Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2009»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Άριστος Αριστοτέλους
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε πέντε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 19ης Φεβρουαρίου και 2ας Απριλίου 2009. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της αστυνομίας, του Κυπριακού Συνδέσμου Επιχειρήσεων Ασφαλείας, του ΚΕΒΕ και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ και ΣΕΚ. Η συνδικαλιστική οργάνωση ΔΕΟΚ, παρ’ όλον ότι κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε στις συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός του πιο πάνω νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας Νόμου, έτσι ώστε να καλυφθούν ορισμένα κενά και αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στις διατάξεις του και να καταστεί αποτελεσματική η εφαρμογή του.

Σημειώνεται ότι η πιο πάνω βασική νομοθεσία, η οποία ψηφίστηκε από τη Βουλή τον Ιούλιο του 2007, δεν έχει ακόμα τεθεί σε εφαρμογή. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του βασικού νόμου, η ημερομηνία έναρξης της ισχύος του θα καθοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο με σχετική γνωστοποίησή του, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Η καθυστέρηση αυτή είχε προκαλέσει την έντονη ανησυχία της επιτροπής Νομικών, λόγω της σοβαρότητας του θέματος που ρυθμίζεται με τη νομοθεσία αυτή. Ως εκ τούτου, η επιτροπή το Σεπτέμβριο του 2008 ενέγραψε σχετικό θέμα με τίτλο «Τα ιδιωτικά γραφεία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας» για αυτεπάγγελτη εξέταση από την ίδια, με σκοπό να ενημερωθεί για τους λόγους που ο νόμος δεν τέθηκε ακόμα σε ισχύ. Πριν αρχίσει η εξέταση του εν λόγω θέματος, η επιτροπή ενημερώθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και τον Αρχηγό Αστυνομίας ότι κατά το στάδιο εκείνο βρισκόταν υπό επεξεργασία το υπό συζήτηση τροποποιητικό νομοσχέδιο, το οποίο τελικά κατατέθηκε στη Βουλή στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Η επιτροπή προώθησε αμέσως την εξέταση του νομοσχεδίου, εκφράζοντας την ευαρέσκειά της για το γεγονός ότι, παρά τη μακρά καθυστέρηση που προηγήθηκε, εισακούστηκε η σχετική έκκλησή της και καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια από την εκτελεστική εξουσία για επίσπευση της κατάθεσης του νομοσχεδίου, ώστε η βασική νομοθεσία, αφού τροποποιηθεί, να τεθεί σε ισχύ το συντομότερο δυνατό.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής από τους κυβερνητικούς αρμοδίους, αμέσως μετά την ψήφιση του βασικού νόμου τον Ιούλιο του 2007 τόσο το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως όσο και η αστυνομία άρχισαν την κατάλληλη προετοιμασία, για να τεθεί σε ισχύ ο νόμος, όπως ετοιμασία εντύπων, βιβλίων, μητρώων και καθορισμός τελών. Στο διάστημα της προετοιμασίας όμως παρατηρήθηκαν τέτοιες εξελίξεις στον τομέα της λειτουργίας των ιδιωτικών γραφείων παροχής υπηρεσιών ασφάλειας που προδιαγράφουν ανεπιθύμητες καταστάσεις και γι’ αυτό κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση του νόμου, κυρίως για να καταστεί αυστηρότερος ο έλεγχος της αδειοδότησης των εν λόγω γραφείων και των ιδιωτών φυλάκων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Εισάγεται πρόνοια για αδειοδότηση φύλακα, δηλαδή του προσώπου που θα εργοδοτείται σε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφάλειας, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αδειοδοτείται ο ιδιώτης φύλακας ο οποίος είναι αυτοεργοδοτούμενος.

2. Εισάγονται νέες προϋποθέσεις σε σχέση με το ποινικό μητρώο του φύλακα και του ιδιώτη φύλακα και συγκεκριμένα διευρύνονται τα αδικήματα για τα οποία όποιος καταδικαστεί θα αποκλείεται από τη σχετική αδειοδότηση.

3. Περιορίζεται η χορήγηση αδειών μόνο σε Κυπρίους πολίτες και σε πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4. Καθορίζεται αφενός ότι ο υπεύθυνος γραφείου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει τη διεύθυνση του ιδιωτικού γραφείου, πρέπει να πληρεί τις ίδιες προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αδειοδότηση του φύλακα και του ιδιώτη φύλακα και αφετέρου οι νομικές του υποχρεώσεις.

5. Καθίσταται υποχρεωτική η επιστροφή της επαγγελματικής ταυτότητας φύλακα που θα εκδίδεται από τον Αρχηγό Αστυνομίας, όταν παύσουν να ισχύουν οι προϋποθέσεις έκδοσής της.

6. Εισάγεται πρόνοια με βάση την οποία ο Αρχηγός Αστυνομίας για την αδειοδότηση φύλακα ή ιδιώτη φύλακα δύναται να ζητά από τον αιτητή να προσκομίσει επιπρόσθετα από το ιατρικό πιστοποιητικό σχετικά με τη γενική κατάσταση της υγείας του και ειδικό πιστοποιητικό από κυβερνητικό ιατρικό λειτουργό σε σχέση με την κατάσταση της ψυχικής του υγείας.

7. Εισάγεται πρόνοια με βάση την οποία κάθε ιδιωτικό γραφείο θα πρέπει να υποβάλλει στον Αρχηγό Αστυνομίας ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και, εφόσον τούτο ζητηθεί, τους ελεγμένους λογαριασμούς του γραφείου.

8. Περιορίζεται ο τομέας δραστηριότητας του ιδιωτικού γραφείου παροχής υπηρεσιών έρευνας με την απάλειψη της δυνατότητας διεξαγωγής έρευνας από τέτοιο γραφείο για συλλογή ή παροχή σε οποιοδήποτε πρόσωπο πληροφοριών σχετιζόμενων με την ταυτότητα, κινήσεις, συμπεριφορά, εντοπισμό, συναναστροφή, δεσμούς, σχέσεις, δοσοληψίες, χαρακτήρα ή ήθος προσώπου ή το ιστορικό, παρελθόν και κατάσταση προηγούμενων δραστηριοτήτων και ενεργειών προσώπου που αποτείνεται για εργοδότηση.

Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου από την επιτροπή διατυπώθηκαν από μέλη της, καθώς και από τις ενδιαφερόμενες πλευρές επιφυλάξεις, αλλά και εισηγήσεις που αφορούν τόσο τις πρόνοιες του νομοσχεδίου όσο και ορισμένες διατάξεις του βασικού νόμου. Τα ζητήματα που απασχόλησαν ιδιαίτερα την επιτροπή επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα:

1. Το ποινικό μητρώο κάθε προσώπου που αιτείται αδειοδότησης ίδρυσης ιδιωτικού γραφείου παροχής υπηρεσιών ασφάλειας ή αδειοδότησής του ως φύλακα ή ιδιώτη φύλακα ή προσώπου το οποίο πρόκειται να εργοδοτηθεί σε τέτοιο γραφείο.

2. Τα προσόντα που πρέπει να πληρούν τα άλλα πρόσωπα που εργοδοτούνται στο γραφείο και αποτελούν το υπόλοιπο προσωπικό του, πέραν των φυλάκων και του υπεύθυνου γραφείου.

3. Το ενδεχόμενο εισαγωγής προνοιών για τη λήψη μέτρων, για σκοπούς εξισορρόπησης του ανταγωνισμού μεταξύ αφενός των ιδιωτών φυλάκων, οι οποίοι ως αυτοεργοδοτούμενοι δεν υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά το ύψος της αμοιβής τους, και αφετέρου των ιδιωτικών γραφείων που θα εργοδοτούν φύλακες, για τη μισθοδοσία των οποίων πρέπει να ακολουθούν τα ισχύοντα περί κατώτατου ορίου μισθού.

4. Τη διασαφήνιση ότι η άδεια που χορηγείται σε φύλακα ισχύει μόνο για την εργοδότησή του σε συγκεκριμένο γραφείο.

5. Τον περιορισμό του τομέα δραστηριοτήτων ιδιωτικού γραφείου παροχής υπηρεσιών έρευνας.

6. Την ανάγκη άμεσης έναρξης της ισχύος της βασικής νομοθεσίας, όπως αυτή θα τροποποιηθεί με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο.

Αναφορικά με το ζήτημα του ανταγωνισμού μεταξύ ιδιώτη φύλακα και ιδιωτικών γραφείων, το οποίο ηγέρθη από τους εκπροσώπους του Κυπριακού Συνδέσμου Επιχειρήσεων Ασφαλείας και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ και ΣΕΚ, η επιτροπή επισήμανε το γεγονός ότι η λήψη οποιωνδήποτε μέτρων για την αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ρύθμισης στην υπό τροποποίηση νομοθεσία.

Όσον αφορά το ζήτημα του προτεινόμενου στο νομοσχέδιο περιορισμού των υπηρεσιών έρευνας που θα μπορεί να παρέχει ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών έρευνας, από την πλευρά της αστυνομίας καταρχάς εκφράστηκε η άποψη ότι ο εν λόγω περιορισμός επιβάλλεται, αφού η διεξαγωγή έρευνας για τις δραστηριότητες που απαλείφονται θα αντίκειται στα άρθρα 15 και 17 του συντάγματος, που προστατεύουν το δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας και της επικοινωνίας, αντίστοιχα, και επιπλέον ότι θα πρέπει να ποινικοποιηθεί η διεξαγωγή τέτοιας έρευνας. Περαιτέρω, σε σχέση με τις συγκεκριμένες εισηγήσεις μελών της επιτροπής για παροχή δυνατότητας έρευνας σε ορισμένες περιπτώσεις, η αστυνομία διατύπωσε γραπτώς τις ακόλουθες θέσεις:

1. Διαφωνεί με την εισήγηση για παροχή δυνατότητας συλλογής πληροφοριών σχετικά με την ταυτότητα και τον εντοπισμό προσώπων ή και τη διεύθυνση κατοικίας και εργασίας προσώπου. Τέτοια εξουσία εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, λόγω του σοβαρού ενδεχομένου αυτή να χρησιμοποιείται για παράνομους σκοπούς, όπως για εξασφάλιση των στοιχείων και της διεύθυνσης μάρτυρα κατηγορίας για ποινική υπόθεση με σκοπό τον εκφοβισμό του ή για άλλες παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, σε περίπτωση που η επιτροπή αποφασίσει να παρασχεθεί η δυνατότητα για τέτοιου είδους έρευνα, τότε αυτή πρέπει να επιτρέπεται μόνο προς το σκοπό εντοπισμού προσώπων προς επίδοση κλήσεων για ποινικές, ιδιωτικές και άλλες υποθέσεις ή άλλων δικαστικών εγγράφων.

2. Θεωρεί πρωτοποριακή την εισήγηση για παροχή δυνατότητας έρευνας με σκοπό τη συμβολή στην αποκάλυψη ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων μέχρι να επιληφθεί η αστυνομία ή και μετά το τέλος των ερευνών της και επισημαίνει ότι δεν υπάρχει σχετική εμπειρία που να καταδεικνύει κατά πόσο τέτοια δυνατότητα θα λειτουργεί προληπτικά ή κατασταλτικά στην εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που δοθεί τέτοια δυνατότητα έρευνας στα ιδιωτικά γραφεία παροχής υπηρεσιών έρευνας, πρέπει να καθοριστεί η υποχρέωση των εν λόγω γραφείων να παραδίδουν άμεσα τις εξασφαλισθείσες πληροφορίες στην αστυνομία, αν η διερεύνηση αναλήφθηκε ή θα αναληφθεί από αυτήν. Περαιτέρω, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους, πρέπει να υπόκεινται σε ανάλογες ποινικές κυρώσεις.

3. Εισηγείται ότι, σε περίπτωση που η εξασφάλιση των πληροφοριών αφορά οικονομικές δραστηριότητες προσώπων και η αστυνομία κρίνει ότι δε θα επιληφθεί της διερεύνησής τους, τότε τα ιδιωτικά γραφεία πρέπει να υποχρεούνται να ενημερώνουν τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους.

Η επιτροπή, στα πλαίσια της κατ’ άρθρον συζήτησης του νομοσχεδίου, συζήτησε διεξοδικά όλα τα πιο πάνω ζητήματα, καθώς και τις σχετικές εισηγήσεις τόσο από μέρους μελών της όσο και των εμπλεκόμενων πλευρών και, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε με τη σύμφωνη γνώμη των εκπροσώπων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της αστυνομίας να διαμορφώσει το κείμενο του νομοσχεδίου, ώστε η όλη ρύθμιση για την ίδρυση και λειτουργία των ιδιωτικών γραφείων παροχής υπηρεσιών ασφάλειας να καταστεί στο σύνολό της πιο πλήρης και αποτελεσματική.

Ειδικότερα, η επιτροπή σε συνεργασία με τους πιο πάνω εκπροσώπους διαμόρφωσε το κείμενο του νομοσχεδίου, έτσι ώστε σ’ αυτό να διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Σε σχέση με το θέμα του ποινικού μητρώου, διευρύνονται τα αδικήματα για τα οποία όποιος καταδικαστεί θα αποκλείεται είτε από οποιαδήποτε προβλεπόμενη στο νόμο αδειοδότησή του είτε από την εργοδότησή του σε γραφείο ως υπεύθυνου γραφείου ή άλλου μέλους του προσωπικού του.

2. Όλο το προσωπικό που εργοδοτείται σε γραφείο και όχι μόνο ο υπεύθυνος του γραφείου πρέπει να πληρεί τα ίδια προσόντα με αυτά που απαιτούνται για σκοπούς κάθε προβλεπόμενης στο νόμο αδειοδότησης. Για σκοπούς ελέγχου των προϋποθέσεων αυτών από την αστυνομία, ο υπεύθυνος γραφείου, πριν από την εργοδότηση κάθε νέου μέλους του προσωπικού, πρέπει να υποβάλλει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία. Επιπλέον, κάθε γραφείο πρέπει να υποβάλλει κάθε χρόνο, πέραν του καταλόγου με τα ονόματα των φυλάκων που εργοδοτεί, και κατάλογο με τα ονόματα των προσώπων που εργοδοτεί ως μέλη του προσωπικού. Σε περίπτωση δε που κατά τη διάρκεια του έτους μέχρι την υποβολή νέου καταλόγου επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή σε σχέση με τους υποβληθέντες καταλόγους, ο υπεύθυνος γραφείου θα υποχρεούται να ενημερώνει γραπτώς τον Αρχηγό Αστυνομίας το αργότερο μέσα σε πέντε μέρες.

3. Διασαφηνίζεται πλήρως ότι η άδεια φύλακα, ανεξάρτητα από τη συμπλήρωση ή μη της χρονικής διάρκειας της ισχύος της, θα ισχύει μόνο για εργοδότησή του σε συγκεκριμένο γραφείο και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η εν λόγω εργοδότηση.

4. Τίθεται σε ισχύ ο περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας Νόμος από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας του υπό συζήτηση τροποποιητικού νομοσχεδίου, εφόσον αυτό ψηφιστεί σε νόμο από το σώμα.

Αναφορικά με τις διατάξεις του νομοσχεδίου που τροποποιούν το εδάφιο (2) του άρθρου 20 του βασικού νόμου, το οποίο καθορίζει τις ιδιωτικές υπηρεσίες έρευνας που δύναται να παρέχει ιδιωτικό γραφείο παροχής έρευνας, η επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τις σχετικές απόψεις της αστυνομίας, κρίνει ότι δεν πρέπει να περιοριστεί η δυνατότητα παροχής των εν λόγω υπηρεσιών έρευνας στο βαθμό που προτείνεται στο νομοσχέδιο, αλλά για ορισμένες από αυτές πρέπει να διατηρηθεί η δυνατότητα παροχής τους, αφού επαναδιατυπωθούν κατά τρόπο σαφή και περιοριστικό. Για το εύρος των εν λόγω υπηρεσιών, τα μέλη της επιτροπής επιφυλάχθηκαν να θέσουν τις απόψεις τους κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του σώματος.

Περαιτέρω, η επιτροπή, κατά την ενσωμάτωση των πιο πάνω θέσεών της στο κείμενο του νομοσχεδίου, προχώρησε στις συνεπακόλουθες τροποποιήσεις των διατάξεων του βασικού νόμου, ώστε αυτές να συνάδουν με τις ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται στις διατάξεις του νομοσχεδίου, όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε από αυτήν. Τέλος, η επιτροπή, διαπιστώνοντας ότι τόσο ο βασικός νόμος όσο και το κείμενο του νομοσχεδίου παρουσιάζουν ορισμένα κενά και αδυναμίες, προχώρησε στην επαναδιατύπωση μέρους του κειμένου του νομοσχεδίου επιφέροντας σ’ αυτό τις απολύτως αναγκαίες, κατά την άποψή της, τροποποιήσεις τόσο από ουσιαστική όσο και από νομοτεχνική άποψη για τη βελτίωση του κειμένου του.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω.

8 Απριλίου 2009

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων