Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2009»

Παρόντες:

Αντιγόνη Παπαδοπούλου, πρόεδρος Αβέρωφ Νεοφύτου
Νικόλας Παπαδόπουλος Μαρία Κυριακού
Σταύρος Ευαγόρου Μαρίνος Σιζόπουλος
Γιάννος Λαμάρης Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 27 Απριλίου και στις 4 Μαΐου 2009, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 9 Απριλίου 2009 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής παρευρέθηκαν ο Υπουργός Οικονομικών και ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και η Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, ώστε να υπαχθούν στο μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ 5% οι υπηρεσίες εστιατορίου και άλλες παρόμοιες υπηρεσίες επισιτισμού, εξαιρουμένης της διάθεσης οινοπνευματωδών ποτών, μπίρας και κρασιού.

Σημειώνεται ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει ήδη ψηφίσει πρόσφατα νόμο για τη μείωση του ΦΠΑ από 8% σε 5% [Ο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2009], η οποία καλύπτει τη διαμονή σε ξενοδοχεία και τουριστικά καταλύματα, καθώς και οποιαδήποτε ενιαία παροχή υπηρεσιών που περιλαμβάνει διαμονή στο ξενοδοχείο με πρόγευμα, ημιδιατροφή και πλήρη διατροφή ή και άλλες παρεχόμενες δραστηριότητες επισιτισμού, περιλαμβανομένων των οινοπνευματωδών ποτών, μπίρας και κρασιού, καλύπτοντας έτσι όλο το λεγόμενο “τουριστικό πακέτο”.

Με τον αναπεμφθέντα νόμο, όπως αναφέρεται πιο πάνω, σκοπείται η επέκταση της μείωσης του συντελεστή ΦΠΑ στο 5% και για τις υπηρεσίες εστιατορίου και άλλες παρόμοιες υπηρεσίες επισιτισμού, εξαιρουμένης της διάθεσης οινοπνευματωδών ποτών, μπίρας και κρασιού.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 23 Απριλίου 2009, είναι οι ακόλουθοι:

1. Ο καθορισμός του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ ως ποσοστού της βάσης επιβολής του φόρου, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 5%, εμπίπτει ορθολογιστικά στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία αποφασίζει σε κάθε περίπτωση, κατόπιν δέουσας μελέτης, όσον αφορά μεταξύ άλλων και το δημοσιονομικό κόστος.

2. Ο αναπεμπόμενος νόμος θεσπίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 80.2 του συντάγματος και συνεπάγεται μείωση των υπό του προϋπολογισμού προβλεπόμενων εσόδων.

3. Στις 2 Απριλίου 2009 η Βουλή των Αντιπροσώπων, αφού επανεξέτασε, ύστερα από σχετική αναπομπή που έγινε στις 23 Μαρτίου 2009, τον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τροποποιητικό) Νόμο του 2009, αποφάσισε να μην εμμείνει σε προηγούμενη απόφασή της, ημερομηνίας 5 Μαρτίου 2009, και να δεχθεί τη σχετική αναπομπή, διαμορφώνοντας ανάλογα το κείμενο του νόμου. Στην έκθεσή της για τον αναπεμφθέντα νόμο η αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού αναφέρει ότι, αφού έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε να εισηγηθεί στη Βουλή την αποδοχή της αναπομπής και επαναθέσπιση του αναπεμφθέντος νόμου, αφού τούτος διαμορφώθηκε ανάλογα, ως η εισήγηση της εκτελεστικής εξουσίας.

Με τον αναπεμπόμενο όμως, με την παρούσα αναπομπή, νόμο ουσιαστικά εισάγονται στον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμο διατάξεις αντίστοιχες με εκείνες στην επαναψήφιση των οποίων η Βουλή αποδέχθηκε να μην εμμείνει και να προχωρήσει στην από κοινού με την εκτελεστική εξουσία διαμόρφωση του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2009.

4. Τα προϋπολογιζόμενα στον περί Προϋπολογισμού Νόμο έσοδα δεν ψηφίζονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά βασίζονται πάνω σε ισχύουσα νομοθεσία ή νομοσχέδια που είχαν ήδη υποβληθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων και συνακόλουθα η όποια ανατροπή της οικονομικής ισορροπίας του προϋπολογισμού, του οποίου τα έσοδα, επαναλαμβάνω, δεν ψηφίζονται, επηρεάζει το αναπτυξιακό και κοινωνικό πρόγραμμα της κυβέρνησης και τις ήδη ανειλημμένες διεθνείς υποχρεώσεις της και δεσμεύσεις της έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως για παράδειγμα τα κριτήρια του Μάαστριχτ, τα οποία υιοθέτησε η Κυπριακή Δημοκρατία με την ένταξή της στην ΟΝΕ.

5. Με την προσθήκη από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της νέας παραγράφου (14) στον Πίνακα Β του Πέμπτου Παραρτήματος του βασικού νόμου, επεκτείνεται η εφαρμογή του νόμου και σε υπηρεσίες εστιατορίου και άλλες παρόμοιες υπηρεσίες επισιτισμού, εξαιρουμένης της διάθεσης οινοπνευματωδών ποτών, μπίρας και κρασιού, πρόνοια την οποία η Βουλή είχε αποδεχθεί να μην επαναψηφίσει κατά την εξέταση της αναπομπής του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2009, για τους λόγους που εμφαίνονται στη σχετική έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού, ημερομηνίας 31ης Μαρτίου 2009.

6. Σκοπός των προτεινόμενων τροποποιήσεων ήταν η στήριξη της τουριστικής βιομηχανίας, με τη μείωση της δαπάνης για διαμονή σε οποιαδήποτε ξενοδοχεία κ.λπ., ώστε να καταστεί η Κύπρος ελκυστικός προορισμός, λαμβανομένου υπόψη του ανταγωνισμού που υφίσταται σήμερα ιδιαίτερα λόγω της παρατηρούμενης διεθνώς οικονομικής ύφεσης.

Με βάση την ευρωπαϊκή νομοθεσία, δεν υπάρχει καμιά ασφαλιστική δικλίδα που να διασφαλίζει ότι η μείωση του ΦΠΑ θα αποβεί προς όφελος του καταναλωτή, ιδιαίτερα γιατί η τιμή του τουριστικού πακέτου είναι προκαθορισμένη και συμφωνείται μέσω τουριστικού πράκτορα. Συνακόλουθα, με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, ενώ μειώνονται τα έσοδα του κράτους, δε διασφαλίζεται ότι το όφελος από τη μείωση αυτή θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές.

Στα πλαίσια της επανεξέτασης του θέματος, ο Υπουργός Οικονομικών ανέπτυξε ενώπιον της επιτροπής τους λόγους της αναπομπής του νόμου, επισημαίνοντας ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η στήριξη της πραγματικής οικονομίας και της τουριστικής βιομηχανίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης με τη λήψη στοχευμένων μέτρων, τα οποία περιλαμβάνουν πακέτο στήριξης του τουρισμού ύψους €50 εκατομ., μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στη διαμονή και το τουριστικό πακέτο, καθώς και αναστολή της καταβολής τελών διανυκτέρευσης και τελών αεροδρομίων.

Όπως ανέφερε ο ίδιος, θεωρεί ότι το εν λόγω μέτρο που προτείνεται με τον αναπεμφθέντα νόμο είναι λανθασμένο, καθ’ ότι ξεφεύγει από τον αρχικό στόχο της κυβέρνησης, την τόνωση της τουριστικής βιομηχανίας.

Επιπρόσθετα, όπως ανέφερε ο υπουργός, δημιουργείται και ένα σοβαρό θεσμικό ζήτημα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ίδιο, αν γίνει αποδεκτό ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων θα μπορεί, καλόπιστα, να μειώνει τα έσοδα του κράτους, τότε αποδυναμώνεται η δυνατότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να ασκεί ικανοποιητική και αποτελεσματική πολιτική, εφόσον θα είναι δυνατό να ανατρέπεται η δημοσιονομική πολιτική του κράτους, καθώς και οποιοσδήποτε προγραμματισμός της κυβέρνησης, ο οποίος στηρίζεται σε συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα. Ως ακραίο παράδειγμα ανέφερε ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων θα μπορεί ακόμη και να μηδενίζει τα έσοδα του κράτους.

Επιπρόσθετα, όπως ανέφερε ο Υπουργός Οικονομικών, μόνο η Μεγάλη Βρετανία από τις είκοσι επτά χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποίησε τη μείωση του ΦΠΑ για ενίσχυση της οικονομίας χωρίς μάλιστα ιδιαίτερη επιτυχία. Στην τεράστια πλειοψηφία τους οι υπουργοί των χωρών μελών έχουν την άποψη ότι αυτό δεν είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο. Τα δημόσια οικονομικά, όπως ανέφερε ο ίδιος, έχουν υποστεί τεράστια διάβρωση λόγω της οικονομικής κρίσης και θα ήταν μεγάλο λάθος να ληφθούν μέτρα που οδηγούν σε περαιτέρω μείωση των φόρων. Εξέφρασε επίσης ανησυχία για το κατά πόσο η επέκταση του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ θα έχει ως τελικό αποδέκτη τον καταναλωτή και ότι δε θα επωφεληθούν απλώς οι εστιάτορες, δηλώνοντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ δύσκολο να ελεγχθεί.

Με τη θέση αυτή συμφώνησε και η Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, η οποία δήλωσε ότι είναι αδύνατο, για πρακτικούς λόγους, να ελεγχθεί η εφαρμογή του μέτρου αυτού και ότι δεν υπάρχει τρόπος να διασφαλιστεί ότι τελικά θα αποβεί προς όφελος του καταναλωτή.

Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αναλύοντας τη νομική πτυχή του θέματος, ανέφερε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το κατά πόσο η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει το δικαίωμα να μειώνει τα έσοδα του κράτους. Όπως ανέφερε ο ίδιος, μέσα από το άρθρο 80.2 του συντάγματος, στο οποίο προνοείται ότι ουδεμία πρόταση νόμου η οποία συνεπάγεται αύξηση των εξόδων που προβλέπονται στον προϋπολογισμό δύναται να υποβληθεί από βουλευτή, διατυπώνεται η αρχή ότι θα πρέπει η εκτελεστική εξουσία να έχει τη δυνατότητα υλοποίησης της δημοσιονομικής της πολιτικής.

Περαιτέρω, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε ότι στο γαλλικό και ελληνικό δίκαιο, των οποίων το πνεύμα ακολουθούμε, διασφαλίζεται σαφώς, με τη χρήση του διαζευκτικού “ή”, ότι απαγορεύεται η αύξηση των εξόδων ή η μείωση των εσόδων. Κατά τον ίδιο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας αυτό θεωρείται αυτονόητο και εξέφρασε συναφώς την εκτίμηση ότι ο αναπεμφθείς νόμος συγκρούεται με το άρθρο 80.2 του συντάγματος. Περαιτέρω, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε ότι θα πρέπει η εκτελεστική εξουσία, στην οποία ανήκει και η εκτέλεση των προγραμμάτων, σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, να είναι σε θέση να τα υλοποιήσει. Η μείωση των εσόδων της κυβέρνησης θα αποτελούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, ωρολογιακή βόμβα επί των θεμελίων της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας.

Η πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής, αφού άκουσαν τις απόψεις του Υπουργού Οικονομικών και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, προχώρησαν στις ακόλουθες θέσεις και εκτιμήσεις:

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις εξέφρασαν τη συμφωνία τους με τους λόγους της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με ημερομηνία 23 Απριλίου 2009, και όπως εκτέθηκαν στη συνέχεια αναλυτικά από τον Υπουργό Οικονομικών και το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ενώπιον της επιτροπής. Οι πιο πάνω βουλευτές, υιοθετώντας τόσο τους νομικούς όσο και τους πολιτικούς λόγους που προβλήθηκαν, δήλωσαν επίσης ότι η παρέμβαση με τόσο έντονο τρόπο στη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης επηρεάζει την υλοποίηση των στόχων και προγραμμάτων της, αποστερώντας έτσι από το κράτος κάποια έσοδα τα οποία θα εισπράττονταν και θα μπορούσε να αξιοποιηθούν προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, εκφράζοντας τη θέση της ομάδας τους, ανέφεραν ότι σε καμιά περίπτωση το νομοθετικό σώμα δε θα ήθελε να υπονομεύσει την οικονομία και την εκάστοτε κυβέρνηση. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τους ιδίους, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, όταν παρουσιάστηκε στην επιτροπή, στα πλαίσια της συζήτησης της προηγηθείσας αναπομπής, δεν τοποθετήθηκε σαφώς στο συγκεκριμένο ερώτημα, του κατά πόσο η μείωση των εσόδων είναι συνταγματικά επιτρεπτή ή όχι, αναφέροντας ότι κάτι τέτοιο δεν έχει κριθεί ακόμη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως ειδικότερα επισήμαναν, οι ίδιοι θεωρούν ότι η προτεινόμενη ρύθμιση εμπίπτει εντός των συνταγματικών πλαισίων, εφόσον δεν προβλέπεται η απαγόρευση της μείωσης των εσόδων στο σύνταγμα ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να απαγορεύει στη Βουλή των Αντιπροσώπων να προβαίνει σε ψήφιση πρότασης νόμου που να μειώνει τα έσοδα του κράτους. Οι ίδιοι βουλευτές δήλωσαν ότι, αν τελικά ο αναπεμφθείς νόμος δεν τεθεί σε εφαρμογή, τότε θα υπάρξει άνιση μεταχείριση σε βάρος μιας ομάδας πολιτών, εφόσον δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός και διάκριση σε βάρος των εστιατορίων και υπέρ των ξενοδοχειακών μονάδων, οι οποίες θα επωφελούνται του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ. Κάτι τέτοιο, πρόσθεσαν, συγκρούεται με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και η πρόταση νόμου, όπως ανέφεραν οι ίδιοι, κατατέθηκε ακριβώς με στόχο να αποφευχθεί κάτι τέτοιο.

Η πρόεδρος και το μέλος της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος ανέφεραν ότι είναι απόλυτα σεβαστές οι θέσεις της κυβέρνησης επί του θέματος, αλλά, κατά την άποψή τους, η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι συνταγματική, εφόσον δεν προκαλεί αύξηση των δαπανών, κάτι που απαγορεύεται ρητά από το σύνταγμα.

Επιπρόσθετα, δήλωσαν ότι κανένα στοιχείο δεν έχει κατατεθεί μέχρι σήμερα που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρόταση νόμου που ψηφίστηκε σε νόμο θα προκαλέσει οποιαδήποτε έμμεση αύξηση των δαπανών.

Ανέφεραν επίσης ότι, κατά την άποψή τους, η Βουλή έχει το δικαίωμα να μειώσει τα έσοδα του κράτους, ως μέτρο ισότητας ξενοδόχων και αυτών που καλύπτει ο υπό αναφορά νόμος, αλλά και προς ίση μεταχείριση τουριστών και Κυπρίων πολιτών. Το θέμα άλλωστε είναι περισσότερο πολιτικό και όχι νομικό. Εντούτοις, παραμένει σεβαστό το επιχείρημα ότι μπορεί κάτι τέτοιο να προκαλέσει κάποια προβλήματα στον προγραμματισμό της κυβέρνησης.

Τέλος, οι ίδιοι βουλευτές υποστήριξαν ότι τη μετακύλιση του οφέλους από τη μείωση του ΦΠΑ στους καταναλωτές θα τη διασφαλίσει η αρχή του ανταγωνισμού, εφόσον ο καταναλωτής θα μπορεί να συγκρίνει τις τιμές μεταξύ παρόμοιων προϊόντων και να επιλέγει ανάλογα.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, στηρίζοντας το νόμο όπως έχει ψηφιστεί, ανέφερε ότι αυτός συνάδει και με το πνεύμα της απόφασης της Συνόδου Κορυφής του Μαρτίου, με την οποία παρέχεται στις χώρες μέλη το δικαίωμα για εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στις υπηρεσίες εστιατορίων για σκοπούς εκτόνωσης της οικονομικής κρίσης. Δήλωσε επίσης ότι σε προηγούμενες περιπτώσεις όπου μειώθηκαν φορολογίες δεν υπήρξε αρνητικό αλλά θετικό αποτέλεσμα επί των εσόδων της κυβέρνησης.

Επιπρόσθετα, ο ίδιος βουλευτής ανέφερε ότι δε θεωρεί τη μείωση φορολογικών συντελεστών αντισυνταγματική, εφόσον αυτό δεν προβλέπεται ρητά από το σύνταγμα και ότι για το θέμα θα λάβει απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον ο νόμος παραπεμφθεί με αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας για εκδίκαση.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κόμματος ανέφερε ότι το συγκεκριμένο μέτρο που προτείνεται συνιστά ένα ξεχωριστό μέτρο που δεν αφορά τον προϋπολογισμό. Η λογική πίσω από αυτό, όπως δήλωσε, δεν είναι η μείωση των εσόδων του κράτους, αλλά η συμπερίληψη και συνεπακόλουθα η στήριξη μιας ακόμα ομάδας πληθυσμού. Η διαφωνία με την κυβέρνηση βρίσκεται συναφώς στην έκταση της εφαρμογής του συγκεκριμένου μέτρου. Επιπρόσθετα, όπως ανέφερε ο ίδιος, εντοπίζεται μια ουσιαστική διαφορά στην ερμηνεία του συντάγματος και ο μόνος που μπορεί να επιλύσει το θέμα είναι το Ανώτατο Δικαστήριο.

Υπό το φως των πιο πάνω απόψεων που εκφράστηκαν από τις διάφορες πλευρές, η πρόεδρος της επιτροπής δήλωσε ότι το θέμα συζητήθηκε εκτενέστατα και η συζήτησή του ενώπιον της επιτροπής ολοκληρώθηκε με την καταγραφή όλων των πιο πάνω θέσεων. Διαπιστώνοντας την ύπαρξη διάστασης απόψεων, κυρίως όσον αφορά την ερμηνεία του συντάγματος, ανέφερε ότι υπάρχουν οι διαδικασίες ελέγχου της συνταγματικότητας. Η πρόεδρος της επιτροπής δήλωσε επίσης ότι η επιτροπή είναι πρόθυμη να εξετάσει οποιαδήποτε συναινετική λύση θα μπορούσε να προταθεί από την κυβέρνηση εντός βέβαια της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών, η οποία καθορίζεται από το σύνταγμα ως περίοδος εξέτασης αναπεμφθέντος νόμου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι καμιά συναινετική πρόταση δεν υποβλήθηκε στη συνέχεια στην επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού από την εκτελεστική εξουσία για περαιτέρω εξέταση. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή του, ημερομηνίας 30 Απριλίου 2009, απέστειλε στην επιτροπή γραπτά στοιχεία αναφορικά με τα ερωτήματα που τέθηκαν από μέρους των μελών της κατά την πρώτη συνεδρία επί του θέματος.

Με βάση τα πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, κατά πλειοψηφία της προέδρου και του μέλους της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, καθώς και του μέλους της βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κόμματος, αποφάσισε να εισηγηθεί την απόρριψη της αναπομπής υποστηρίζοντας τον αναπεμφθέντα νόμο.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, εμμένοντας στην αρχική τους τοποθέτηση επί του θέματος, τάχθηκαν εναντίον του νόμου όπως αυτός ψηφίστηκε από την ολομέλεια του σώματος και συναφώς υπέρ της αποδοχής της αναπομπής.

6 Μαΐου 2009

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων