Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, αναπλ. πρόεδρος Λευτέρης Χριστοφόρου
Σταύρος Ευαγόρου Μαρία Κυριακού
Γιάννος Λαμάρης Μαρίνος Σιζόπουλος
Αβέρωφ Νεοφύτου Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 22ας Σεπτεμβρίου 2008 και 22ας Ιουνίου 2009. Στις συνεδρίες αυτές κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου και ο γενικός διευθυντής του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), καθώς και εκπρόσωπος του Κυπριακού Συνδέσμου Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΣΕΠΕΥ).

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου για τη ρύθμιση των θεμάτων που αφορούν τη συγκρότηση και λειτουργία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και η περαιτέρω ενδυνάμωση των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών της, ώστε να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία της κατά τη λειτουργία της. Με το ίδιο νομοσχέδιο σκοπείται επίσης η κατάργηση του υφιστάμενου σχετικού νόμου.

Σημειώνεται ότι στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, η οποία καθιδρύθηκε με την υπό κατάργηση νομοθεσία, έχει ανατεθεί η γενική εποπτεία της κεφαλαιαγοράς και των συναλλαγών κινητών αξιών που καταρτίζονται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, κρίνεται σκόπιμη η ενίσχυση των εξουσιών της επιτροπής, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται καλύτερα στις αρμοδιότητες και στις διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις της ως εποπτική αρχή της κεφαλαιαγοράς στην Κύπρο, αλλά και προς τις διεθνείς της υποχρεώσεις έναντι εποπτικών αρχών του εξωτερικού και άλλων διεθνών οργανισμών.

Στο στάδιο της εξέτασης του υπό αναφορά νομοσχεδίου τέθηκαν από τα μέλη της επιτροπής διάφορα ζητήματα και ζητήθηκαν περαιτέρω διευκρινίσεις. Ειδικότερα, συζητήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Η επάρκεια ή μη της υποδομής και της στελέχωσης της υπηρεσίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ενόψει της προτεινόμενης θεσμικής αναθεώρησης του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της. Συναφώς, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δήλωσε ότι η στελέχωση της επιτροπής κρίνεται ικανοποιητική και ότι είναι αναγκαία η πρόσληψη ενός μόνο νέου λειτουργού για κάλυψη των επιπρόσθετων υποχρεώσεων της επιτροπής. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος της εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο έχει ολοκληρωθεί, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι σε θέση σήμερα να επικεντρωθεί στον εποπτικό της ρόλο.

2. Η ανάγκη για συμμετοχή του απλού πολίτη και άλλων φορέων, όπως είναι ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, στη διαμόρφωση θέσεων αναφορικά με τις επενδυτικές δραστηριότητες. Συναφώς, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανέφερε ότι προωθείται η σύσταση Ειδικής Συμβουλευτικής Επιτροπής για σκοπούς εκπαίδευσης του κοινού για τις δραστηριότητες του χρηματοοικονομικού τομέα, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των αρμόδιων αρχών, του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, του Εφόρου Ασφαλίσεων, του Συνδέσμου Καταναλωτών, του Συνδέσμου Επενδυτών και του Πανεπιστημίου Κύπρου. Στόχος της λειτουργίας της εν λόγω συμβουλευτικής επιτροπής είναι η Κύπρος να διασφαλίσει ότι οι πολίτες της είναι καλά ενημερωμένοι για τον τρόπο διαχείρισης των κεφαλαίων τους.

3. Οι προτεινόμενες με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο εξουσίες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου προς συλλογή πληροφοριών, οι οποίες σύμφωνα με τους αρμοδίους κρίνονται απαραίτητες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, και ειδικότερα η εξουσία προς διενέργεια ελέγχων και η εξουσία προς διενέργεια έρευνας. Συγκεκριμένα, τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο οι εξουσίες αυτές είναι συμβατές με τις διατάξεις του άρθρου 17 του συντάγματος, με το οποίο προστατεύεται το απόρρητο της αλληλογραφίας και πάσης άλλης επικοινωνίας. Σχετική γνωμάτευση επί του θέματος κατατέθηκε ενώπιον της επιτροπής από τον εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία οι προτεινόμενες εξουσίες δεν είναι ασύμβατες με το άρθρο 17 του συντάγματος, νοουμένου ότι η πρακτική εφαρμογή τους θα τελεί υπό την επιφύλαξη της υπερισχύσεως του σχετικού άρθρου του συντάγματος. Όπως αναφέρεται σχετικά στην ίδια γνωμάτευση, η εξουσία συλλογής πληροφοριών, η οποία, βάσει των προτεινόμενων ρυθμίσεων, θα χορηγηθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δεν εκτείνεται στη συλλογή κειμένων που συνιστούν αλληλογραφία ή επικοινωνία ούτε το πρόσωπο που υπόκειται στην έρευνα υποχρεούται να παράσχει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τέτοια έγγραφα.

4. Η προτεινόμενη εξουσία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να προβαίνει σε κατάσχεση αρχείων. Συναφώς, οι αρμόδιοι δήλωσαν ότι κατάσχεση θα γίνεται σε περίπτωση μη άμεσης συμμόρφωσης σε αίτημα για προσκόμιση στοιχείων και θα στοχεύει στην παρεμπόδιση αλλοίωσης ή διαγραφής στοιχείων, ενώ η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα υποχρεούται σε επιστροφή στοιχείων που κατάσχονται μετά την περάτωση του σκοπού για τον οποίο κατασχέθηκαν εντός σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία κατάσχεσής τους.

Κατά τη συζήτηση του υπό αναφορά νομοσχεδίου, ο ΚΣΕΠΕΥ υπέβαλε με γραπτό υπόμνημά του διάφορες παρατηρήσεις και εισηγήσεις, προς βελτίωση της προτεινόμενης νομοθεσίας, πολλές από τις οποίες αποδέχτηκε η κυβερνητική πλευρά και ενσωματώθηκαν στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο.

Οι εισηγήσεις αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, ειδικότερα τα ακόλουθα:

1. Την ανάγκη θέσπισης κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου των χρεώσεων και καθορισμού ανώτατου ποσού χρέωσης για την περίπτωση ανάθεσης σε τρίτα πρόσωπα της άσκησης της εξουσίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς είσοδο, έρευνα και συλλογή πληροφοριών.

2. Την υποχρέωση προς εχεμύθεια και τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, ώστε αυτή να εφαρμόζεται και σε τρίτα πρόσωπα στα οποία ανατίθενται από το Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθήκοντα διενέργειας ελέγχου ή έρευνας.

3. Την αναθεώρηση του ύψους των προτεινόμενων διοικητικών προστίμων και την ανάγκη μείωσής τους.

Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών ενημέρωσε την επιτροπή ότι στις 23 Απριλίου 2009 εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κανονισμός ο οποίος αποτελεί μέρος δέσμης προτάσεων για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής κρίσης. Ο υπό αναφορά κανονισμός καθορίζει ένα κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο για την έκδοση αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας, απαντώντας στην ανάγκη για επανάκτηση της εμπιστοσύνης της αγοράς και για ενδυνάμωση της προστασίας των επενδυτών. Ο εν λόγω κανονισμός αναφέρει ότι όλοι οι οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας οι οποίοι επιθυμούν οι αξιολογήσεις τους για πιστοληπτική ικανότητα να χρησιμοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να υποβάλλουν αίτηση για εγγραφή. Οι αιτήσεις θα υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών (CESR) και θα εξετάζονται από την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους προέλευσης (το κράτος στο οποίο ο οργανισμός έχει την έδρα του) μαζί με το Κολέγιο Εποπτικών Αρχών. Το κολέγιο αποτελείται από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των κρατών μελών στον τομέα των κινητών αξιών. Όπως είναι γνωστό, ο εν λόγω κανονισμός τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφαρμόζεται απευθείας σε όλα τα κράτη μέλη από την ημέρα που τίθεται σε ισχύ.

Υπό το φως των πιο πάνω και του γεγονότος ότι η δημοσίευση του κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στα τελικά στάδια, η κυβερνητική πλευρά ζήτησε την ενσωμάτωση σχετικής διάταξης στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται αρμόδια εποπτική αρχή για σκοπούς εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού στην Κύπρο.

Σημειώνεται ότι στο τελικό στάδιο της όλης συζήτησης ο πρόεδρος του ΧΑΚ έθεσε ζήτημα ως προς την έκταση που η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιζητήσει τη θεμελίωση υπαιτιότητας σε θέματα που αφορούν άσκηση αρμοδιότητας από τους αξιωματούχους και τους υπαλλήλους του ΧΑΚ. Συναφώς και αφού το όλο θέμα τέθηκε ενώπιον των κυβερνητικών αρμοδίων, αποφασίσθηκε η ανάγκη τροποποίησης του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, ώστε να εξαιρεθούν οι αξιωματούχοι και οι υπάλληλοι του ΧΑΚ από τη δυνατότητα θεμελίωσης υπαιτιότητας εναντίον τους.

Η επιτροπή, συνοψίζοντας όλα τα σημεία τα οποία τέθηκαν από τις εμπλεκόμενες πλευρές ενώπιόν της σχετικά με τις πρόνοιες του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, προχώρησε σε αναδιαμόρφωσή του σύμφωνα με τις αποφάσεις της. Ειδικότερα, εισηγείται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Τη διαγραφή της προτεινόμενης δημιουργίας θέσης Γενικού Διευθυντή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.

2. Τη διαμόρφωση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, ώστε οι σχετικές πρόνοιες για τις εξουσίες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που αφορούν είσοδο, έρευνα και συλλογή πληροφοριών να συνάδουν με τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 17.

3. Την εξαίρεση των υπαλλήλων και αξιωματούχων του ΧΑΚ από τη δυνατότητα θεμελίωσης υπαιτιότητας και επιβολής διοικητικού προστίμου για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση εξουσίας ή καθήκοντός τους βάσει εφαρμοζόμενης νομοθεσίας.

4. Την αναδιαμόρφωση του ύψους των προτεινόμενων διοικητικών προστίμων.

5. Την ενσωμάτωση των εισηγήσεων του ΚΣΕΠΕΥ οι οποίες έγιναν αποδεκτές από την κυβερνητική πλευρά.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω, κατά πλειοψηφία του αναπληρωτή προέδρου της βουλευτή της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος και των μελών της επιτροπής βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, εισηγείται στην ολομέλεια του σώματος την ψήφιση του υπό αναφορά νομοσχεδίου σε νόμο.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, καθώς και το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

 

24 Ιουνίου 2009

 

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων