Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2009»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Άριστος Αριστοτέλους
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 29ης Ιανουαρίου και 2ας Απριλίου 2009. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Το Ανώτατο Δικαστήριο και η Ένωση Δικαστών Κύπρου, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του άρθρου 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου, που αφορά το αδίκημα της καταφρόνησης του δικαστηρίου, ώστε να διασφαλιστεί η συμβατότητα των διατάξεων του εν λόγω νόμου με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και η πλήρης συμμόρφωση της Κύπρου με σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) σε ατομική προσφυγή κατά της Κύπρου.

Ειδικότερα, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:

1. Σε περίπτωση που η πράξη καταφρόνησης συνίσταται σε έλλειψη σεβασμού με λόγια ή συμπεριφορά ή σε πράξη σκόπιμης ανευλάβειας που στρέφονται προσωπικά εναντίον δικαστή του δικαστηρίου, της εκδίκασης του αδικήματος θα επιλαμβάνεται άλλο δικαστήριο, το οποίο θα ορίζεται από τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου.

2. Σε σχέση με πράξεις καταφρόνησης που διαπράττονται ενώπιον δικαστηρίου, για την τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης θα ισοζυγίζεται κάθε φορά η ανάγκη προστασίας αφενός του κύρους της δικαστικής εξουσίας και αφετέρου του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης.

Με βάση το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο και συγκεκριμένα τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου, επιτρέπεται σε δικαστήριο ενώπιον του οποίου δεικνύεται έλλειψη σεβασμού με λόγια ή συμπεριφορά ή διενεργείται πράξη σκόπιμης ανευλάβειας να επιλαμβάνεται το ίδιο της εκδίκασης του σχετικού αδικήματος και να επιβάλλει ποινή, έστω και αν τα λόγια, η συμπεριφορά ή η πράξη στρέφονται προσωπικά εναντίον δικαστή του εν λόγω δικαστηρίου. Περαιτέρω, με τις πιο πάνω διατάξεις παρέχεται η δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης χωρίς να προβλέπεται η ανάγκη διατήρησης ισοζυγίου μεταξύ της προστασίας του κύρους της δικαστικής εξουσίας και της άσκησης του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η συμβατότητα των πιο πάνω διατάξεων με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίθηκε στην ατομική προσφυγή εναντίον της Δημοκρατίας ενώπιον του ΕΔΑΔ με αιτητή δικηγόρο ο οποίος ήταν παραπονούμενος για την ποινή που του είχε επιβληθεί για πράξεις καταφρόνησης του δικαστηρίου σε διαδικασία ενώπιον κακουργιοδικείου στην οποία παρίστατο ως δικηγόρος υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, η ολομέλεια του ΕΔΑΔ στις 15 Δεκεμβρίου 2005 αποφάσισε ότι οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου, επί των οποίων βασίστηκε η επιβολή ποινής για καταφρόνηση δικαστηρίου, παραβιάζουν τα άρθρα 6(1) και 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα οποία διασφαλίζουν το δικαίωμα της δίκαιης δίκης από αμερόληπτο δικαστήριο και το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, αντίστοιχα.

Όπως επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, στον εν λόγω δικηγόρο καταβλήθηκε η επιδικασθείσα από το ΕΔΑΔ χρηματική αποζημίωση. Παράλληλα όμως, επιβάλλεται η τροποποίηση των υπό συζήτηση διατάξεων του άρθρου 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου, με σκοπό να διασφαλιστεί η συμβατότητά τους με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να αποτραπούν παρόμοιες μελλοντικές παραβιάσεις. Στην ίδια έκθεση σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες της υπό αναφορά σύμβασης, η συμμόρφωση της Δημοκρατίας με την εν λόγω απόφαση του ΕΔΑΔ θα παρακολουθείται από την επιτροπή υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Στα πλαίσια της μελέτης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ανέφερε στην επιτροπή ότι διαφωνεί με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου, αφού αυτές, σύμφωνα με τον ίδιο, παρεμποδίζουν την ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου. Περαιτέρω, ο ίδιος ανέφερε ότι συμπεριφορές ή πράξεις ανάλογες με αυτές που αναφέρονται στις πρόνοιες του νομοσχεδίου συνιστούν αδίκημα με βάση τον ποινικό κώδικα, καθώς και πειθαρχικό αδίκημα με βάση τον κώδικα δεοντολογίας των δικηγόρων και κατέληξε ότι οι υπό αναφορά πρόνοιες δεν πρέπει να περιληφθούν στον περί Δικαστηρίων Νόμο και ότι τέτοιες συμπεριφορές ή πράξεις θα πρέπει να συνιστούν μόνο πειθαρχικό αδίκημα.

Στο στάδιο της περαιτέρω μελέτης του νομοσχεδίου, η επιτροπή προέβη στις ακόλουθες παρατηρήσεις και/ή εισηγήσεις:

1. Στις πρόνοιες του προτεινόμενου νομοσχεδίου θα έπρεπε να περιληφθεί ειδική πρόνοια σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του δικηγόρου, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία του δικηγόρου να ασκεί απρόσκοπτα το επάγγελμά του.

2. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα θα πρέπει να ενημερώσει τον πταίστη για τις λεπτομέρειες του αδικήματος και για τις προβλεπόμενες ποινές και, σε περίπτωση που θεωρήσει ικανοποιητική την απολογία του πταίστη, να μην αποταθεί στον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου, για να ορίσει άλλο δικαστήριο να επιληφθεί της εκδίκασης της υπόθεσης.

3. Μαζί με το πρακτικό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα της καταφρόνησης θα πρέπει να διαβιβάζονται στο δικαστήριο που θα επιληφθεί της εκδίκασης της υπόθεσης και τα πρακτικά της διαδικασίας που ακολούθησε την πιο πάνω ενημέρωση του πταίστη και της τυχόν απολογίας του.

4. Ο όρος “πράξη σκόπιμης ανευλάβειας” που περιλαμβάνεται στο αδίκημα της καταφρόνησης θα πρέπει να αντικατασταθεί με πιο δόκιμο όρο.

Αναφορικά με τα πιο πάνω, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εξέφρασε καταρχάς τις επιφυλάξεις της όσον αφορά την ενδεχόμενη εξαίρεση των δικηγόρων από τις πρόνοιες του προτεινόμενου νομοσχεδίου, συμμεριζόμενη όμως τη θέση της επιτροπής για ειδική ρύθμιση σε σχέση με τους δικηγόρους συμφώνησε με την ανάγκη αναδιατύπωσης του κειμένου του νομοσχεδίου, ώστε, για σκοπούς διαφύλαξης του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης δικηγόρου, καθώς και του δικαιώματος δίκαιης δίκης διαδίκου τον οποίο εκπροσωπεί ο δικηγόρος, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της καταφρόνησης του δικαστηρίου να μη συνιστούν ποινικό αδίκημα για το δικηγόρο που εκπροσωπεί το διάδικο αλλά πειθαρχικό αδίκημα.

Η ίδια εκπρόσωπος συμφώνησε και με τις υπόλοιπες παρατηρήσεις και/ή εισηγήσεις της επιτροπής. Σημειώνεται ότι με τα πιο πάνω συμφώνησε και η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Στη βάση των πιο πάνω, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπέβαλε στην επιτροπή διαμορφωμένο κείμενο του νομοσχεδίου, στο οποίο διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Για σκοπούς διαφύλαξης του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης δικηγόρου, καθώς και του δικαιώματος δίκαιης δίκης διαδίκου τον οποίο εκπροσωπεί ο δικηγόρος, δε συνιστούν ποινικό αδίκημα καταφρόνησης του δικαστηρίου τα λόγια ή η συμπεριφορά δικηγόρου που εκπροσωπεί το διάδικο. Η έλλειψη σεβασμού δικηγόρου προς δικαστή με λόγια ή συμπεριφορά συνιστά πειθαρχικό αδίκημα, το οποίο δύναται να καταγγείλει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε το εν λόγω αδίκημα.

2. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα της καταφρόνησης, πριν τροχοδρομήσει διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης με υποβολή αιτήματος προς τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου, ενημερώνει επακριβώς τον πταίστη για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και για τις προβλεπόμενες ποινές και, σε περίπτωση απολογίας του πταίστη την οποία θεωρεί ικανοποιητική, δύναται να μη δώσει συνέχεια στο όλο θέμα με εκδίκαση της υπόθεσης.

3. Στην περίπτωση που θα τροχοδρομηθεί διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον άλλου δικαστηρίου, διαβιβάζεται το πρακτικό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα, καθώς και τα πρακτικά της διαδικασίας που ακολούθησε την πιο πάνω ενημέρωση του πταίστη και της τυχόν απολογίας του.

4. Ο όρος “πράξη σκόπιμης ανευλάβειας” που περιλαμβάνεται στο αδίκημα της καταφρόνησης του δικαστηρίου αντικαθίσταται από τον όρο “πράξη σκόπιμης ασέβειας”.

Περαιτέρω, η επιτροπή επέφερε στο διαμορφωμένο, σύμφωνα με τα πιο πάνω, κείμενο του νομοσχεδίου επιπρόσθετες τροποποιήσεις νομοτεχνικής φύσεως με σκοπό τη βελτίωση της διατύπωσης των διατάξεών του.

Σημειώνεται ότι με το πιο πάνω κείμενο του νομοσχεδίου, όπως διαμορφώθηκε, συμφώνησε και ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω.

 

7 Απριλίου 2009

 
 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων