Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τα νομοσχέδια του επισυνημμένου παραρτήματος

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος Ντίνος Χατζηνικόλας
Άγγελος Βότσης Αβέρωφ Νεοφύτου
Σταύρος Ευαγόρου Μαρίνος Σιζόπουλος
Γιάννος Λαμάρης Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τα νομοσχέδια του επισυνημμένου παραρτήματος σε αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 22 Οκτωβρίου και 9 Νοεμβρίου 2009. Στο στάδιο της εξέτασης των υπό αναφορά νομοσχεδίων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται με το πρώτο υπό αναφορά νομοσχέδιο είναι η θέσπιση πρωτογενούς νομοθετικού πλαισίου, ώστε να επιτευχθεί η εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με την Οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και της αποτελεσματικής εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 2560/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2001 σχετικά με τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ.

Ειδικότερα, το υπό αναφορά νομοσχέδιο διαμορφώνει το νομικό πλαίσιο που θα διέπει σε κοινοτικό επίπεδο τις υπηρεσίες πληρωμών, τόσο στο πλαίσιο του ενιαίου χώρου πληρωμών σε ευρώ (SEPA) όσο και εκτός αυτού, με στόχο να ενισχυθούν η ασφάλεια δικαίου για τους παρόχους, η προστασία και οι επιλογές των καταναλωτών και των επιχειρήσεων ως χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και η ασφάλεια και αποδοτικότητα των πληρωμών.

Σκοπός των νόμων που προτείνονται με τα υπ’ αριθμόν 2 έως 6 νομοσχέδια, όπως αναφέρονται στο επισυνημμένο παράρτημα, είναι η τροποποίηση των αντίστοιχων βασικών νομοθεσιών, ώστε να επιτευχθεί η εναρμόνισή τους με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και ειδικότερα με την πιο πάνω αναφερθείσα Οδηγία, αφού η τελευταία τροποποιεί υπάρχουσες Οδηγίες, με τις οποίες είναι εναρμονισμένοι οι υπό αναφορά νόμοι. Ειδικότερα, με τα υπό αναφορά νομοσχέδια προτείνεται μεταξύ άλλων αριθμός συνεπακόλουθων αλλαγών, οι οποίες κρίνονται απαραίτητες ενόψει της ψήφισης σε νόμο τού υπό συζήτηση περί Υπηρεσιών Πληρωμών νομοσχεδίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, το πρώτο υπό αναφορά νομοσχέδιο προβλέπει ειδικότερα τα ακόλουθα:

1. Τους κανόνες διαφάνειας και τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που πρέπει να τηρούνται σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών.

2. Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο των οργανισμών που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών στη βάση τακτικής απασχόλησης ή επιχειρηματικής δραστηριότητας (τράπεζες, συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, ιδρύματα πληρωμών και παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών πληρωμών) όσο και των χρηστών τους.

3. Τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται από τα υφιστάμενα ιδρύματα πληρωμών και από τα ιδρύματα πληρωμών που αποτελούν νέους φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών, προκειμένου να αποκτήσουν και να διατηρήσουν τη σχετική άδεια λειτουργίας.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι πρόνοιες του νομοσχεδίου εκτείνονται πέραν του πεδίου εφαρμογής που προβλέπει η Οδηγία 2007/64/ΕΚ, καλύπτοντας επιπρόσθετα πράξεις πληρωμής όπου μόνο ο ένας πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είναι εγκατεστημένος εκτός του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου ή/και πράξεις που πραγματοποιούνται σε μη ευρωπαϊκό νόμισμα.

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών, η ανάγκη για επέκταση της εφαρμογής του προτεινόμενου νόμου προκύπτει λόγω του εύρους των εμπορικών σχέσεων της Κύπρου με χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυπριακής παρουσίας στο διεθνή χώρο γενικότερα, καθώς επίσης λόγω της διαμονής και εργασίας οικονομικών μεταναστών στη Δημοκρατία, παράγοντες οι οποίοι δημιουργούν μεγάλο αριθμό πράξεων πληρωμών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ.

Στο στάδιο της συζήτησης των υπό αναφορά νομοσχεδίων εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών ανέφερε ότι, πέρα από τη θέσπιση πρωτογενούς νομοθεσίας και την τροποποίηση των υπό αναφορά νομοθεσιών, κρίνεται αναγκαία και η τροποποίηση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, ώστε να επέλθει πλήρης εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με την υπό αναφορά Οδηγία. Σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, το νομοσχέδιο βρίσκεται στο στάδιο της ετοιμασίας από την εκτελεστική εξουσία.

Ο εκπρόσωπος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ανέφερε ότι, σύμφωνα με τον πρώτο προτεινόμενο νόμο, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου θα είναι η αρμόδια αρχή για την αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών, εξουσία η οποία εμπίπτει στις αρμοδιότητές της για την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών. Ο ίδιος εκπρόσωπος ενημέρωσε την επιτροπή ότι, πέραν της μεταφοράς της υπό αναφορά Οδηγίας στην κυπριακή νομοθεσία, οι διατάξεις της που αφορούν τον ορισμό αρμόδιας αρχής για την αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών θα μεταφερθούν σε Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο στάδιο της εξέτασης των υπό αναφορά νομοσχεδίων από την επιτροπή διαπιστώθηκε, μετά από υπόδειξη των υπηρεσιών της Βουλής, ότι ο Κανονισμός 2560/2001 με τον οποίο εναρμονίζεται ο πρώτος υπό συζήτηση νόμος έχει στο μεταξύ καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 924/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου για τις διασυνοριακές πληρωμές στην Κοινότητα από την 1η Νοεμβρίου 2009.

Υπό το φως της πιο πάνω διαπίστωσης, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού υπέδειξε προς τις αρμόδιες υπηρεσίες ότι θα πρέπει το σχετικό νομοσχέδιο να τροποποιηθεί ανάλογα, ώστε οι πρόνοιές του να εναρμονίζονται με το νεότερο Κανονισμό 924/2009 και όχι με τον καταργηθέντα, με τον οποίο ο υπό συζήτηση νόμος εναρμονίζεται. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ο νεότερος Κανονισμός περιλαμβάνει ευρύτερες πρόνοιες από τον καταργηθέντα και προβλέπει μεταξύ άλλων και για τη θέσπιση κυρώσεων, σε περίπτωση παράβασης ορισμένων διατάξεών του.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, με επιστολή τους ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2009, ενημέρωσαν συναφώς την επιτροπή ότι επιθυμούν την προώθηση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, αφού προσαρμοστεί στο βαθμό που είναι δυνατό, ώστε να αναφέρεται στο νεότερο Κανονισμό, και επιφυλάχθηκαν να προωθήσουν σε εύθετο χρόνο τις αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις, έτσι ώστε να καλυφθούν και οι άλλες πρόνοιες του Κανονισμού 924/2009 που δεν καλύπτονται από το νομοσχέδιο.

Με τη θέση αυτή συμφωνεί και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία απέστειλε σχετική επιστολή, ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2009, στην επιτροπή. Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου εξέφρασαν τη συμφωνία τους αναφορικά με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις.

Επισημαίνεται ότι τα υπό αναφορά νομοσχέδια κατατέθηκαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων στο διάστημα μεταξύ 15 και 22 Οκτωβρίου 2009 και τα κράτη μέλη όφειλαν να μεταφέρουν τις διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας στην εθνική τους νομοθεσία μέχρι την 1η Νοεμβρίου 2009.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιόν της, υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των υπό συζήτηση νομοσχεδίων, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή τους σε νόμους, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί το πρώτο νομοσχέδιο, ώστε οι αναφορές του να συνάδουν με το νεότερο Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 924/2009 σύμφωνα με τα πιο πάνω.

 

10 Νοεμβρίου 2009

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων