Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το θέμα «Η ανάγκη αποτελεσματικής πίεσης προς την Τουρκία ώστε να υποχρεωθεί να υλοποιήσει τις ευρωπαϊκές της δεσμεύσεις και ειδικότερα την επικύρωση του πρόσθετου πρωτοκόλλου στη Συμφωνία Σύνδεσης Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας»

Παρόντες:

Νίκος Κλεάνθους, πρόεδρος Κυριάκος Χατζηγιάννη
Αθηνά Κυριακίδου Δημήτρης Συλλούρης
Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου  
Τάκης Χατζηγεωργίου Μη μέλη της επιτροπής:
Τάσος Μητσόπουλος Σοφοκλής Φυττής
Χρήστος Στυλιανίδης Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων εξέτασε αυτεπάγγελτα το υπό αναφορά θέμα, έπειτα από πρόταση του βουλευτή κ. Νίκου Κλεάνθους. Το θέμα συζητήθηκε σε συνεδρία της επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε την 31η Μαρτίου 2009. Στη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Υπουργός Εξωτερικών και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Οι Κύπριοι ευρωβουλευτές, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν παρευρέθηκαν.

Εισάγοντας το υπό συζήτηση θέμα, ο πρόεδρος της επιτροπής ανέφερε ότι το θέμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό και εξήγησε ότι ενεγράφη στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για ενημέρωση των μελών της αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού του ζητήματος από την Κυπριακή Δημοκρατία και τις επιλογές που υπάρχουν.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Eυρωπαϊκών Υποθέσεων ο Υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι η πολιτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ότι η Τουρκία θα πρέπει να συμμορφωθεί, όχι μόνο με τους όρους εφαρμογής του πρωτοκόλλου, αλλά και με όλες τις άλλες πρόνοιες που περιλαμβάνονται στη Δήλωση του Σεπτεμβρίου του 2005, που είναι ευρύτερες και αφορούν την ομαλοποίηση των σχέσεών της με την Κυπριακή Δημοκρατία και την έμπρακτη συμβολή της στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Σε αντίθετη περίπτωση η θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ότι θα πρέπει να υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις για την Τουρκία. Αυτή η θέση, όπως τόνισε, έχει διαβιβαστεί σαφέστατα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η απόφαση που θα ληφθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, αναφορικά με τη στάση που θα τηρήσει κατά την αξιολόγηση της Τουρκίας από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Δεκέμβριο του 2009, θα εξαρτηθεί και από την πορεία των διάφορων πολιτικών εξελίξεων. Το ζητούμενο, όπως ανέφερε, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επηρεαστεί η ενταξιακή διαδικασία ή η τελική ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως δύο διαφορετικά ζητήματα, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Τουρκίας. Σε αυτά τα πλαίσια, θα πρέπει να εκτιμηθεί το κόστος και το όφελος που απορρέει από κάθε απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρώτιστος και τελικός στόχος, αλλά και επιθυμία όλων είναι η επίλυση του κυπριακού προβλήματος μέσα από τη διαδικασία που ακολουθείται στην παρούσα φάση.

Σε σχέση με την κατάσταση που βρίσκονται τα κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, ο Υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε τα μέλη της επιτροπής ότι, αυτή τη στιγμή, από τα τριάντα πέντε (35) κεφάλαια έχουν ανοίξει τα δέκα (10) και έχει κλείσει ένα (1). Επίσης, έχουν παγοποιηθεί οκτώ (8) κεφάλαια από την Κύπρο, εξαιτίας της μη εφαρμογής του πρωτοκόλλου, ενώ βρίσκονται σε διαδικασία εξέλιξης άλλα έντεκα (11). Από αυτά τα έντεκα, όπως ανέφερε, τα πέντε (5) επηρεάζονται από το πρωτόκολλο. Η Γαλλία έχει παγοποιήσει άλλα τέσσερα (4) κεφάλαια, διότι θεωρεί ότι προϊδεάζουν ή προκαταλαμβάνουν την πλήρη ένταξη της Τουρκίας, με την οποία η εν λόγω χώρα διαφωνεί.

Περαιτέρω, στα πλαίσια της συνεδρίας, τα μέλη της επιτροπής ενημερώθηκαν για τις επιλογές που υπάρχουν ενόψει της αξιολόγησης της Τουρκίας. Η πρώτη επιλογή είναι η συνέχιση της υφιστάμενης διαδικασίας, αλλά με τη θέσπιση επιπρόσθετων κυρώσεων, που μπορεί να αφορούν επιπρόσθετα κεφάλαια, ή με τη λήψη κάποιων άλλων μέτρων. Μια δεύτερη επιλογή είναι να ληφθεί η απόφαση να μην ανοίξει κανένα κεφάλαιο, παρά το ότι θα συνεχίζεται η τεχνική πτυχή της εναρμόνισης από μέρους της Τουρκίας. Η τρίτη πιθανότητα είναι η πλήρης αναστολή των διαπραγματεύσεων και της διαδικασίας ένταξης της Τουρκίας και μια τέταρτη επιλογή είναι η αναβολή της αξιολόγησης ή η πραγματοποίηση της αξιολόγησης χωρίς τη λήψη μέτρων, επιλογή με την οποία διαφωνεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με τη Δήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, αφενός τα σχετικά με το πρωτόκολλο κεφάλαια δεν μπορούν να ανοίξουν μέχρι η υποψήφια χώρα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και αφετέρου η μη εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων επηρεάζει τη συνολική πρόοδο των διαπραγματεύσεων.

Σύμφωνα με τον υπουργό, για την απόφαση που θα ληφθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Δεκέμβριο του 2009 θα χρησιμοποιηθούν ως βάση είτε το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας του 2005 είτε η μέθοδος των Συμπερασμάτων του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων, όπως έγινε και το 2006. Όπως επισημάνθηκε, το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο αποτελεί το μοναδικό θεσμικό πλαίσιο για πλήρη αναστολή των διαπραγματεύσεων, εφόσον πληρούνται κάποιες γενικότερες προϋποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Οι αποφάσεις στο πλαίσιο αυτό λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία. Ωστόσο, ο υπουργός συμπλήρωσε ότι θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί αυτή η πρόνοια στην πράξη. Το πιο πιθανό ενδεχόμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η λήψη απόφασης με τη μορφή συμπερασμάτων με βάση τα Συμπεράσματα του 2006. Για να σταματήσει η διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη, θα πρέπει να ληφθεί ομόφωνη απόφαση με τη μορφή συμπερασμάτων. Σε περίπτωση μη ύπαρξης ομοφωνίας, η διαδικασία συνεχίζεται. Αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να εμποδίσει το άνοιγμα οποιουδήποτε κεφαλαίου στα πλαίσια μονομερούς απόφασης ή με αναζήτηση συμμαχιών με άλλα κράτη μέλη της Ένωσης.

Σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε τα μέλη της επιτροπής ότι η σχετική έκθεση που θα ετοιμαστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα καταγράφει συγκεκριμένα γεγονότα, με ή χωρίς την υποβολή εισηγήσεων. Η εν λόγω έκθεση είναι υποβοηθητική για τις εργασίες του Συμβουλίου Υπουργών, το οποίο λαμβάνει την απόφασή του χωρίς να δεσμεύεται απαραίτητα από ενδεχόμενες προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο τελικός λόγος ανήκει στα κράτη μέλη, αφού πρόκειται για ένα διακυβερνητικό θέμα.

Ο Υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε συντόμως στις πολιτικές εκλογές στην Τουρκία, τα αποτελέσματα των οποίων αναμένεται να καταδείξουν κατά πόσο η Τουρκία θα προβεί ή όχι σε περαιτέρω μεταρρυθμίσεις και θα εξασκήσει εντατικότερη πολιτική προσέγγισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενημέρωσε την επιτροπή ότι το Πρόσθετο Πρωτόκολλο είναι μια ανοιχτή συμφωνία που αναφέρεται σε αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών, η οποία κατέστη αναγκαία μετά την πρόσφατη διεύρυνση με την εισδοχή των δέκα νέων κρατών μελών, έτσι ώστε να ρυθμιστούν ορισμένα θέματα που αφορούσαν τις αρμοδιότητες των κρατών αυτών. Σύμφωνα με την ενημέρωση, λόγω της ύπαρξης της συμφωνίας για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας από το 1993, τα θέματα της τελωνειακής σύνδεσης είναι αρμοδιότητα της Κοινότητας, γιατί αφορούν την ελευθερία διακίνησης προϊόντων. Κατά συνέπεια, η υποχρέωση του ανοίγματος των λιμανιών σε κυπριακά πλοία επιβάλλεται με βάση την τελωνειακή ένωση και ανεξάρτητα από το Πρόσθετο Πρωτόκολλο.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης που ακολούθησε τέθηκαν διάφορα ερωτήματα από τα μέλη της επιτροπής και έγιναν διάφορες επισημάνσεις αναφορικά με την προετοιμασία της Κυπριακής Δημοκρατίας για αποτελεσματικό χειρισμό του ζητήματος της αξιολόγησης της Τουρκίας από το Συμβούλιο Υπουργών τον ερχόμενο Δεκέμβριο. Μεταξύ άλλων, υποβλήθηκαν ερωτήματα που αφορούσαν τον υφιστάμενο προγραμματισμό των ενεργειών της Δημοκρατίας, τη διενέργεια επαφών με την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και με τις κυβερνήσεις άλλων κρατών μελών, τον τρόπο λήψης των σχετικών αποφάσεων και την αξιοποίηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας σε σχέση με την υλοποίηση των ευρωπαϊκών της υποχρεώσεων, αλλά και την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Περαιτέρω, τα μέλη της επιτροπής υπογράμμισαν ιδιαίτερα τη σημασία που έχει ο συντονισμός των ενεργειών των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου αναφορικά με το όλο θέμα. Επίσης, ζήτησαν να ενημερωθούν κατά πόσο έχουν διαπιστωθεί οποιεσδήποτε κινήσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για αναβολή της αξιολόγησης της Τουρκίας σε μεταγενέστερο στάδιο.

Σε σχέση με τα ζητήματα που τέθηκαν από τα μέλη της επιτροπής, ο Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η Δημοκρατία πραγματοποιεί επαφές τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και με κράτη μέλη που επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν υπάρχει στον ευρωπαϊκό χώρο ο ίδιος ενθουσιασμός για διεύρυνση της Ένωσης, όπως υπήρχε το 2004. Σε σχέση με την αξιοποίηση της πορείας της Τουρκίας μέχρι σήμερα, επισημάνθηκε ότι δεν υπάρχει ένδειξη για οποιαδήποτε πρόοδο της εν λόγω χώρας αναφορικά με την υλοποίηση των υποχρεώσεων της, τόσο σε σχέση με το πρωτόκολλο όσο και γενικότερα, αλλά και σε σχέση με το ζήτημα της παρεμπόδισης της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας σε διεθνείς οργανισμούς. Ο Υπουργός Εξωτερικών διαβεβαίωσε την επιτροπή ότι υπάρχει συνεχής επαφή με την Ελληνική Δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα και συνεργασία με άλλα κράτη μέλη. Στα πλαίσια αυτά, αναφέρθηκε ενδεικτικά στις γνωστές θέσεις της Σουηδίας και της Γαλλίας σε σχέση με την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, συμπληρώνοντας ότι η Σουηδία ως προεδρεύουσα χώρα πρέπει να διαχειριστεί το θέμα εκ μέρους των κρατών μελών.

Όσον αφορά τη λήψη των αποφάσεων, ανέφερε ότι με βάση το σύνταγμα αυτές που αφορούν θέματα εξωτερικής πολιτικής λαμβάνονται μεν από το Υπουργικό Συμβούλιο, ωστόσο εναπόκειται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αποφασίσει σε ποιο βαθμό θα συζητήσει το θέμα με τα πολιτικά κόμματα και το Εθνικό Συμβούλιο στον κατάλληλο χρόνο. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην παρούσα φάση γίνονται μελέτες και επαφές, αλλά οι τελικοί χειρισμοί θα είναι το αποτέλεσμα πολιτικών εκτιμήσεων και αξιολόγησης των πολιτικών εξελίξεων. Περαιτέρω, συμπλήρωσε ότι οι σχετικές επαφές και γενικότερα η διαχείριση του όλου ζητήματος γίνονται διακριτικά, διότι με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζονται καλύτερα αποτελέσματα, δεδομένου ότι υπάρχουν και συνομιλητές της Κύπρου που δεν επιθυμούν τη δημοσιοποίηση των θέσεών τους.

Ο Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε επίσης ότι, αν η Δημοκρατία παρουσιάσει με σαφήνεια τις θέσεις της για το όλο θέμα, η πίεση προς την Τουρκία, έτσι ώστε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε, θα προέλθει από τους υποστηρικτές της. Όπως επισημάνθηκε, η θετική εικόνα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο εξωτερικό διευκολύνει το χειρισμό του όλου θέματος. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι, παρ’ όλο που δεν έχει γίνει ακόμη καμία κρούση προς την Κυπριακή Δημοκρατία σε σχέση με το ενδεχόμενο αναβολής της αξιολόγησης της Τουρκίας, εντούτοις αυτό είναι ένα σενάριο για το οποίο θα πρέπει να υπάρχει η ετοιμότητα να αποτραπεί.

Ο Υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε επίσης την επιτροπή ότι δημιουργείται ένταση στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης-ΝΑΤΟ, αφενός λόγω της άρνησης της Τουρκίας να αναγνωρίσει και τα είκοσι επτά κράτη μέλη και αφετέρου λόγω της επιθυμίας της να συμμετέχει σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εν λόγω άρνηση της Τουρκίας έχει δημιουργήσει εκνευρισμό στους Ευρωπαίους εταίρους και αποτελεί αντικείμενο πολύ λεπτών χειρισμών εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αφού ολοκλήρωσε στο στάδιο αυτό την εξέταση του υπό συζήτηση θέματος, διαπιστώνει ότι η επικείμενη αξιολόγηση της Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση το Δεκέμβριο του 2009 είναι πολύ σημαντική και αποτελεί μια ευκαιρία άσκησης αποτελεσματικής πίεσης προς την εν λόγω χώρα, έτσι ώστε να εφαρμόσει, όχι μόνο τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το πρωτόκολλο, αλλά και τις ευρύτερες ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις, όπως αυτές απορρέουν από το περιεχόμενο της Δήλωσης της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, οι οποίες στην πράξη συνεπάγονται αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας εκ μέρους της Τουρκίας, έμπρακτη εκδήλωση της βούλησης της Τουρκίας για τη βελτίωση των σχέσεών της με την Κυπριακή Δημοκρατία και συμβολή της στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Η επιτροπή τονίζει επίσης ότι πρώτιστος στόχος πρέπει να θεωρείται η επίλυση του κυπριακού προβλήματος και ότι η μη συμβολή της Τουρκίας προς την κατεύθυνση αυτή δε θα πρέπει να παραμείνει χωρίς επιπτώσεις.

Περαιτέρω, η επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο πλήρης συντονισμός των ενεργειών των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου θα πρέπει να αποτελεί βασική πτυχή της όλης προετοιμασίας που πραγματοποιεί η Κυπριακή Δημοκρατία ενόψει της αξιολόγησης της Τουρκίας, τονίζοντας παράλληλα την αναγκαιότητα αναζήτησης, εκ μέρους της Δημοκρατίας, πολιτικών συμμαχιών στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

 

30 Νοεμβρίου 2009

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων