Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Προσφύγων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος Νεόφυτος Κωνσταντίνου
Σκεύη Κούτρα Κουκουμά Άγγελος Βότσης
Ντίνος Χατζηνικόλας Φειδίας Σαρίκας
Ιωνάς Νικολάου Γιώργος Περδίκης
Χρήστος Στυλιανίδης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε πολλές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 7 Ιουλίου 2008 και 16 Νοεμβρίου 2009. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου και η διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του ίδιου υπουργείου, εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων του ίδιου υπουργείου, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της αστυνομίας, του Υπουργείου Υγείας, του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, του Υπουργείου Οικονομικών, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, του Γραφείου του Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ, της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ) και του Ινστιτούτου Εργασίας Κύπρου (ΙΝΕΚ-ΠΕΟ). Το “Απανέμι” και το Mediterranean Institute of Gender Studies, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στη συνεδρία της επιτροπής.

Σκοπός του υπό αναφορά νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Προσφύγων Νόμου για την εναρμόνισή του με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα του ασύλου και, ειδικότερα, με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, με εξαίρεση τις παραγράφους 2 έως 6 του άρθρου 15 αυτής, στην έκταση που η βασική νομοθεσία δεν καλύπτει τις διατάξεις αυτές. Σκοπείται επίσης η τροποποίηση ορισμένων διατάξεων της βασικής νομοθεσίας για την καλύτερη εφαρμογή της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή από το Υπουργείο Εσωτερικών, η Οδηγία 2005/85/ΕΚ αποτελεί ένα από τα τέσσερα συστατικά στοιχεία της πρώτης φάσης του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, θεσπίζοντας με τον τρόπο αυτό ένα ελάχιστο πλαίσιο στην κοινότητα σχετικά με τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα. Η προσέγγιση των κανόνων που αφορούν τις διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, εκτιμάται ότι θα διασφαλίσει στους αιτούντες άσυλο ένα κοινό επίπεδο δίκαιης διαδικαστικής μεταχείρισης ανάμεσα στα κράτη μέλη και αναμένεται ότι θα συμβάλει στον περιορισμό των δευτερογενών μετακινήσεων των εν λόγω ατόμων μεταξύ των κρατών μελών, όταν οι μετακινήσεις οφείλονται στις αποκλίσεις των εθνικών νομικών πλαισίων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι υπηρεσίες της Δημοκρατίας που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου διαθέτουν τις αναγκαίες υποδομές. Τέλος, όπως αναφέρεται στα εν λόγω στοιχεία, δεν έχει υπολογιστεί το άμεσο και μακροπρόθεσμο κόστος που θα επέλθει από την εφαρμογή του και δεν έχει εκπονηθεί εμπεριστατωμένη μελέτη αναφορικά με τις οικονομικές, κοινωνικές ή άλλες επιπτώσεις που θα επέλθουν από την εν λόγω εφαρμογή του.

Σημειώνεται ότι η χρονική προθεσμία για την υιοθέτηση της υπό αναφορά Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ήταν η 1η Δεκεμβρίου 2007, με εξαίρεση το άρθρο 15 αυτής, το οποίο αφορά το δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής στους αιτητές ασύλου, του οποίου η προθεσμία ενσωμάτωσης ήταν η 1η Δεκεμβρίου 2008.

Όπως είναι γνωστό, η ισχύουσα νομοθεσία που διέπει τους πρόσφυγες περιλαμβάνει πρόνοιες σε σχέση με τις διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα. Με τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου ενσωματώνονται στη βασική νομοθεσία οι διατάξεις της υπό αναφορά Οδηγίας που αφορούν τους ελάχιστους κανόνες που αυτή θεσπίζει, στην έκταση που η ισχύουσα νομοθεσία δεν καλύπτει τις διατάξεις αυτές.

Ειδικότερα, με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, όπως αρχικά κατατέθηκε στη Βουλή, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω τροποποιήσεις στη βασική νομοθεσία:

1. H τροποποίηση των διατάξεων που διέπουν την παύση και την ανάκληση της ιδιότητας του πρόσφυγα.

2. Η τροποποίηση της σχετικής διάταξης με την οποία χορηγείται άδεια προσωρινής διαμονής στους αιτητές για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ώστε οι εν λόγω αιτητές να έχουν αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία το οποίο θα ισχύει για το διάστημα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους μέχρι και τη μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία η απόφαση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αίτησης αυτής καθίσταται εκτελεστή ή της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων στον αιτητή.

3. Η συμπλήρωση των ισχυόντων ρυθμίσεων που αφορούν τους ασυνόδευτους ανηλίκους για σκοπούς πλήρους εναρμόνισης με την υπό αναφορά Οδηγία.

4. Η τροποποίηση της σχετικής διάταξης που ρυθμίζει θέματα σχετικά με την υποβολή αίτησης για παραχώρηση διεθνούς προστασίας με την προσθήκη σ’ αυτή προνοιών που ενσωματώνουν τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που καθορίζονται στην υπό αναφορά Οδηγία.

5. Η τροποποίηση της σχετικής διάταξης που καθορίζει την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας για την εναρμόνισή της με τις σχετικές πρόνοιες της υπό αναφορά Οδηγίας.

6. Η εισαγωγή προνοιών με τις οποίες ενσωματώνονται οι πρόνοιες της υπό αναφορά Οδηγίας σχετικά με την ευρωπαϊκή ασφαλή τρίτη χώρα, την ασφαλή χώρα ιθαγένειας, τις απαράδεκτες αιτήσεις και την πρώτη χώρα ασύλου.

7. Η εισαγωγή προνοιών με τις οποίες παρέχεται στους αιτητές και στα εξαρτώμενα πρόσωπά τους δικαίωμα για προσωπική συνέντευξη.

8. Η εισαγωγή προνοιών για σκοπούς μεταφοράς των διατάξεων της υπό αναφορά Οδηγίας που αφορούν τη διαδικασία σιωπηρής ανάκλησης της αίτησης ή υπαναχώρησης από αυτή.

9. Η συμπλήρωση των διατάξεων που αφορούν τις αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ώστε οι διατάξεις αυτές να εναρμονιστούν με τις αντίστοιχες διατάξεις της υπό αναφορά Οδηγίας.

10. Η εισαγωγή προνοιών με τις οποίες μεταφέρονται οι διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας που αφορούν το πεδίο εφαρμογής της νομικής συνδρομής και εκπροσώπησης.

11. Η παροχή δικαιώματος άσκησης διοικητικής προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κατά πρόσθετων αποφάσεων του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου.

12. Η εισαγωγή πρόνοιας με την οποία παρέχονται, υπό προϋποθέσεις, σε αιτητές ασύλου δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα σε περίπτωση προσφυγής τους στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, κατά αποφάσεων που λαμβάνονται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ή από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων.

13. Η εισαγωγή πρόνοιας σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής από αιτητή στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου του προσφεύγοντος οι οποίες σχετίζονται με την εξέταση της αίτησής του, εκτός αν ο προϊστάμενος ή κατά περίπτωση η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων απαγορεύσει με αιτιολογημένη απόφαση την πρόσβαση για λόγους δημόσιας ασφάλειας.

Στα πλαίσια της εξέτασης του υπό αναφορά νομοσχεδίου από την επιτροπή, οι εκπρόσωποι των μη κυβερνητικών οργανώσεων εξέφρασαν διαφωνίες ή/και επιφυλάξεις σε σχέση με ορισμένες πρόνοιές του.

Υπό το φως των πιο πάνω, η επιτροπή κάλεσε το Υπουργείο Εσωτερικών όπως, σε συνεργασία με το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, διαβουλευτεί με τις εν λόγω οργανώσεις και επανεξετάσει τις πρόνοιες του νομοσχεδίου για τις οποίες διατυπώθηκαν διαφωνίες, προκειμένου να επιτευχθεί συναίνεση επί των θεμάτων αυτών.

Ανταποκρινόμενο στην πιο πάνω παράκληση της επιτροπής, το Υπουργείο Εσωτερικών σε μεταγενέστερο στάδιο την ενημέρωσε ότι, έπειτα από διαβούλευση του εκπροσώπου του, καθώς και του εκπρόσωπου του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με τα ενδιαφερόμενα μέρη, επανεξέτασαν ορισμένες πρόνοιες του νομοσχεδίου και επέφεραν ορισμένες τροποποιήσεις στο κείμενό του, ώστε αυτό να συμμορφώνεται με όλες τις νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν τόσο από την υπό αναφορά Οδηγία όσο και από το σχετικό διεθνές δίκαιο.

Υπό το φως των πιο πάνω, το Υπουργείο Εσωτερικών κατέθεσε αναθεωρημένο κείμενο στην επιτροπή, με το οποίο, μεταξύ άλλων, έχουν επέλθει οι ακόλουθες τροποποιήσεις στο αρχικό κείμενο του νομοσχεδίου:

1. Αντικαταστάθηκε ο ορισμός του όρου “εκπρόσωπος”, ώστε αναφορικά με ασυνόδευτο ανήλικο να σημαίνει το διευθυντή του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 της βασικής νομοθεσίας.

2. Προστέθηκε ο ορισμός του όρου “νομικός σύμβουλος”, ώστε να σημαίνει πρόσωπο που κατέχει τίτλο τριτοβάθμιων σπουδών στη νομική ο οποίος είναι αναγνωρισμένος από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας.

3. Αντικαταστάθηκε η σχετική διάταξη της βασικής νομοθεσίας που καθορίζει τις υποχρεώσεις αιτητή κατά την εξέταση της αίτησής του, ώστε να συνάδει πλήρως με το σχετικό άρθρο της υπό αναφορά Οδηγίας.

4. Αναδιαμορφώθηκε το άρθρο του νομοσχεδίου που καθορίζει τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις κλεισίματος φακέλου αιτητή.

5. Προστέθηκε πρόνοια στο νομοσχέδιο με την οποία μεταφέρονται στη βασική νομοθεσία οι διατάξεις της υπό αναφορά Οδηγίας που αφορούν τη ρητή απόσυρση αίτησης.

6. Προστέθηκε πρόνοια στο νομοσχέδιο με την οποία τροποποιείται η διάταξη της βασικής νομοθεσίας που καθορίζει τις αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ώστε να καθοριστεί το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει στον αιτητή πρόσβαση στην έκθεση για την προσωπική συνέντευξη και επιπρόσθετα να καθοριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο οι αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου καθίστανται εκτελεστές, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο οι εν λόγω αποφάσεις καθίστανται ανεκτέλεστες.

7. Περιελήφθη πρόνοια στο νομοσχέδιο με την οποία τροποποιείται η σχετική διάταξη της βασικής νομοθεσίας που προβλέπει τη συμμετοχή εκπροσώπου της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στις διαδικασίες εξέτασης αίτησης, ώστε να εναρμονιστεί με τη σχετική διάταξη της υπό αναφορά Οδηγίας που καθορίζει το ρόλο της εν λόγω οργάνωσης.

8. Προστέθηκε πρόνοια στο νομοσχέδιο σύμφωνα με την οποία παρέχεται δικαίωμα σε πρόσωπο που προσφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, να επικοινωνεί με την Υπάτη Αρμοστία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, καθώς και με κάθε άλλη οργάνωση που εργάζεται εξ ονόματος της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στη Δημοκρατία, βάσει συμφωνίας με τις αρχές της Δημοκρατίας.

Οι εκπρόσωποι της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και της ΚΙΣΑ ανέφεραν στην επιτροπή πως εξακολουθούν να έχουν διαφωνίες επί του αναθεωρημένου κειμένου του νομοσχεδίου και υπέβαλαν εισηγήσεις για περαιτέρω τροποποίησή του με σχετικά υπομνήματα που κατέθεσαν στην επιτροπή.

Ειδικότερα, οι διαφωνίες της εκπροσώπου της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Τις προτεινόμενες πρόνοιες του νομοσχεδίου με τις οποίες μεταφέρονται στην εσωτερική έννομη τάξη οι διατάξεις της υπό αναφορά Οδηγίας που αφορούν τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου από τους αιτητές για παραχώρηση διεθνούς προστασίας και ειδικότερα το άρθρο 39 της Οδηγίας με το οποίο προβλέπεται η παροχή στους εν λόγω αιτητές του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, υποστηρίζοντας πως η προβλεπόμενη στο νομοσχέδιο δυνατότητα προσφυγής αιτητή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και/ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, αποτυγχάνει να μεταφέρει το προαναφερθέν άρθρο της Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Όπως ειδικότερα υποστήριξε η ίδια, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 39 της εν λόγω Οδηγίας αποτελεί νομικό όρο που αναφέρεται στην επανεξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων της υπόθεσης. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάζει μόνο τα νομικά ζητήματα και όχι τα πραγματικά γεγονότα και/ή να τροποποιεί μια διοικητική απόφαση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει το δικαίωμα για άσκηση πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου όπως απαιτεί η υπό αναφορά Οδηγία. Τέτοιο δικαίωμα, υποστήριξε η ίδια, θα μπορεί να παρασχεθεί στους αιτητές με την εισαγωγή δικαστικής διαδικασίας για τον καθορισμό προσφυγικού καθεστώτος δευτεροβαθμίως, όπως ισχύει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες δημιούργησαν Ειδικά Δικαστήρια Ασύλων.

2. Τον προτεινόμενο στο νομοσχέδιο ορισμό του όρου “εκπρόσωπος” σύμφωνα με τον οποίο αναφορικά με ασυνόδευτο ανήλικο σημαίνει το διευθυντή του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, υποστηρίζοντας πως ο εν λόγω διευθυντής δεν μπορεί να παρέχει συμβουλές σε νομικά θέματα που αφορούν το πολιτικό άσυλο. Συναφώς, εισηγήθηκε όπως αντικατασταθεί στον εν λόγω ορισμό ο διευθυντής του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας με τον Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, για να είναι σύμφωνος με σχετική διάταξη του περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου του 2007, σύμφωνα με την οποία ο επίτροπος εκπροσωπεί τον ασυνόδευτο ανήλικο σε νομικές διαδικασίες. Περαιτέρω, υποστήριξε η ίδια πως ο διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας θα πρέπει να παραμείνει ως ο νόμιμος κηδεμόνας των ασυνόδευτων ανηλίκων.

3. Την προτεινόμενη πρόνοια του νομοσχεδίου σύμφωνα με την οποία η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει στον αιτητή πρόσβαση στην έκθεση για την προσωπική συνέντευξη, υποστηρίζοντας πως θα πρέπει επιπρόσθετα να παρέχεται αντίγραφο της εν λόγω έκθεσης, για να μπορεί να γίνει η κατάλληλη προετοιμασία σε περίπτωση που θα ασκηθεί διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων.

4. Την προτεινόμενη πρόνοια του νομοσχεδίου σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση άσκησης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο από πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, κατά της απόφασης που λαμβάνεται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ή από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες του φακέλου του προσφεύγοντος οι οποίες σχετίζονται με την εξέταση της αίτησής του, εκτός αν ο εν λόγω προϊστάμενος ή κατά περίπτωση η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων απαγορεύσει με αιτιολογημένη απόφαση την εν λόγω πρόσβαση για λόγους δημόσιας ασφάλειας. Ειδικότερα, διαφώνησαν με τον περιορισμό της υπό αναφορά πρόσβασης που τίθεται στο Ανώτατο Δικαστήριο και εισηγήθηκαν τη διαγραφή του γιατί, αφενός, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών και, αφετέρου, συγκρούεται με σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να λαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία σε οποιοδήποτε σημείο ή θέμα το οποίο μπορεί να θεωρηθεί από αυτό απαραίτητο για τη σωστή εξέταση της προσφυγής.

Ειδικότερα, οι διαφωνίες και/ή οι εισηγήσεις του εκπροσώπου της ΚΙΣΑ αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Την προτεινόμενη πρόνοια του νομοσχεδίου με την οποία μεταφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 39 της υπό αναφορά Οδηγίας που προβλέπει ότι παρέχεται στους αιτητές ασύλου το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η προτεινόμενη στο νομοσχέδιο δυνατότητα των αιτητών για προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων ή/και στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η υπό αναφορά Οδηγία, ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα του αιτητή για πραγματική προσφυγή, για τους πιο κάτω λόγους:

α. Ο προτεινόμενος μηχανισμός είναι αναποτελεσματικός, γιατί αφενός η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων αποτελεί μέρος του διοικητικού συστήματος εξέτασης της αίτησης και αφετέρου το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αίτησης.

β. Εισάγεται επιπρόσθετο επίπεδο στη διαδικασία εξέτασης της αίτησης χωρίς να διασφαλίζεται η παραμονή του προσφεύγοντα στη Δημοκρατία και η μη κράτησή του.

Συναφώς, υποστήριξαν πως, λόγω των συνταγματικών κωλυμάτων που υποστηρίζει η Νομική Υπηρεσία ότι υπάρχουν για τη δημιουργία Ειδικών Δικαστηρίων Ασύλου και Μετανάστευσης, η ΚΙΣΑ εισηγείται να μελετηθεί το ενδεχόμενο τροποποίησης της νομοθεσίας, ώστε η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων να αναβαθμιστεί σε οιονεί δικαστικό όργανο και να διεξάγει πλήρη και νέο έλεγχο επί της ουσίας της υπόθεσης με τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας, ώστε να διασφαλιστεί με τον τρόπο αυτό ο χαρακτήρας της ως όργανο το οποίο θα έχει τη δυνατότητα υποβολής ερωτημάτων στο ΔΕΚ.

2. Την προτεινόμενη πρόνοια του νομοσχεδίου με την οποία παρέχεται το δικαίωμα παραμονής σε αιτητές για παραχώρηση διεθνούς προστασίας μέχρι την εξέταση της αίτησής τους πρωτοβαθμίως, υποστηρίζοντας ότι ο αιτητής θα πρέπει να έχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέτασης της αίτησής του, περιλαμβανομένων και των δικαστικών διαδικασιών στα πλαίσια των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου.

3. Την προτεινόμενη πρόνοια του νομοσχεδίου με την οποία παρέχεται στους αιτητές πρόσβαση στην έκθεση για την προσωπική συνέντευξη για καθορισμένο χρόνο, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω πρόνοια θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία των νομικών συμβούλων και των δικηγόρων των αιτητών να παρέχουν ουσιαστική και αποτελεσματική εκπροσώπηση και συμβουλή σ’ αυτούς. Ειδικότερα, εισηγήθηκαν την τροποποίηση της εν λόγω πρόνοιας, ώστε να παραχωρείται αντίγραφο της εν λόγω έκθεσης με την καταβολή αντιτίμου ή, σε περίπτωση που αυτό δεν υιοθετηθεί, την αύξηση του χρονικού διαστήματος που παρέχεται στον αιτητή για την πρόσβασή του στην έκθεση.

4. Την προτεινόμενη πρόνοια του νομοσχεδίου με την οποία καταργείται η χορήγηση άδειας προσωρινής διαμονής στους αιτητές ασύλου, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής τους, και εισάγεται η παροχή δικαιώματος παραμονής με τη χορήγηση σε αυτούς βεβαίωσης υποβολής αίτησης για διεθνή προστασία, υποστηρίζοντας πως για σκοπούς ασφάλειας των αιτητών θα πρέπει να εκδίδεται ένα δηλωτικό έγγραφο του δικαιώματος παραμονής τους στη Δημοκρατία και όχι βεβαίωση υποβολής της αίτησής τους.

Τέλος, ο πιο πάνω εκπρόσωπος της ΚΙΣΑ εισηγήθηκε την περαιτέρω διεύρυνση της πρόνοιας του νομοσχεδίου με την οποία παρέχεται στην Υπάτη Αρμοστία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή σε οργάνωση που εργάζεται εξ ονόματός της στη Δημοκρατία δικαίωμα πρόσβασης στους αιτητές που βρίσκονται υπό κράτηση, καθώς και πρόσβασης στις πληροφορίες τόσο για τις αιτήσεις τους όσο για την πρόοδο της διαδικασίας. Συναφώς, υποστήριξε όπως το εν λόγω δικαίωμα παραχωρηθεί επιπρόσθετα, τηρουμένων των αναλογιών, και σε κάθε άλλη οργάνωση η οποία παρέχει νομικές ή άλλες συμβουλές σε αιτητές για παραχώρηση διεθνούς προστασίας.

Στα πλαίσια της εξέτασης του αναθεωρημένου κειμένου του νομοσχεδίου από την επιτροπή, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέφερε ότι η Νομική Υπηρεσία, στη βάση της πιο πάνω απόφασης της επιτροπής, μελέτησε τις απόψεις της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και της ΚΙΣΑ αναφορικά με την ορθή και πλήρη μεταφορά της υπό αναφοράς Οδηγίας στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο. Ως αποτέλεσμα της εν λόγω μελέτης, ανέφερε ο ίδιος εκπρόσωπος, η Νομική Υπηρεσία έκρινε ότι ορισμένες από τις απόψεις των εν λόγω οργανώσεων ευσταθούν, γι’ αυτό και τις ενσωμάτωσε στο κείμενο του νομοσχεδίου, ώστε οι πρόνοιές του να συμμορφώνονται με όλες τις νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω Οδηγία και από το διεθνές δίκαιο.

Σχολιάζοντας ο ίδιος εκπρόσωπος τις θέσεις των εκπροσώπων της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και της ΚΙΣΑ ότι οι πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου αποτυγχάνουν να ενσωματώσουν το άρθρο 39 της υπό αναφορά Οδηγίας, δήλωσε πως η θέση της Νομικής Υπηρεσίας είναι ότι η απαίτηση του υπό αναφορά άρθρου, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε οι αιτητές ασύλου να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, καλύπτεται με την παροχή δυνατότητας στον αιτητή να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος. Παράλληλα, σημείωσε ότι, με βάση το υπό αναφορά άρθρο της Οδηγίας, δεν απαιτείται ο έλεγχος σκοπιμότητας ούτε η θέσπιση δικαστηρίου που να διεξάγει έλεγχο σκοπιμότητας. Απαντώντας ο ίδιος εκπρόσωπος σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από την επιτροπή για το κατά πόσο είναι εφικτή η δημιουργία δικαστηρίων στη Δημοκρατία που να έχουν αρμοδιότητα για τον έλεγχο τόσο της σκοπιμότητας όσο και της νομιμότητας επί των υποθέσεων που αφορούν θέματα ασύλου, διευκρίνισε ότι, σε περίπτωση που υπάρξει τέτοια πολιτική απόφαση, αυτό θα μπορούσε να γίνει ενδεχομένως με σχετική τροποποίηση του συντάγματος.

Ο διευθυντής της Υπηρεσίας Ασύλου, σχολιάζοντας τις θέσεις της Υπάτης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και της ΚΙΣΑ, δήλωσε πως η υπηρεσία του διαφωνεί με την παραχώρηση αντιγράφου της έκθεσης για την προσωπική συνέντευξη στους αιτητές, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι τέτοια ενέργεια συνιστά παραβίαση της αρχής της εμπιστευτικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 31Β του περί Προσφύγων Νόμου, με βάση τις πρόνοιες του οποίου η παραβίαση της εν λόγω αρχής από λειτουργούς της υπηρεσίας του αποτελεί ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω, υποστήριξε πως η παραχώρηση του εν λόγω αντιγράφου και η ενδεχόμενη διαρροή εγγράφων από οποιοδήποτε πρόσωπο θα αποβεί εις βάρος της διεξαγωγής των εργασιών της υπηρεσίας του.

Όσον αφορά την εισήγηση που υποβλήθηκε από τις υπό αναφορά οργανώσεις για διαγραφή της πρόνοιας του νομοσχεδίου με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων να απαγορεύσει για λόγους δημόσιας ασφάλειας, με αιτιολογημένη απόφαση, την πρόσβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο φάκελο της υπόθεσης, σε περίπτωση που ασκηθεί ενώπιόν του προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, δήλωσε ότι η εν λόγω δυνατότητα προβλέπεται και στο σχετικό άρθρο της υπό αναφοράς Οδηγίας και αποσκοπεί στο να κατοχυρώσει την αρχή της εμπιστευτικότητας στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Περαιτέρω, σχολιάζοντας ο ίδιος τη θέση που διατυπώθηκε για επέκταση του δικαιώματος παραμονής στη Δημοκρατία των αιτητών ασύλου καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέτασης της αίτησής τους, περιλαμβανομένων και των δικαστικών διαδικασιών στα πλαίσια των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου, δήλωσε πως με βάση το σχετικό άρθρο της υπό αναφορά Οδηγίας τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν δικαίωμα παραμονής στους αιτητές μέχρι τη λήψη απόφασης για την αίτησή τους σε πρώτο βαθμό, όπως προβλέπεται και στον προτεινόμενο νόμο.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου του Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού δήλωσε πως η ομάδα των ασυνόδευτων ανηλίκων ή παιδιών που βρίσκονται μόνα τους εκτός της χώρας καταγωγής τους αποτελεί μια ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα παιδιών, γι’ αυτό και απαιτείται η εφαρμογή νομοθεσιών, πολιτικών και πρακτικών που να διασφαλίζουν την προαγωγή και προστασία των δικαιωμάτων τους.

Αναφερόμενη η ίδια εκπρόσωπος στις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας στο θέμα της εκπροσώπησης των ασυνόδευτων παιδιών, δήλωσε πως αυτές απορρέουν τόσο από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που κύρωσε η Κυπριακή Δημοκρατία σε νόμο το 1990, όσο και από τον περί Προσφύγων Νόμο και τον περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμο. Αναφερόμενη ειδικότερα στον πιο πάνω κυρωτικό νόμο, σημείωσε πως με σχετική πρόνοιά του διευκρινίζεται πως σε περίπτωση υπαγωγής παιδιού στη διαδικασία ασύλου απαιτείται επιπρόσθετα και η νομική εκπροσώπησή του.

Επιπρόσθετα, όπως δήλωσε η ίδια, ο περί Προσφύγων Νόμος προβλέπει ότι ο διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί ως κηδεμόνας του ασυνόδευτου ανηλίκου που αιτείται παραχώρηση διεθνούς προστασίας και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω νόμου, για λογαριασμό και προς το συμφέρον του ανηλίκου. Περαιτέρω, ο περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμος περιλαμβάνει στις αρμοδιότητες του επιτρόπου και την εκπροσώπηση από αυτόν των παιδιών και των συμφερόντων τους σε διαδικασίες που επηρεάζουν τα παιδιά, όπου αυτό προβλέπεται από νόμο, και, επιπρόσθετα, την εκπροσώπηση του παιδιού σε δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες θα μπορεί να διορίζεται ως αντιπρόσωπος του παιδιού από το δικαστήριο.

Με βάση τα πιο πάνω, σύμφωνα με την ίδια εκπρόσωπο, ο διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ορθά έχει οριστεί κηδεμόνας των ασυνόδευτων ανηλίκων, δεδομένου ότι το τμήμα του διαθέτει την εξειδίκευση, για να διασφαλίζει τις κοινωνικές, ψυχολογικές, υλικές και εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού. Ωστόσο, η νομική εκπροσώπηση των παιδιών, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που αυτά εμπλέκονται σε διαδικασίες ασύλου, δε θα πρέπει να ασκείται από το διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αλλά από τον Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, όπως προβλέπει και ο περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμος. Τέλος, ανέφερε πως ο περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμος επιβάλλει την ανάληψη της αρμοδιότητας αυτής από τον Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού.

Σημειώνεται ότι στο στάδιο της μελέτης του υπό συζήτηση νομοσχεδίου από την επιτροπή το Υπουργείο Εσωτερικών υπέβαλε επιπρόσθετες εισηγήσεις για τροποποίηση της βασικής νομοθεσίας, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Την προσθήκη πρόνοιας στο νομοσχέδιο με την οποία προβλέπεται ότι οι θετικές αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου καθίστανται εκτελεστές με την κοινοποίησή τους στον αιτητή και στην οποία διασαφηνίζεται ότι θετική απόφαση συνιστά η απόφαση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία χορηγείται σε αιτητή καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

2. Την προσθήκη πρόνοιας στο νομοσχέδιο σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης ή εμπρόθεσμης διοικητικής προσφυγής από αιτητή κατά θετικής απόφασης του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, με αιτιολογημένη απόφασή της, απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.

3. Την προσθήκη πρόνοιας στο νομοσχέδιο σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση εκπρόθεσμης διοικητικής προσφυγής κατά αρνητικής απόφασης του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων απορρίπτει την προσφυγή, με αιτιολογημένη απόφασή της, ως απαράδεκτη.

Ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενημέρωσε την επιτροπή ότι οι πιο πάνω τροποποιήσεις κρίθηκαν αναγκαίες, για να αντιμετωπιστούν ορισμένα προβλήματα που παρατηρούνται στην εφαρμογή της υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, δήλωσε πως, ενώ με βάση το άρθρο 28Ε της βασικής νομοθεσίας προβλέπεται ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων έχει αρμοδιότητα να εξετάζει διοικητικές προσφυγές κατά αρνητικών αποφάσεων του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, το άρθρο 18 αυτής προβλέπει ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων έχει δικαίωμα να εξετάζει όλες τις αποφάσεις του εν λόγω προϊσταμένου, δηλαδή τόσο τις αρνητικές όσο και τις θετικές. Σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείται μέχρι σήμερα, όπως ο ίδιος δήλωσε, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων αποδέχεται διοικητικές προσφυγές που υποβάλλονται ενώπιόν της κατά απόφασης του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας με αίτημα την επανεξέταση της παραχώρησης του καθεστώτος του πρόσφυγα. Ωστόσο, όπως ο ίδιος σημείωσε, το Υπουργείο Εσωτερικών θεωρεί ότι η υπό αναφορά πρακτική δεν είναι ορθή, γιατί η απόφαση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου για παραχώρηση σε αιτητή του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας είναι θετική απόφαση και δεν μπορεί να υπόκειται σε διοικητική προσφυγή. Γι’ αυτό και κρίθηκε σκόπιμη η κατάθεση των υπό αναφορά τροποποιήσεων στην επιτροπή.

Σημειώνεται ότι στο στάδιο της ολοκλήρωσης της συζήτησης του νομοσχεδίου από την επιτροπή, ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με επιστολή που απέστειλε, ενημέρωσε την επιτροπή ότι, έπειτα από συνεννόηση που είχε με τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγείται την τροποποίηση του ορισμού του όρου “νομικός σύμβουλος”, που περιλαμβάνεται στο αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου, ώστε ο ορισμός αυτός να καταστεί πιο σαφής. Ειδικότερα, εισηγήθηκε την τροποποίηση του εν λόγω ορισμού, ώστε να διευκρινιστεί ότι ο τίτλος τριτοβάθμιων σπουδών στη νομική, που απαιτείται να κατέχει πρόσωπο σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, θα πρέπει να αποκτηθεί μετά από τριετή τουλάχιστο φοίτηση.

Υπό το φως της υπό αναφορά εισήγησης, που υποβλήθηκε γραπτώς στην επιτροπή, η τελευταία επανεξέτασε την έννοια του εν λόγω ορισμού σε συνεδρία της, στην οποία κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου.

Κατά την εν λόγω συνεδρία ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δήλωσε πως η προτεινόμενη τροποποίηση κρίνεται αναγκαία, γιατί διασαφηνίζει την πολιτική του Υπουργείου Εσωτερικών ως προς τα απαιτούμενα προσόντα του νομικού συμβούλου που αναφέρεται στο νομοσχέδιο. Όπως ειδικότερα επεξήγησε ο ίδιος, με την προτεινόμενη τροποποίηση, πρόσωπο που ενεργεί ως νομικός σύμβουλος αιτητή για παραχώρηση διεθνούς προστασίας οφείλει να κατέχει το βασικό πτυχίο της νομικής και δεν αρκεί ένα πτυχίο που είναι μεν πανεπιστημιακό αλλά μονοετούς ή μικρότερης διάρκειας φοίτησης όπως το μεταπτυχιακό. Συναφώς, υποστήριξε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση διασφαλίζει ότι ο αιτητής θα εμπιστεύεται τη νομική κρίση και τις γνώσεις προσώπου τις οποίες όντως κατέχει στον ελάχιστο βαθμό με την απόκτηση του βασικού τίτλου της νομικής.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε ομόφωνα να τροποποιήσει το αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου ως ακολούθως:

1. Τροποποίησε τον ορισμό του όρου “εκπρόσωπος”, ώστε αυτός αναφορικά με ασυνόδευτο ανήλικο να σημαίνει τον Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, δυνάμει του άρθρου 10 του βασικού νόμου.

2. Τροποποίησε την πρόνοια του νομοσχεδίου σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, κατά απόφασης που λαμβάνεται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ή από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο η δυνατότητα πρόσβασης στις πληροφορίες του φακέλου οι οποίες σχετίζονται με την εξέταση της αίτησής του, ώστε να διαγραφεί ο περιορισμός που προβλέπεται σύμφωνα με τον οποίο ο εν λόγω προϊστάμενος ή η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων μπορεί να απαγορεύσει με αιτιολογημένη απόφαση την πρόσβαση αυτή στο Ανώτατο Δικαστήριο για λόγους δημόσιας ασφάλειας.

3. Υιοθέτησε τις πρόσθετες τροποποιήσεις του κειμένου του νομοσχεδίου που υπέβαλε σε μεταγενέστερο στάδιο το Υπουργείο Εσωτερικών στην επιτροπή.

Σε σχέση με την προτεινόμενη εισήγηση, που υπέβαλε ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τροποποίηση του ορισμού του όρου “νομικός σύμβουλος”, η επιτροπή έχει καταλήξει στις πιο κάτω θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις δήλωσαν ότι απορρίπτουν την υπό αναφορά εισήγηση για τροποποίηση του ορισμού του πιο πάνω όρου.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού δήλωσαν ότι υιοθετούν την υπό αναφορά εισήγηση για τροποποίηση του πιο πάνω ορισμού, όπως εισηγήθηκε ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, γι’ αυτό και θα κυκλοφορήσουν σχετική τροπολογία κατά τη συζήτηση του υπό αναφορά νομοσχεδίου στην ολομέλεια της Βουλής.

3. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και τα μέλη της βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών δήλωσαν πως θα τοποθετηθούν επί της πιο πάνω εισήγησης, που υπέβαλε ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σε σχέση με τον πιο πάνω ορισμό κατά τη συζήτηση του υπό αναφορά νομοσχεδίου στην ολομέλεια της Βουλής.

Επιπρόσθετα, τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού εισηγήθηκαν την περαιτέρω τροποποίηση της βασικής νομοθεσίας με την προσθήκη πρόνοιας στο νομοσχέδιο σύμφωνα με την οποία η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, σε περίπτωση που ασκηθεί ενώπιόν της προσφυγή από αιτητή, θα πρέπει να εκδίδει την απόφασή της επί αυτής εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω προσφυγής, στις περιπτώσεις που η αίτηση δεν εξετάζεται με ταχύρρυθμη διαδικασία.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και τα μέλη της βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών διαφώνησαν με την πιο πάνω αναφερόμενη εισήγηση που υπέβαλαν τα μέλη της επιτροπής βουλευτές του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού δήλωσαν πως σε σχέση με την πιο πάνω αναφερόμενη εισήγηση, που υπέβαλαν στην επιτροπή, για τροποποίηση του κειμένου του νομοσχεδίου η κοινοβουλευτική τους ομάδα θα κυκλοφορήσει σχετική τροπολογία κατά τη συζήτηση του υπό αναφορά νομοσχεδίου στην ολομέλεια της Βουλής.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού διαμόρφωσε το κείμενο του νομοσχεδίου σύμφωνα με τις πιο πάνω ομόφωνες αποφάσεις της, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Προσφύγων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2009».

 

17 Νοεμβρίου 2009

 

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων