Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας για το νομοσχέδιο «Ο περί της Αναγνώρισης Ιδιωτικών Μουσείων και Μουσείων των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διαδικασία και Προϋποθέσεις) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Νίκος Τορναρίτης, πρόεδρος Αθηνά Κυριακίδου
Γεώργιος Τάσου Γιώργος Βαρνάβα
Ανδρέας Θεμιστοκλέους Νίκος Κουτσού
Γιάννος Λαμάρης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από τις 11 Νοεμβρίου 2008 μέχρι τις 12 Μαΐου 2009. Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (Πολιτιστικές Υπηρεσίες), του Τμήματος Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (ΚΟΤ), της Ένωσης Δήμων Κύπρου, της Ένωσης Κοινοτήτων Κύπρου, καθώς και η έφορος του Λεβέντειου Δημοτικού Μουσείου.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η θεσμοθέτηση ρυθμιστικού πλαισίου για την αναγνώριση των ιδιωτικών μουσείων και των μουσείων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης που ήδη λειτουργούν, καθώς και τέτοιων μουσείων τα οποία δυνατόν να ιδρυθούν στο μέλλον με βάση συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με σχετική ενημέρωση, το προτεινόμενο ρυθμιστικό πλαίσιο αναμένεται να συμβάλει στην υιοθέτηση ορθών προτύπων οργάνωσης και υψηλών επιπέδων λειτουργίας και παροχής υπηρεσιών προς το κοινό από τα πιο πάνω αναφερόμενα μουσεία και να δώσει τη δυνατότητα σε αυτά να επωφελούνται των προνοιών ειδικού σχεδίου για παραχώρηση σ’ αυτά κρατικής χορηγίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό μελέτη νομοσχέδιο, καθώς και με όσα δήλωσαν οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ενώπιον της επιτροπής, επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

1. Κατά το 2004 λειτουργούσαν στην ελεύθερη Κύπρο, σύμφωνα με έρευνα-καταγραφή που έγινε από το Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας για λογαριασμό του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, γύρω στα εβδομήντα τέτοια μουσεία, τα οποία τελούσαν υπό την εποπτεία και ευθύνη ιδιωτικών οργανισμών και αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης όπου υπάγονταν. Η εν λόγω έρευνα επιχείρησε να διερευνήσει κατά πόσο ίσχυαν για τα μουσεία αυτά οι απαραίτητες ειδικές συνθήκες και προϋποθέσεις που διασφαλίζουν τόσο την ομαλή λειτουργία τους όσο και την προσφορά υψηλού επιπέδου υπηρεσιών προς τους επισκέπτες τους. Οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την έρευνα αυτή κατέδειξαν τις σοβαρές ελλείψεις και αδυναμίες που παρατηρούνται στο πεδίο λειτουργίας των μουσείων αυτών, ενισχύοντας παράλληλα τη θέση ότι η ανάληψη ρυθμιστικού ρόλου από πλευράς της πολιτείας αποτελεί επιτακτική ανάγκη.

2. Με βάση τα πιο πάνω, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού προχώρησε, διαβουλευόμενο με εκπροσώπους άλλων υπουργείων και δημόσιων οργανισμών, στην επεξεργασία του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου, μέσω του οποίου καθίσταται εφικτή η προώθηση των κατάλληλων μέτρων πολιτικής για ρύθμιση του θέματος.

3. Στον προτεινόμενο νόμο προβλέπεται η δυνατότητα χορήγησης, κατόπιν αίτησης, πιστοποιητικού αναγνώρισης σε ιδιωτικά μουσεία και μουσεία των τοπικών αρχών, νοουμένου ότι θα πληρούνται από την πλευρά των αιτητών οι όροι και οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 του νομοσχεδίου. Αυτοί οι όροι και οι προϋποθέσεις συνδέονται άμεσα τόσο με την ικανότητά τους να προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες προς το κοινό όσο και με την ικανότητά τους να λειτουργούν μέσα σε ορθά οργανωτικά, διοικητικά και διαχειριστικά πλαίσια. Με την αναγνώρισή τους τα μουσεία αυτά υποχρεούνται να καταχωρίζουν στο σχετικό μητρώο τα αντικείμενα της συλλογής τους.

4. Η απόκτηση, μέσω της χορήγησης του σχετικού πιστοποιητικού, του καθεστώτος του αναγνωρισμένου μουσείου παρέχει τη δυνατότητα στο μουσείο να λαμβάνει κρατική χορηγία που θα παραχωρείται σύμφωνα με τους όρους ειδικού σχεδίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 του προτεινόμενου νόμου. Η παραχώρηση της κρατικής αυτής χορηγίας αποσκοπεί στην ενίσχυση των αναπτυξιακών δραστηριοτήτων και των προγραμμάτων των αναγνωρισμένων μουσείων, καθώς και στην περαιτέρω βελτίωση και αναβάθμιση της λειτουργίας τους και των υπηρεσιών που προσφέρονται. Μπορεί επίσης να παραχωρείται από τον υπουργό, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Μουσείων, εφάπαξ κρατική χορηγία σε μουσείο με σκοπό τη μελλοντική αναγνώρισή του.

5. Για σκοπούς εφαρμογής του νέου νόμου που προτείνεται, καθιδρύεται πενταμελής Επιτροπή Μουσείων, που διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο για τετραετή περίοδο. Της Επιτροπής Μουσείων προεδρεύει ο διευθυντής των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ή εκπρόσωπός του και συμμετέχουν ως μέλη ο διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων ή εκπρόσωπός του, ένα μέλος της Κυπριακής Εθνικής Επιτροπής του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων και δύο πρόσωπα με ειδικότητα ή επαγγελματική πείρα σε τομείς σχετικούς με τα μουσεία.

6. Προβλέπεται η τήρηση Μητρώου Αναγνωρισμένων Μουσείων, όπου καταχωρίζονται όλα τα αναγνωρισμένα μουσεία, ενώ παρέχεται η δυνατότητα στον αρμόδιο υπουργό, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Μουσείων, να ανακαλεί πιστοποιητικό αναγνώρισης μουσείου και να το διαγράφει από το σχετικό μητρώο, αν αυτό δεν πληρεί πλέον τις προϋποθέσεις λειτουργίας του. Η διαγραφή εγκεκριμένου μουσείου από το μητρώο ή η ανάκληση του πιστοποιητικού αναγνώρισής του δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

7. Με την ψήφιση του νομοσχεδίου αυτού σε νόμο αναμένεται να ενισχυθεί η θέση και να αναγνωριστεί ο ρόλος που διαδραματίζει το μουσείο στην κοινωνία ως οργανισμός που συμβάλλει σημαντικά στην αναβάθμιση, ανάδειξη, προστασία και προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς. Παράλληλα, καθίσταται δυνατός ο σχεδιασμός και η υλοποίηση στρατηγικής για την εφαρμογή των μέτρων που θα προάγουν τη στοχευμένη ανάπτυξη και ενίσχυση της αειφορίας των μουσείων. Τέλος, με την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο ενισχύεται και συμπληρώνεται η στρατηγική για την αειφόρο τουριστική ανάπτυξη.

Στα πλαίσια της μελέτης του νομοσχεδίου, ηγέρθησαν ενώπιον της επιτροπής διάφορα θέματα για τα οποία ζητήθηκαν επεξηγήσεις από πλευράς του αρμόδιου υπουργείου για πληρέστερη ενημέρωση της επιτροπής.

Επίσης, στα πλαίσια της πιο πάνω μελέτης, η επιτροπή, αφού άκουσε τις απόψεις όλων των εμπλεκόμενων μερών, έκρινε σκόπιμο να εισηγηθεί προς το αρμόδιο υπουργείο να εξετάσει τη δυνατότητα τροποποίησης ή βελτίωσης ορισμένων προνοιών του νομοσχεδίου. Το υπουργείο στη συνέχεια με επιστολή του, ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 2009, παρέθεσε αναλυτικά τις θέσεις του και επεξήγησε σε ποια σημεία συμφωνεί και σε ποια διαφωνεί να επέλθουν αλλαγές, αναλύοντας παράλληλα τους λόγους για τους οποίους διαφωνεί να επέλθουν συγκεκριμένες αλλαγές στις πρόνοιες του νομοσχεδίου.

Με βάση το αποτέλεσμα της συζήτησης ενώπιον της επιτροπής και αφού λήφθηκαν υπόψη οι θέσεις της Νομικής Υπηρεσίας, συμφωνήθηκε να επέλθουν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες βελτιωτικές τροποποιήσεις:

1. Το αναγνωρισμένο μουσείο, στα πλαίσια της υποχρέωσης για ενημέρωση προς τον υπουργό, θα πρέπει να παρέχει παράλληλα και ενημέρωση σε σχέση με οποιεσδήποτε μεταβολές έχουν επέλθει στο περιεχόμενο της συλλογής του.

2. Η ετήσια ενημερωτική έκθεση, την οποία υποχρεούνται να υποβάλλουν στον υπουργό τα αναγνωρισμένα μουσεία κάθε χρόνο, θα υποβάλλεται το αργότερο μέχρι την 30ή Ιουνίου του αμέσως επόμενου έτους, αντί μέχρι την 31η Ιανουαρίου, που προβλεπόταν αρχικά, ώστε να παρέχεται περισσότερος χρόνος για την υποβολή της. Η παροχή περισσότερου χρόνου κρίθηκε αναγκαία, διότι η παράλειψη υποβολής της εν λόγω έκθεσης και της συμμόρφωσης με το άρθρο 8(2) του νομοσχεδίου επιφέρει αυτοδικαίως τη λήξη της ισχύος του πιστοποιητικού αναγνώρισης που χορηγήθηκε στο ιδιωτικό μουσείο.

3. Το Υπουργικό Συμβούλιο θα μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του, να ανακαλεί το διορισμό οποιουδήποτε μέλους της Επιτροπής Μουσείων, χωρίς να απαιτείται, όπως αρχικά προβλεπόταν στο νομοσχέδιο, η γραπτή πρόταση τριών τουλάχιστο μελών της εν λόγω επιτροπής.

4. Η Επιτροπή Μουσείων θα συνέρχεται τουλάχιστον έξι φορές το χρόνο, αντί των τριών, που προβλεπόταν αρχικά στο νομοσχέδιο.

Η εισήγηση του ΚΟΤ για συμμετοχή και εκπροσώπου του στην Επιτροπή Μουσείων δεν έγινε τελικά αποδεκτή, διότι το αρμόδιο υπουργείο, όπως τονίζεται, μεταξύ άλλων, στην πιο πάνω σχετική επιστολή, διαφωνεί με την εν λόγω εισήγηση. Το αρμόδιο υπουργείο έχει ειδικότερα την άποψη ότι με βάση τις αρμοδιότητες της εν λόγω επιτροπής, όπως προβλέπονται στο άρθρο 12 του νομοσχεδίου, δεν προκύπτει η ανάγκη για συμμετοχή οποιωνδήποτε άλλων εκπροσώπων στη σύνθεσή της.

Επίσης, στα πλαίσια της όλης συζήτησης ηγέρθη το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε να διαγραφούν από το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, που αναφέρεται στην παροχή της κρατικής χορηγίας, οι λέξεις “δύναται να”, ώστε, με βάση την επαναδιατύπωση του επίμαχου άρθρου, το αναγνωρισμένο μουσείο να τυγχάνει υποχρεωτικά κρατικής χορηγίας. Συναφώς, το αρμόδιο υπουργείο, τόσο γραπτώς όσο και προφορικά, δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι διαφωνεί με την εν λόγω τροποποίηση, διότι μια τέτοια αλλαγή θα καθιστά πλέον υποχρεωτική την παραχώρηση κρατικής χορηγίας στα αναγνωρισμένα μουσεία και θα δημιουργεί δέσμευση στον κρατικό προϋπολογισμό για διενέργεια δαπάνης. Επιπρόσθετα, η διαφοροποίηση αυτή εξουδετερώνει τους σκοπούς και τα κίνητρα στα οποία στοχεύει το ειδικό σχέδιο παραχώρησης κρατικής χορηγίας, που είναι η προώθηση συγκεκριμένων αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, έργων και προγραμμάτων για την περαιτέρω βελτίωση και ενίσχυση της λειτουργίας των αναγνωρισμένων μουσείων. Για τους λόγους αυτούς η επιτροπή, υιοθετώντας την πιο πάνω θέση του υπουργείου, δεν επέφερε οποιεσδήποτε αλλαγές στο άρθρο 10 του νομοσχεδίου.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου αυτού, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί με βάση τα πιο πάνω.

19 Μαΐου 2009

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων