που προέρχονταν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η σύγκληση του εν λόγω οργάνου δεν κατέστη δυνατή, αφού, όπως ανέφερε, η κυβέρνηση ζήτησε χρόνο, για να επαναπροσδιορίσει σε πολιτικό επίπεδο το ρόλο του ινστιτούτου ανάλογα με τις ανάγκες που θα προέκυπταν με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όταν ο ίδιος ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή του ινστιτούτου απευθύνθηκε, όπως είπε, με επιστολή του στον Υπουργό Εξωτερικών κ. Γιώργο Ιακώβου, επισημαίνοντάς του ότι θα έπρεπε να εξευρεθεί τρόπος να λειτουργήσει το Συμβούλιο Κυβερνητών. Έπειτα, έλαβε την απάντηση ότι, επειδή η κυβέρνηση χρειάζεται περισσότερο χρόνο, για να αποφασίσει για το ρόλο του ινστιτούτου, θα έπρεπε να αναμένει. Συνεπώς, όπως ανέφερε, ανέλαβε πρωτοβουλία να αυξήσει τη δραστηριότητα του ΕΙΚ, με στόχο να αξιοποιηθούν όσο το δυνατό καλύτερα τα χρήματα που το κράτος χορηγούσε σ’ αυτό. Οι αποφάσεις διαχείρισης του ινστιτούτου, πρόσθεσε, λαμβάνονταν κατόπιν σύγκλησης της διαχειριστικής επιτροπής, στην οποία όμως δε συμμετείχαν τα δύο μέλη που όριζε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο ίδιος είπε επίσης πως, όταν ανέλαβε Υπουργός Εξωτερικών ο κ. Γιώργος Λιλλήκας, καταρτίστηκε κατάλογος δραστηριοτήτων των οποίων ξεκίνησε η υλοποίηση. Αναφορικά με την έγκριση των προϋπολογισμών του ινστιτούτου, ο ίδιος ανέφερε ότι ανέτρεξε στα πρακτικά του παρελθόντος και διαπίστωσε ότι ουδέποτε αυτοί είχαν εγκριθεί από το Συμβούλιο Κυβερνητών, όποτε τους υπέγραφε ο ίδιος, ως ασκών καθήκοντα διευθυντή του ινστιτούτου, ενώ για τις οικονομικές καταστάσεις η πρακτική που ακολουθείτο ήταν η εξής: Όταν οι εν λόγω καταστάσεις παραλαμβάνονταν από τους ελεγκτές, αποστέλλονταν στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο Υπουργείο Εσωτερικών και στο Υπουργείο Οικονομικών για έλεγχο, χωρίς να παρουσιαστούν στο Συμβούλιο Κυβερνητών για έγκριση.

Αναφορικά με τις προσλήψεις που έγιναν στο εν λόγω ινστιτούτο, ο ασκών καθήκοντα διευθυντή ανέφερε ότι προέβη στις εν λόγω προσλήψεις, έπειτα από εξουσιοδότηση που του δόθηκε από τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών κ. Γιώργο Λιλλήκα. Ο ίδιος κατέθεσε στην επιτροπή αριθμό φακέλων με έγγραφα που αφορούσαν τη λειτουργία του ινστιτούτου από την ημερομηνία που ανέλαβε χρέη διευθυντή του ινστιτούτου και που, όπως υποστήριξε, παρείχαν απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν από τον εισηγητή του θέματος και τα μέλη της επιτροπής.

Στη δεύτερη συνεδρία της επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2008, παρέστησαν ο νυν Υπουργός Εξωτερικών και οι πρώην Υπουργοί Εξωτερικών κ. Γιώργος Ιακώβου, Γιώργος Λιλλήκας και Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή.

Καταθέτοντας την άποψή του ενώπιον της επιτροπής, ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών κ. Γιώργος Ιακώβου δήλωσε ότι ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών την 1η Μαρτίου 2003 και βασίστηκε στην ενημέρωση που έτυχε από τους υπαλλήλους του εν λόγω υπουργείου αναφορικά με τα θέματα που το υπουργείο χειριζόταν. Στα πλαίσια της ενημέρωσης του αναφέρθηκε ότι οι τελευταίες συνεδρίες του Συμβουλίου Κυβερνητών του ΕΙΚ είχαν γίνει το 2000 και το 2001, ενώ στη συνεδρία του 2001 μετά δυσκολίας υπήρξε απαρτία του εν λόγω συμβουλίου. Στη συνέχεια ανέφερε ότι το 2002, όταν ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών κ. Γιαννάκης Κασουλίδης συγκάλεσε το Συμβούλιο Κυβερνητών, δεν υπήρχε απαρτία και δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια, για να συγκληθεί το εν λόγω συμβούλιο έκτοτε. Λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζε το ινστιτούτο, πρόσθεσε, το Υπουργείο Εξωτερικών ανέλαβε τη γενική επίβλεψή του, πρακτική που ακολουθήθηκε και από τον προκάτοχό του. Ο πρώην υπουργός ανέφερε ότι απευθύνθηκε τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς στον τέως πρόεδρο της Δημοκρατίας, ζητώντας οδηγίες ως προς τη διαμόρφωση του ρόλου του ινστιτούτου μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συναφώς, του εκφράστηκε η άποψη ότι το ινστιτούτο έπρεπε να διαλυθεί. Ως εκ τούτου, δεν προέβη σε άλλες προσπάθειες σύγκλησης του Συμβουλίου Κυβερνητών, αλλά προβληματιζόταν αναφορικά με τον οργανισμό που θα αναλάμβανε το έργο του ινστιτούτου μετά τη διάλυσή του και για το λόγο αυτό ανέβαλλε τη σύγκληση του Συμβουλίου Κυβερνητών, παρ’ όλο που ο ασκών καθήκοντα διευθυντή τού το είχε ζητήσει.

Αναφορικά με τη θέση του Διευθυντή του ινστιτούτου, ο κ. Γιώργος Ιακώβου ανέφερε ότι εξουσιοδότησε τον κ. Χρυσοχό να ασκεί καθήκοντα διευθυντή, χωρίς όμως να τον διορίσει ως αναπληρωτή διευθυντή, αφού εκτελούσε οιονεί καθήκοντα μετά την ασθένεια του προκατόχου του. Στο μεταξύ, πρόσθεσε, ο πρώην Υπουργός Οικονομικών κ. Μάρκος Κυπριανού εισηγήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο την ανάθεση νέων καθηκόντων στο ινστιτούτο και ενόψει του γεγονότος αυτού πραγματοποίησε εκ νέου συναντήσεις το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2005 με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ του απέστειλε και επιστολή στην οποία παρέθετε τους λόγους που, κατά την άποψή του, το ινστιτούτο θα έπρεπε να διατηρηθεί σε λειτουργία, έπειτα από τη διενέργεια των αναγκαίων αλλαγών στο καταστατικό του. Ο πρώην υπουργός τόνισε ότι, όταν εκφράστηκε η άποψη για τη διάλυση του ινστιτούτου, έδωσε αυστηρές οδηγίες στον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή να μην προβεί σε διαφοροποιήσεις όσον αφορά το προσωπικό και να μην πληρώσει ούτε τις κενές θέσεις που υπήρχαν. Επισήμανε επίσης ότι κατά τη θητεία του ουδέποτε εξελέγη μέλος του Συμβουλίου Κυβερνητών του ινστιτούτου, όπως θα έπρεπε να είχε γίνει, και ότι ουδέποτε του υποδείχθηκε ότι υπήρχαν άλλοι τρόποι αλλαγής του καταστατικού του ινστιτούτου από τα στελέχη του υπουργείου, τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες, τους ελεγκτές ή τους νομικούς συμβούλους του ινστιτούτου, όπως ο ίδιος θα ανέμενε να είχε γίνει.

Ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών κ. Γιώργος Λιλλήκας, που διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών από τον Ιούνιο του 2006 μέχρι τον Ιούλιο του 2007, είπε ότι δεν έτυχε καμίας ενημέρωσης από οποιονδήποτε είτε για νομικά είτε για διοικητικά κωλύματα που δημιουργούσαν προβλήματα λειτουργίας ή διαχείρισης του ΕΙΚ. Ο κ. Γιώργος Λιλλήκας επιβεβαίωσε ότι ο ασκών καθήκοντα διευθυντή τού εισηγήθηκε τη σύγκληση του Συμβουλίου Κυβερνητών την άνοιξη του 2007, αλλά αυτό ήταν αδύνατο να γίνει. Σε άλλη επιστολή που ο πρώην υπουργός έλαβε το Δεκέμβριο του 2006 ο ασκών καθήκοντα διευθυντή τον ενημέρωσε ότι η διαχειριστική επιτροπή ενέκρινε τη συμπλήρωση δύο θέσεων ερευνητών και ότι ακολουθήθηκαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες για τις εν λόγω προσλήψεις. Ο κ. Γιώργος Λιλλήκας διευκρίνισε ότι ουδέποτε έδωσε έγκριση, γραπτή ή προφορική, στον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή να προβεί σε ενέργειες που αφορούσαν τη διαχείριση ή άλλες διοικητικές ενέργειες στο ινστιτούτο, αντίθετα με τα όσα αναφέρθηκαν σε δημοσιεύματα στον τύπο.

Η τέως Υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι στην επιστολή της που απέστειλε στο Γενικό Εισαγγελέα στις 27 Φεβρουαρίου 2008 περιέλαβε όλα τα θέματα που αφορούσαν την αντικαταστατική λειτουργία του ινστιτούτου, την αντικαταστατική σύνθεση του Συμβουλίου Κυβερνητών και το γεγονός ότι η διαχειριστική επιτροπή δε συνερχόταν ανά τριμηνία, όπως προβλεπόταν από το καταστατικό. Όπως η ίδια δήλωσε, στη δεύτερη εκ των δύο συνεδριών του Συμβουλίου Κυβερνητών, αφού οι νομικοί σύμβουλοι του ινστιτούτου την πληροφόρησαν ότι διαπίστωσαν ότι ο διορισμός των μη ex officio μελών ήταν αντικαταστατικός και συνεπώς η σύνθεση και η λειτουργία του Συμβουλίου Κυβερνητών ήταν επίσης αντικαταστατική, η ίδια αποφάσισε να απευθυνθεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για να τη συμβουλεύσει ως προς τα διορθωτικά μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν.

Ο νυν Υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι, εξαιτίας του γεγονότος ότι το ινστιτούτο είναι ίδρυμα ιδιωτικού δικαίου του οποίου το Συμβούλιο Κυβερνητών διορίστηκε για πρώτη φορά με την ιδρυτική πράξη, το πρώτο συμβούλιο θα έπρεπε να επαναδιορίσει άλλο συμβούλιο, προτού λήξει η θητεία του και ενόσω υπήρχε απαρτία, κάτι που δεν έγινε στην περίπτωση του ινστιτούτου. Το Υπουργείο Εξωτερικών επενέβη στις 27 Φεβρουαρίου 2008 ως εκπρόσωπος του ιδρυτή, δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας, που έχει έννομο συμφέρον να διορθώσει την καταστατική τάξη του ιδρύματος, αφού είναι και χορηγός του.

Όπως ο νυν Υπουργός Εξωτερικών πρόσθεσε, εάν το 2004 που αποφασίστηκε η ανάθεση περαιτέρω αρμοδιοτήτων στο ΕΙΚ είχε επιχειρηθεί η αλλαγή του καταστατικού του, θα κατεδεικνύετο το διοικητικό πρόβλημα που το ινστιτούτο αντιμετώπιζε. Ωστόσο, όπως διαφάνηκε, η εν λόγω καταστατική αλλαγή δεν επιχειρήθηκε, πιθανώς διότι το ίδρυμα αντιμετωπίστηκε όπως άλλα ιδρύματα που υπάγονται στο κράτος για τα οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται στο επίπεδο του Υπουργικού Συμβουλίου. Αναφερόμενος στις ενέργειες που έγιναν μετά την αποστολή της επιστολής της τέως Υπουργού Εξωτερικών, ο υπουργός πληροφόρησε την επιτροπή ότι, σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε με το Γενικό Εισαγγελέα, στις 30 Μαΐου 2008, αποφασίστηκε να διορισθεί προσωρινή διοίκηση του ΕΙΚ και έπειτα να αποφασίσει το Υπουργικό Συμβούλιο αναφορικά με την τύχη του ινστιτούτου. Μετά τη λήψη γνωμάτευσης από το Γενικό Εισαγγελέα στις 4 Ιουνίου 2008, ο υπουργός, όπως είπε, προώθησε ο ίδιος πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο, που στις 11 Ιουνίου 2008 αποφάσισε, αφενός, την προσφυγή στο δικαστήριο, για να διοριστεί προσωρινή διοικούσα επιτροπή, αφού ήταν πλέον αδύνατος ο νόμιμος διορισμός μελών του Συμβουλίου Κυβερνητών, και, αφετέρου, την ανάθεση στον Υπουργό Εξωτερικών, στον Υπουργό Οικονομικών και στον Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού να εξετάσουν το μελλοντικό ρόλο του ινστιτούτου και να προωθήσουν σχετική πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Σε σχέση με άλλες ενέργειες που έγιναν ο υπουργός αναφέρθηκε στην ενημέρωση των εναπομείναντων μελών του Συμβουλίου Κυβερνητών για τις αποφάσεις που λήφθηκαν στις 3 Ιουλίου 2008 και τις παρατηρήσεις της Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας αναφορικά με τα οικονομικά ζητήματα που αφορούσαν το ινστιτούτο στις 8 Σεπτεμβρίου 2008. Επίσης, στις 13 Οκτωβρίου 2008 διαβιβάστηκαν στη Γενικό Ελεγκτή οι οικονομικές καταστάσεις και σε μεταγενέστερο στάδιο δύο επιστολές με καταγγελίες που αποστάλθηκαν από το προσωπικό και που αφορούσαν την οικονομική διαχείριση του ινστιτούτου.

Ο νυν Υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε επίσης την Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων κ. Ferrero Waldner ότι το αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αποχώρηση των μελών της από το Συμβούλιο Κυβερνητών του ινστιτούτου θα ικανοποιηθεί, μόλις τακτοποιηθεί η καταστατική τάξη στο ΕΙΚ. Η απόφαση του δικαστηρίου εκδόθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2008 και διορίστηκε η προσωρινή διοικούσα επιτροπή, που απαρτίζεται από τα μέλη που αναφέρθηκαν πιο πάνω, για τη διόρθωση του καταστατικού του ινστιτούτου, ώστε να αποκατασταθεί η καταστατική του τάξη και να δοθεί εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο να διορίζει τα μέλη του Συμβουλίου Κυβερνητών, όπως γίνεται και σε άλλα ιδρύματα που επιχορηγούνται από το κράτος.

Αναφορικά με το προσωπικό του ινστιτούτου, ο υπουργός επισήμανε ότι έδωσε γραπτές οδηγίες στον κ. Χρυσοχό να μην προβεί σε καμία ενέργεια που να αφορά το προσωπικό, μέχρι να αποκατασταθεί η νομιμότητα στο ίδρυμα, αφού ακόμα και ο δικός του διορισμός ως αναπληρωτή διευθυντή του ινστιτούτου δεν είναι νομικά κατοχυρωμένος. Ο υπουργός πρόσθεσε ότι ζήτησε από τον ίδιο την ανάκληση ληφθεισών αποφάσεων για απολύσεις προσώπων που εργάζονταν στο ινστιτούτο.

Σε ό,τι αφορά τη διεκδίκηση κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο υπουργός δήλωσε ότι αρνήθηκε στις 16 Ιουλίου 2008 να συναινέσει σε σχετική αίτηση που είχε ετοιμάσει ο ασκών καθήκοντα διευθυντή, αφού δεν είχε αποκατασταθεί η νομότυπη λειτουργία του ινστιτούτου, για να καταστεί δυνατή η νόμιμη διεκδίκηση των εν λόγω κονδυλίων.

Αναφερόμενος στα μέτρα για αποκατάσταση της νομιμότητας στο ΕΙΚ, ο υπουργός ανέφερε ότι στις 20 Οκτωβρίου έγινε η πρώτη συνάντηση της προσωρινής διοικούσας επιτροπής του ινστιτούτου, κατά την οποία δόθηκαν οδηγίες στους νομικούς συμβούλους του ινστιτούτου να προβούν στις απαραίτητες αλλαγές στο καταστατικό του.

Παράλληλα, στις 14 Νοεμβρίου ο υπουργός ενημέρωσε τον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή για τα προβλήματα που επισήμανε η Γενικός Ελεγκτής στους οικονομικούς λογαριασμούς του ιδρύματος και για την ανάγκη παροχής διευκρινίσεων.

Εν κατακλείδι, ο υπουργός ανέφερε ότι στις 18 Δεκεμβρίου 2008 είχε προγραμματισθεί συνεδρία της προσωρινής διοικούσας επιτροπής για την έγκριση του αναθεωρημένου καταστατικού του ιδρύματος.

Αφού ολοκληρώθηκε η ενημέρωση της επιτροπής από τους εκάστοτε πολιτικούς προϊσταμένους του Υπουργείου Εξωτερικών, ο εισηγητής του θέματος είχε την ευκαιρία να θέσει στον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή σειρά ερωτημάτων για ζητήματα που άπτονται της λειτουργίας του ΕΙΚ. Ειδικότερα, έθεσε ερωτήματα στον ίδιο κατά πόσο ως προϊστάμενος του εν λόγω ινστιτούτου έθεσε το θέμα της αντικαταστατικής λειτουργίας του στους νομικούς συμβούλους του ινστιτούτου, για να τον συμβουλεύσουν αναφορικά με τα διορθωτικά μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν, και κατά πόσο ενημέρωσε τους εκάστοτε υπουργούς για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ινστιτούτο, καλώντας τον να καταθέσει τυχόν επιστολές που τους απέστειλε στην επιτροπή. Ο ασκών καθήκοντα διευθυντή ανέφερε συναφώς ότι απέστειλε αριθμό επιστολών στους εκάστοτε πολιτικούς προϊσταμένους του, θέτοντας ενώπιόν τους την αδυναμία σύγκλησης του Συμβουλίου Κυβερνητών. Σε παρέμβασή της η τέως Υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι ουδέποτε ο ασκών καθήκοντα διευθυντή τής είχε επισημάνει τέτοιο πρόβλημα.

Αναφορικά με τις προσλήψεις που έγιναν στο ΕΙΚ, ο εισηγητής του θέματος έθεσε το ερώτημα στον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή πώς έγιναν οι εν λόγω προσλήψεις, τη στιγμή που το καταστατικό του ΕΙΚ προβλέπει ρητά ότι οι προσλήψεις προσωπικού δύνανται να γίνουν μόνο από το Συμβούλιο Κυβερνητών του ινστιτούτου. Σχολιάζοντας αναφορά του ασκούντος καθήκοντα διευθυντή στην προηγούμενη συνεδρία της επιτροπής ότι οι αποφάσεις διαχείρισης του ινστιτούτου λαμβάνονταν από τη διαχειριστική επιτροπή, ο εισηγητής του θέματος επισήμανε ότι η εν λόγω επιτροπή αντιμετώπιζε πρόβλημα απαρτίας και συνεπώς δεν μπορούσε να συνεδριάσει, για να εγκρίνει τις οποιεσδήποτε προσλήψεις, όπως ισχυρίστηκε ενώπιον της επιτροπής ο ασκών καθήκοντα διευθυντή.

Σχολιάζοντας τις αναφορές του ασκούντος καθήκοντα διευθυντή στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής ότι, από τη στιγμή που εκτελούσε καθήκοντα αναπληρωτή διευθυντή, θα έπρεπε να παίρνει και την ανάλογη μισθοδοσία, ο εισηγητής του θέματος του έθεσε τι ερώτημα κατά πόσο τροχοδρόμησε διαδικασία για την πλήρωση της θέσης του Διευθυντή, όπως προβλέπεται στη νομοθεσία που διέπει τη δημόσια υπηρεσία. Περαιτέρω, τον ρώτησε κατά πόσο είχε την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Κυβερνητών για αναβάθμιση της μισθολογικής του κλίμακας, αφού δε δύναται να αναβαθμίζει την κλίμακά του ο ίδιος. Σχολιάζοντας την αναβάθμιση της κλίμακας συγκεκριμένης λειτουργού από την Κλίμακα Α2 στην Κλίμακα Α8, στην οποία ο ασκών καθήκοντα διευθυντή προέβη, ο εισηγητής του θέματος ρώτησε τον ίδιο κατά πόσο η εν λόγω θέση είχε προκηρυχθεί, αν δόθηκε εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Κυβερνητών για την προκήρυξη της θέσης, αν έγιναν αιτήσεις από υποψηφίους και κατά πόσο συνήλθε το Συμβούλιο Κυβερνητών, για να αξιολογήσει τυχόν αιτήσεις και να διορίσει έναν εκ των υποψηφίων στην εν λόγω θέση.

Αναφορικά με την εργοδότηση νομικών συμβούλων και ελεγκτών για το ΕΙΚ, ο εισηγητής του θέματος έθεσε ερώτημα στον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή κατά πόσο προκηρύχθηκαν προσφορές για την εξασφάλιση των εν λόγω υπηρεσιών, όπως προνοείται από το καταστατικό. Ο εισηγητής έκανε αναφορά σε αριθμό παρατηρήσεων της Γενικής Ελεγκτού που αφορούν την αδυναμία εξακρίβωσης κατά πόσο τα χρήματα που χορηγήθηκαν από το κράτος είχαν χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς για τους οποίους είχαν προϋπολογιστεί, παραθέτοντας παραδείγματα τεράστιων αυξήσεων σε κονδύλια χωρίς καμία αιτιολόγηση, και στις επισημάνσεις της ότι οι αποφάσεις, ενέργειες και δράσεις του ινστιτούτου δεν ήταν νομότυπα καλυμμένες. Λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω παρατηρήσεις, ο εισηγητής ζήτησε από τον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή να αναφέρει ενώπιον της επιτροπής τα μέτρα που έλαβε και να καταθέσει τυχόν επιστολές που απηύθυνε στους πολιτικούς του προϊσταμένους ζητώντας τους να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, για να θεραπεύσουν τις παρατυπίες που υπήρχαν.

Στα πλαίσια της ανταλλαγής απόψεων αναφορικά με την αναγκαιότητα διορισμού ερευνητικής επιτροπής για τη διερεύνηση των παρατυπιών που έγιναν στο ΕΙΚ, ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων συμφώνησε με την άποψη που εξέφρασε ο εισηγητής του θέματος όπως οι εν λόγω παρατυπίες εξεταστούν από το νέο Συμβούλιο Κυβερνητών, που θα διοριστεί μετά το πέρας της παρούσας διαδικασίας, ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής.

Ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων κάλεσε τα μέλη της επιτροπής να προωθήσουν τυχόν γραπτά ερωτήματα στη γραμματεία της επιτροπής, ώστε να διαβιβαστούν στους αρμοδίους, για να απαντηθούν. Ακολούθως, στις 20 Ιανουαρίου 2009 διαβιβάστηκε στον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή του ΕΙΚ υπόμνημα με πρόσθετα ερωτήματα από τον εισηγητή του θέματος και στον Υπουργό Εξωτερικών υπόμνημα με ερωτήματα από το βουλευτή κ. Χρήστο Στυλιανίδη. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα του εισηγητή του θέματος αποστάλθηκαν από τον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή στις 2 Φεβρουαρίου 2009 και την 31η Μαρτίου 2009 λήφθηκαν οι απαντήσεις του Υπουργού Εξωτερικών στα ερωτήματα του βουλευτή κ. Χρήστου Στυλιανίδη.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αφού ολοκλήρωσε στο στάδιο αυτό την εξέταση του υπό συζήτηση θέματος, θεωρεί πολύ σημαντική την επαναφορά της καταστατικής τάξης στο ΕΙΚ, αφού με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο ινστιτούτο πλήττεται, αφενός, η αποτελεσματικότητά του στη διεκδίκηση κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και, αφετέρου, η νομιμότητα των διαδικασιών μέσω των οποίων εξασφαλίζονται από την Κύπρο τα εν λόγω κονδύλια.

Η επιτροπή, βάσει ενημέρωσης που έτυχε, διαπίστωσε ότι έχουν γίνει πολύ σοβαρές παρατυπίες στο ΕΙΚ από τον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή, ο οποίος δεν ικανοποίησε την επιτροπή με τις απαντήσεις του αναφορικά με την ορθότητα και τη νομιμότητα των πράξεών του.

Η επιτροπή διαπιστώνει επίσης την ύπαρξη πολιτικών ευθυνών των εκάστοτε πολιτικών προϊσταμένων, οι οποίοι δεν προέβησαν σε ουσιαστική επίβλεψη του ΕΙΚ, με αποτέλεσμα να ατονήσει το Συμβούλιο Κυβερνητών και η διαχειριστική επιτροπή του ινστιτούτου και να δοθεί η ευκαιρία στον ασκούντα καθήκοντα διευθυντή του ινστιτούτου να λειτουργήσει παράνομα. Εξίσου σοβαρή θεωρείται και η παράλειψη της λήψης των απαραίτητων διορθωτικών μέτρων, έτσι ώστε η λειτουργία του ΕΙΚ να τεθεί κάτω από το ορθό νομικό πλαίσιο, μόλις προέκυψε το πρόβλημα της νομιμότητας στη διοίκησή του. Η επιτροπή ωστόσο σημειώνει την ορθή παρέμβαση της τέως Υπουργού Εξωτερικών και του εισηγητή του θέματος, που είχαν ως αποτέλεσμα τη διερεύνηση του καταστατικού κενού στη λειτουργία του ινστιτούτου και τελικά το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου.

Η επιτροπή τονίζει ότι, παρ’ όλο που δεν υπήρξε η αναγκαία επίβλεψη του ΕΙΚ από τους εκάστοτε πολιτικούς προϊσταμένους, ο ασκών καθήκοντα διευθυντή όφειλε να λειτουργήσει νομότυπα και δίκαια απέναντι στο προσωπικό και τις ευθύνες που προκύπτουν λόγω της θέσης του και όχι να λειτουργήσει με τρόπο που δεν τιμούσε ούτε τον ίδιο ούτε το ίδρυμα που εκπροσωπούσε. Ο ίδιος φέρει σοβαρές ευθύνες ως ο κατεξοχήν υπεύθυνος για ενημέρωση των πολιτικών προϊσταμένων του σχετικά με τη διαχείριση του ινστιτούτου. Περαιτέρω, όφειλε να διαχειριστεί τα θέματα αρμοδιότητας του ινστιτούτου, την οικονομική διαχείριση και τα θέματα του προσωπικού τηρώντας το καταστατικό του ιδρύματος.

Η επιτροπή σημειώνει με ιδιαίτερη ικανοποίηση τις διορθωτικές ενέργειες που γίνονται με στόχο την αποκατάσταση της νομιμότητας στο ΕΙΚ και δηλώνει την προθυμία της να συμβάλει περαιτέρω στην εν λόγω διαδικασία, ακόμα και μετά το πέρας της εξέτασης του παρόντος θέματος ενώπιόν της.

Ολοκληρώνοντας την εξέταση του θέματος, η επιτροπή επιφυλάσσεται να παρακολουθεί το όλο θέμα στενά, ευελπιστώντας ότι θα ολοκληρωθούν σύντομα οι αναγκαίες καταστατικές αλλαγές στο ΕΙΚ που θα επιφέρουν την ομαλότητα στη λειτουργία του και θα βοηθήσουν στην εκπλήρωση της αποστολής του. Με δεδομένο το ρόλο που το ΕΙΚ μπορεί να διαδραματίσει, η επιτροπή, στα πλαίσια της άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου, καλεί το εν λόγω ινστιτούτο να υποβάλλει ανά εξάμηνο έκθεση πεπραγμένων, ώστε να της επιτραπεί να συμβάλει εγκαίρως στην αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων που αντιμετωπίζει.

14 Δεκεμβρίου 2009

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων