Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τους κανονισμούς «Οι περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων (Ενισχύσεις Ήσσονος Σημασίας) Κανονισμοί του 2009»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος Μαρία Κυριακού
Άγγελος Βότσης Μαρίνος Σιζόπουλος
Γιάννος Λαμάρης Νίκος Κουτσού
Αβέρωφ Νεοφύτου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τους πιο πάνω κανονισμούς σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 5 και στις 12 Οκτωβρίου 2009. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων και εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Με τους πιο πάνω κανονισμούς, οι οποίοι εκδίδονται με βάση το άρθρο 25 του περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων Νόμου, σκοπείται η εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο και ειδικότερα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1998/2006 της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2006 αναφορικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1535/2007 της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 2006 αναφορικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis) στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων και με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 875/2007 της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2007 αναφορικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στον τομέα της αλιείας.

Σημειώνεται ότι οι υφιστάμενοι κανονισμοί που αφορούν τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας καταργούνται με την έναρξη της ισχύος των υπό συζήτηση κανονισμών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, οι υπό συζήτηση κανονισμοί ρυθμίζουν τη διαδικασία της χορήγησης ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.

Σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς, ο έλεγχος της τήρησης των ανώτατων ορίων ενισχύσεων ήσσονος σημασίας δύναται να διεξάγεται με:

(α) την τήρηση κεντρικών μητρώων ενισχύσεων ήσσονος σημασίας ή

(β) την εξασφάλιση γραπτών δηλώσεων από τους δικαιούχους σχετικά με τα ποσά ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που έλαβαν κατά τη διάρκεια των τριών (3) προηγούμενων οικονομικών ετών.

Με τους προτεινόμενους κανονισμούς υιοθετείται το σύστημα της εξασφάλισης δηλώσεων από τους δικαιούχους πριν από τη χορήγηση ενίσχυσης ήσσονος σημασίας σε αντικατάσταση της μεθόδου τήρησης κεντρικών μητρώων ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που εφαρμοζόταν μέχρι σήμερα και η τήρηση των οποίων παρουσίαζε πρακτικά προβλήματα.

Στα πλαίσια της συζήτησης των υπό αναφορά κανονισμών, ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων ανέφερε ότι τα ανώτατα όρια των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1998/2006, (ΕΚ) αριθ. 1535/2007 και (ΕΚ) αριθ. 875/2007 εφαρμόζονται σε “επιχειρήσεις” (“undertakings”). Σύμφωνα με ευρεία κοινοτική νομολογία, ο όρος “επιχείρηση” νοείται ως η οικονομική ενότητα (economic unit), έστω και αν από νομική άποψη η οικονομική αυτή ενότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Οι ενισχύσεις de minimis που λαμβάνονται από νομικά ξεχωριστές οντότητες οι οποίες όμως αποτελούν ενιαία οικονομική ενότητα πρέπει να συνυπολογίζονται για σκοπούς τήρησης του ορίου του κανόνα de minimis. Για την ορθή εφαρμογή του κανόνα, οι αρμόδιες αρχές έχουν την ευθύνη να προσδιορίζουν αν οι επιχειρήσεις που αιτούνται ενισχύσεις de minimis είναι μέλη ενός ομίλου εταιρειών ή αποτελούν οικονομική ενότητα με άλλες οντότητες ή είναι νομικώς και χρηματοοικονομικώς αυτοτελείς.

Σημειώνεται ότι με το υφιστάμενο σύστημα της τήρησης κεντρικών μητρώων ελέγχου ενισχύσεων ήσσονος σημασίας οι αρμόδιες αρχές έχουν την αποκλειστική ευθύνη, πριν από τη χορήγηση τέτοιων ενισχύσεων, να διαπιστώνουν κατά πόσο η ενδιαφερόμενη εταιρεία αποτελεί μαζί με άλλες εταιρείες οικονομική ενότητα πριν από την αποστολή των στοιχείων στον έφορο για έλεγχο. Στη συνέχεια ο έφορος έχει την αποκλειστική ευθύνη να ελέγχει κατά πόσο οι δικαιούχοι έχουν λάβει ενισχύσεις de minimis που να μην ξεπερνούν τα ανώτατα όρια των κανονισμών. Η διερεύνηση ωστόσο από τις αρμόδιες αρχές της ύπαρξης ντε φάκτο ελέγχου και οικονομικής ενότητας μεταξύ συνδεόμενων νομικών ή φυσικών προσώπων σε κάθε αίτηση για ενίσχυση de minimis, ανεξαρτήτως του ύψους της αιτούμενης ενίσχυσης, είναι εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα, γεγονός που την καθιστά πρακτικά αδύνατη για χώρες μέλη οι οποίες δε χρησιμοποιούν το σύστημα των γραπτών δηλώσεων, αλλά έχουν συγκροτήσει κεντρικό μητρώο ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, στο οποίο καταχωρούνται όλες οι ενισχύσεις de minimis για κάθε δικαιούχο ξεχωριστά.

Υπό το φως των πιο πάνω, για να μην καταστεί ο κανόνας de minimis πρακτικά ανεφάρμοστος και εφόσον οι κοινοτικοί κανονισμοί de minimis προτείνουν εναλλακτική μέθοδο, κρίθηκε σκόπιμο όπως με τους προτεινόμενους κανονισμούς υιοθετηθεί το απλούστερο και πιο ευέλικτο σύστημα της εξασφάλισης γραπτών δηλώσεων από τους δικαιούχους σε σχέση με το κατά πόσο αποτελούν μέρος μιας οικονομικής ενότητας.

Περαιτέρω, με τους προτεινόμενους κανονισμούς ρυθμίζεται η διαδικασία που θα ακολουθείται από τις αρμόδιες αρχές πριν από τη χορήγηση ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων και αλιείας, η οποία διαλαμβάνει την εξασφάλιση έγκρισης:

(α) του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος και

(β) του Εφόρου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων, αφού αυτός ελέγξει το εθνικό σωρευτικό ποσό που έχει χορηγηθεί υπό μορφή ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στους εν λόγω τομείς σε διάφορες επιχειρήσεις στη Δημοκρατία κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων οικονομικών ετών.

Συναφώς με τα πιο πάνω, οι προτεινόμενοι κανονισμοί ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία χορήγησης ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι δε θα χορηγείται ενίσχυση ήσσονος σημασίας που να υπερβαίνει τα ανώτατα όρια που προβλέπουν οι κοινοτικοί κανονισμοί ήσσονος σημασίας σε οιανδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών. Για το σκοπό αυτό οι αρμόδιες αρχές πριν από τη χορήγηση ενίσχυσης ήσσονος σημασίας θα εξασφαλίζουν από το δικαιούχο γραπτή δήλωση ότι κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών δεν έχει λάβει οποιαδήποτε άλλη ενίσχυση ήσσονος σημασίας ή ότι το σωρευτικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που έλαβε δεν υπερβαίνει τα όρια που καθορίζουν οι σχετικοί κοινοτικοί κανονισμοί.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατά πλειοψηφία του προέδρου και του μέλους της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, του μέλους της βουλευτή της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, καθώς και του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των υπό αναφορά κανονισμών, γι’ αυτό και εισηγείται στη Βουλή την έγκρισή τους.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και το μέλος της βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

19 Οκτωβρίου 2009

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων