Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τους κανονισμούς «Οι περί Αστυνομίας (Γενικοί) (Τροποποιητικοί) (Αρ. 3) Κανονισμοί του 2009» και «Οι περί Αστυνομίας (Γενικοί) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2009»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Άριστος Αριστοτέλους
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών εξέτασε τους υπό αναφορά κανονισμούς σε αρκετές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 19 Φεβρουαρίου και 7 Μαΐου 2009. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων για τους πρώτους υπό αναφορά κανονισμούς, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο γενικός διευθυντής και εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, εκπρόσωποι της αστυνομίας, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Συνδέσμου Ανώτερων Αξιωματικών Αστυνομίας Κύπρου και του Συνδέσμου Αστυνομίας Κύπρου. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων για τους δεύτερους υπό αναφορά κανονισμούς, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της αστυνομίας, του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ), του Συνδέσμου Ανώτερων Αξιωματικών Αστυνομίας Κύπρου και του Συνδέσμου Αστυνομίας Κύπρου.

Σκοπός των πρώτων κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 13 του περί Αστυνομίας Νόμου, είναι η τροποποίηση του Κανονισμού 14 των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών, ώστε το επίδομα αναπληρωματικού διορισμού μέλους της αστυνομίας που διορίζεται ή διορίστηκε για να εκτελεί αναπληρωματικά τα καθήκοντα ανώτερου βαθμού να ισούται με το 1/3 του ποσού της εκάστοτε ετήσιας προσαύξησης, περιλαμβανομένων των γενικών αυξήσεων και τιμαριθμικών επιδομάτων, του βαθμού στον οποίo γίνεται ο αναπληρωματικός διορισμός.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η υφιστάμενη ρύθμιση του Κανονισμού 14 συμφωνήθηκε και εγκρίθηκε το 2004 με σκοπό να διασαφηνιστεί ότι θα συνεχιζόταν η εφαρμογή της σχετικής ρύθμισης που τέθηκε το 1984 και η οποία εκ παραδρομής δεν περιλήφθηκε σε μεταγενέστερη τροποποίηση το 1989. Ωστόσο, η θέση σε ισχύ της ισχύουσας ρύθμισης του 2004 συνέπεσε χρονικά με την ενσωμάτωση του τιμαριθμικού επιδόματος στους βασικούς μισθούς, με αποτέλεσμα οι πρόνοιες του Κανονισμού 14 να μην ανταποκρίνονται στα συμφωνηθέντα σε σχέση με το επίδομα αναπληρωματικού διορισμού, γι’ αυτό και κρίθηκε αναγκαία η προτεινόμενη τροποποίηση.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής, οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Ανώτερων Αξιωματικών Αστυνομίας Κύπρου και του Συνδέσμου Αστυνομίας Κύπρου εξέφρασαν, τόσο προφορικά όσο και γραπτά, τη διαφωνία τους σε σχέση με την προτεινόμενη τροποποίηση. Ειδικότερα, οι ίδιοι δήλωσαν ότι οι πρόνοιες του Κανονισμού 14 θα πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, δηλαδή το επίδομα αναπληρωματικού διορισμού να ισούται με το ποσό μιας ετήσιας προσαύξησης της κλίμακας του βαθμού στον οποίο γίνεται ο αναπληρωματικός διορισμός, αλλά επιπρόσθετα, να συμπεριληφθεί πρόνοια στον πιο πάνω κανονισμό, σύμφωνα με την οποία, στο επίδομα να συμπεριλαμβάνονται οι γενικές αυξήσεις και τα τιμαριθμικά επιδόματα του αναπληρωματικού διορισμού του βαθμού στον οποίο διορίζεται το μέλος.

Σε σχέση με τα πιο πάνω, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, σε σχετική επιστολή του προς την επιτροπή, αναφέρει ότι η προτεινόμενη τροποποίηση κρίνεται αναγκαία, ώστε να αποκατασταθεί η παραδοξότητα που προέκυψε το 2004 με την ενσωμάτωση του τιμαριθμικού επιδόματος στους βασικούς μισθούς και στις προσαυξήσεις, που είχε ως αποτέλεσμα τον υπερτριπλασιασμό του ύψους του επιδόματος αυτού. Περαιτέρω, στην πιο πάνω επιστολή αναφέρεται ότι, σε περίπτωση που οι σύνδεσμοι της αστυνομίας έχουν οποιοδήποτε αίτημα σε σχέση με το ύψος του επιδόματος αναπληρωματικού διορισμού, αυτό θα πρέπει να υποβληθεί στη Μικτή Επιτροπή Προσωπικού Αστυνομίας, για να ακολουθηθούν οι καθιερωμένες διαδικασίες.

Σκοπός των δεύτερων κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 13 του περί Αστυνομίας Νόμου, είναι η εξίσωση των μελών της αστυνομίας με τους υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε ό,τι αφορά την εργοδότησή τους σε διεθνείς οργανισμούς.

Ειδικότερα, οι προτεινόμενοι κανονισμοί προνοούν τα ακόλουθα:

1. Άδεια απουσίας χωρίς απολαβές, είτε για λόγους δημόσιου συμφέροντος είτε όχι, μπορεί να παραχωρηθεί σε μέλος της αστυνομίας, σύμφωνα με τους ίδιους όρους που διέπουν τη χορήγηση άδειας απουσίας χωρίς απολαβές σε μέλη της δημόσιας υπηρεσίας.

2. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να παραχωρεί σε μέλος της αστυνομίας άδεια απουσίας χωρίς απολαβές όχι για λόγους δημόσιου συμφέροντος αλλά για υπηρεσία στην Ευρωπόλ για περίοδο μέχρι τέσσερα έτη.

3. Η άδεια απουσίας μπορεί να μετατρέπεται σε άδεια απουσίας χωρίς απολαβές για λόγους δημόσιου συμφέροντος, εφόσον κατά την περίοδο της απουσίας του το μέλος της αστυνομίας συνεισφέρει στο Ταμείο Συντάξεων ποσοστό 25% των εκάστοτε συντάξιμων απολαβών του.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής, οι εκπρόσωποι της αστυνομίας εισηγήθηκαν την τροποποίηση του κειμένου των προτεινόμενων κανονισμών, ώστε αυτό να προβλέπει τα ακόλουθα:

1. Τη δυνατότητα παραχώρησης από το Υπουργικό Συμβούλιο άδειας απουσίας χωρίς απολαβές όχι για λόγους δημόσιου συμφέροντος αλλά για υπηρεσία μέλους της αστυνομίας σε ευρωπαϊκούς ή διεθνείς οργανισμούς και όχι μόνο στην Ευρωπόλ, όπως προτείνεται, για περίοδο μέχρι πέντε έτη και με δυνατότητα ανανέωσης της περιόδου αυτής μέχρι άλλα πέντε έτη, αφού σε ορισμένους από τους οργανισμούς αυτούς η εν λόγω περίοδος υπερβαίνει τα τέσσερα έτη.

2. Τη διατήρηση του δικαιώματος προαγωγής μέλους της αστυνομίας κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του σε ευρωπαϊκούς ή διεθνείς οργανισμούς.

Στα πλαίσια περαιτέρω συζήτησης, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως συμφώνησε με τις πιο πάνω εισηγήσεις της αστυνομίας.

Στη βάση των πιο πάνω, η επιτροπή, για σκοπούς πληρέστερης ενημέρωσής της και προτού διαμορφώσει τελική άποψη σε σχέση με τους υπό συζήτηση κανονισμούς, ενέγραψε και εξέτασε αυτεπάγγελτα θέμα αναφορικά με την παραχώρηση σε δημόσιους υπαλλήλους άδειας απουσίας χωρίς απολαβές για υπηρεσία σε διεθνείς οργανισμούς και σε θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης εξέτασης του πιο πάνω θέματος από την επιτροπή, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και ο διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Σε ό,τι αφορά την παραχώρηση άδειας απουσίας χωρίς απολαβές για σκοπούς απασχόλησης σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Κανονισμός 20 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Χορήγηση Αδειών) Κανονισμών προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι άδεια απουσίας χωρίς απολαβές, είτε για λόγους δημόσιου συμφέροντος είτε όχι, μπορεί να παραχωρηθεί σε υπάλληλο σύμφωνα με διατάξεις που καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, άδεια απουσίας χωρίς απολαβές όχι για λόγους δημόσιου συμφέροντος μπορεί να παραχωρείται για υπηρεσία σε διεθνείς οργανισμούς ή ξένες κυβερνήσεις μέχρι δύο χρόνια κατ’ ανώτατο όριο. Περαιτέρω, η εν λόγω άδεια θα θεωρείται ως να ήταν άδεια απουσίας για λόγους δημόσιου συμφέροντος με διασφάλιση όλων των ωφελημάτων που, με βάση τη νομοθεσία, αυτό συνεπάγεται, εφόσον κατά την περίοδο της απουσίας τους οι υπάλληλοι θα συνεισφέρουν στο Ταμείο Συντάξεων ποσοστό 25% των εκάστοτε συντάξιμων απολαβών τους, δηλαδή θα θεωρείται ως συντάξιμη αλλά και ως πραγματική υπηρεσία για σκοπούς προαγωγής και για σκοπούς χορήγησης προσαυξήσεων.

2. Σε σχέση με την πρόσληψη δημόσιων υπαλλήλων σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης η πρακτική που ακολουθείται από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θεωρήθηκε ότι αυτή θα μπορούσε ως προς το θέμα παραχώρησης στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους άδειας απουσίας χωρίς απολαβές για κάποιο χρονικό διάστημα να αποτελέσει τη βάση διαμόρφωσης πολιτικής και στην περίπτωση της Κύπρου. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Οικονομικών έκρινε σκόπιμο όπως για σκοπούς διευκόλυνσης των υπαλλήλων αυτών στη λήψη απόφασης για αποδοχή της προσφοράς διορισμού τους, τους παρέχεται η δυνατότητα να διατηρούν τη θέση τους στη δημόσια υπηρεσία της Κύπρου για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο αποφασίσουν έγκαιρα να επιστρέψουν στη θέση τους στη δημόσια υπηρεσία, να μπορούν να το πράξουν.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι νόμοι και οι κανονισμοί που ισχύουν στη δημόσια υπηρεσία δεν προβλέπουν, ειδικά μέχρι στιγμής, την παραχώρηση άδειας απουσίας χωρίς απολαβές στις περιπτώσεις απασχόλησης δημόσιων υπαλλήλων που εξασφαλίζουν μόνιμο επί δοκιμασία διορισμό σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεδομένου ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς και τις διαδικασίες που ισχύουν για τους διορισμούς σε μόνιμες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καθοριστεί μια περίοδος δοκιμασίας εννέα μηνών μετά την οποία γίνεται η επικύρωση του διορισμού στη θέση, το Υπουργικό Συμβούλιο καθιέρωσε την πρακτική/πολιτική η οποία ακολουθείται σήμερα, όπως σε δημόσιους υπαλλήλους που εξασφαλίζουν μόνιμο επί δοκιμασία διορισμό σε θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραχωρείται άδεια απουσίας χωρίς απολαβές όχι για λόγους δημοσίου συμφέροντος για περίοδο εννέα μηνών μόνο.

Σημειώνεται ότι κάθε σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για τις περιπτώσεις αυτές διαλαμβάνει ρητά ότι η εν λόγω άδεια θα είναι όχι για λόγους δημόσιου συμφέροντος και ότι θα μπορεί να θεωρείται ως να ήταν άδεια για λόγους δημόσιου συμφέροντος, με διασφάλιση όλων των ωφελημάτων για τους υπαλλήλους που, με βάση τη νομοθεσία, αυτό συνεπάγεται, εφόσον κατά την περίοδο της απουσίας τους οι υπάλληλοι θα συνεισφέρουν στο Ταμείο Συντάξεων ποσοστό 25% των εκάστοτε συντάξιμων απολαβών τους.

Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω διαλαμβάνονται σε σχετικό ενημερωτικό σημείωμα που κατέθεσε στην επιτροπή ο διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών.

Η επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε το κείμενο των υπό αναφορά κανονισμών, ώστε σ’ αυτό να διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα:

1. Το Υπουργικό Συμβούλιο να δύναται να παραχωρεί σε μέλος της αστυνομίας άδεια απουσίας χωρίς απολαβές όχι για λόγους δημόσιου συμφέροντος αλλά για υπηρεσία σε ευρωπαϊκούς, διεθνείς ή περιφερειακούς οργανισμούς για χρονική περίοδο μέχρι πέντε έτη, η οποία δύναται να παραταθεί μέχρι άλλα πέντε έτη.

2. Στις περιπτώσεις παραχώρησης άδειας απουσίας για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή στις περιπτώσεις μετατροπής της άδειας ως άδειας για λόγους δημόσιου συμφέροντος, νοουμένου ότι κατά την περίοδο της απουσίας του το μέλος της αστυνομίας συνεισφέρει σε ποσοστό 25% των εκάστοτε συντάξιμων απολαβών του στο Ταμείο Συντάξεων, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του μέλους της αστυνομίας για αξιολόγηση για σκοπούς προαγωγής.

Στη βάση των πιο πάνω η επιτροπή συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των υπό συζήτηση πρώτων κανονισμών, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την έγκρισή τους, όπως αυτοί έχουν κατατεθεί από την εκτελεστική εξουσία.

Περαιτέρω, η επιτροπή ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την έγκριση του διαμορφωμένου κειμένου των υπό συζήτηση δεύτερων κανονισμών στη βάση των πιο πάνω.

Σημειώνεται ότι η επιτροπή, για νομοτεχνικούς λόγους, ενοποίησε το κείμενο των δύο υπό συζήτηση κανονισμών.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την έγκριση του ενοποιημένου κειμένου των κανονισμών στη βάση των πιο πάνω, που στο εξής θα αναφέρονται ως «Οι περί Αστυνομίας (Γενικοί) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2009».

 

 

 

12 Μαΐου 2009

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων