Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Φυλακών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Άριστος Αριστοτέλους
Τάσος Μητσόπουλος Ανδρέας Αγγελίδης
Αριστοφάνης Γεωργίου Νικόλας Παπαδόπουλος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 12 Ιουνίου 2008 και 2 Απριλίου 2009. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο γενικός διευθυντής και εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο διευθυντής των Φυλακών, ο ψυχολόγος και ο ψυχίατρος των Φυλακών, εκπρόσωποι του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η Επίτροπος Διοικήσεως, εκπρόσωποι του Πανεπιστημίου Κύπρου και του Συλλόγου Συμπαράστασης Φυλακισμένων “Απόστολος Ονήσιμος”.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Φυλακών Νόμου, ώστε, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις για τα σωφρονιστικά συστήματα, να καθίσταται δυνατή η εξέταση και η απόφαση από ανεξάρτητο συμβούλιο που καθιδρύεται με τον προτεινόμενο νόμο επί αιτημάτων κρατουμένων για αποφυλάκισή τους επ’ αδεία, προκειμένου να εκτίσουν το υπόλοιπο μέρος της ποινής φυλάκισης εκτός των φυλακών, υπό τους όρους και τους περιορισμούς που θα θέτει το υπό αναφορά συμβούλιο. Ειδικότερα, αιτήματα θα μπορούν να υποβάλλονται απευθείας στο πιο πάνω συμβούλιο από κρατουμένους στους οποίους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης άνω των δύο ετών και οι οποίοι έχουν εκτίσει το ήμισυ της ποινής τους ή από κρατουμένους οι οποίοι καταδικάστηκαν σε ποινή ισόβιας φυλάκισης και οι οποίοι έχουν εκτίσει τουλάχιστο δεκαπέντε έτη της ποινής τους.

Σημειώνεται ότι τα έτη ποινής φυλάκισης υπολογίζονται ημερολογιακά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, για την εξέταση αιτημάτων και τη λειτουργία του συστήματος αποφυλάκισης επ’ αδεία προβλέπονται διαδικασίες που είναι συμβατές με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Ειδικότερα, προκειμένου να μπορεί να αποφασίσει το συμβούλιο για το θέμα της αποφυλάκισης του κρατουμένου, προσδιορίζονται οι διάφοροι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όπως ο βαθμός επικινδυνότητάς του, η διασφάλιση της προστασίας της κοινωνίας και οι προσωπικές, οικογενειακές και άλλες συνθήκες του κρατουμένου. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι η αποφυλάκιση επ’ αδεία αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της ποινής και η απόφαση του συμβουλίου υπόκειται σε ανάκληση, σε περίπτωση που παραβιάζονται οι όροι που έχει θέσει για την αποφυλάκιση. Σε περίπτωση δε που ο κρατούμενος καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης, ενόσω εκτίει ποινή επ’ αδεία εκτός των φυλακών, η άδεια αποφυλάκισης παύει αυτόματα να ισχύει.

Όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, για τη διαμόρφωση του τελικού κειμένου των νομοθετικών ρυθμίσεων που θα διέπουν τη δυνατότητα απόλυσης ισοβιτών υπό όρους, ανεξάρτητα και χωρίς να επηρεάζεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 53.4 του συντάγματος, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανέμενε την έκδοση της απόφασης του ΕΔΑΔ σε ατομική προσφυγή που είχε υποβληθεί από ισοβίτη εναντίον της Δημοκρατίας, ούτως ώστε να αντλήσει κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες θα ήταν καθοριστικής σημασίας για τη συμβατότητα των μέτρων που θα διαμορφώνονταν έναντι των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Πρόθεση τόσο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όσο και του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως είναι να προωθηθούν μέτρα για ρύθμιση του θέματος των ισοβιτών, ανεξάρτητα από το κατά πόσο θα διεγιγνώσκετο τελικά οποιαδήποτε παραβίαση από πλευράς της Δημοκρατίας στην πιο πάνω υπόθεση. Σημειώνεται ότι με την τελεσίδικη απόφαση του ΕΔΑΔ, που εκδόθηκε το Φεβρουάριο του 2008, απορρίφθηκαν ουσιαστικά όλοι οι ισχυρισμοί του αιτητή για παραβίαση της πιο πάνω σύμβασης από τη Δημοκρατία.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Το συμβούλιο θα διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο για περίοδο τριών ετών και θα αποτελείται από έναν πρώην δικαστή με πολυετή πείρα στο ποινικό δίκαιο και άλλα τέσσερα μέλη με προσόντα σε ειδικότητες όπως η δικανική ψυχιατρική, η δικανική ψυχολογία, η ψυχιατρική, η ψυχολογία και η εγκληματολογία.

2. Δικαίωμα υποβολής αιτήματος έχει κάθε κρατούμενος, εφόσον έχει εκτίσει το ήμισυ της ποινής φυλάκισής του η οποία υπερβαίνει τα δύο έτη.

3. Στην περίπτωση ισοβίτη τέτοιο δικαίωμα παρέχεται, εφόσον έχουν εκτιθεί τουλάχιστο δεκαπέντε έτη ποινής φυλάκισης και, αν έχουν επιβληθεί περισσότερες και διαδοχικές ποινές ισόβιας φυλάκισης, εφόσον έχουν εκτιθεί τουλάχιστον είκοσι πέντε έτη ποινής φυλάκισης.

4. Στις περιπτώσεις ποινών φυλάκισης που είναι διαδοχικές, το αίτημα μπορεί να υποβληθεί, όταν εκτιθεί το ήμισυ του συνόλου των ποινών αυτών και, αν η μεγαλύτερη ποινή είναι η ποινή των ισοβίων, εφόσον έχουν εκτιθεί τουλάχιστο δεκαπέντε έτη φυλάκισης.

5. Στις περιπτώσεις ποινών φυλάκισης που συντρέχουν, το αίτημα μπορεί να υποβληθεί, όταν εκτιθεί το ήμισυ της μεγαλύτερης σε διάρκεια ποινής και, αν η μεγαλύτερη ποινή είναι η ποινή των ισοβίων, εφόσον έχουν εκτιθεί τουλάχιστο δεκαπέντε έτη φυλάκισης.

6. Όταν απορρίπτεται αίτημα από το συμβούλιο επί της ουσίας, δεν επιτρέπεται η υποβολή νέου αιτήματος αναφορικά με την ίδια ποινή, παρά μόνο μετά την παρέλευση ενός έτους. Στην περίπτωση όμως της ποινής των ισοβίων ή της ποινής φυλάκισης πέραν των δεκαπέντε ετών, δεν επιτρέπεται η εκ νέου υποβολή αιτήματος, παρά μόνο μετά την παρέλευση δύο ετών από την τελευταία εξέταση.

7. Για τη λήψη απόφασης σε αίτημα κρατουμένου για αποφυλάκιση επ’ αδεία και για τους όρους και περιορισμούς που είναι σκόπιμο να τεθούν, το συμβούλιο συνεκτιμά μια σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων, τους ακόλουθους:

α. Το βαθμό επικινδυνότητας του κρατουμένου και τις πιθανότητες υποτροπής.

β. Τη διασφάλιση της προστασίας της κοινωνίας, ιδίως σε περιπτώσεις ισοβιτών και βαρυποινιτών που διέπραξαν αδικήματα βίας.

γ. Το είδος του αδικήματος.

δ. Τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες.

ε. Το ποινικό μητρώο του κρατουμένου.

στ. Τα γραπτά σχόλια του δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής.

ζ. Τη συμπεριφορά στις φυλακές, το βαθμό συνειδητοποίησης των συνεπειών της εγκληματικής συμπεριφοράς, τις προσπάθειες επίλυσης προσωπικών προβλημάτων και τις προθέσεις και τα σχέδια για επανένταξη.

η. Εκθέσεις ειδικών, ιδίως στις περιπτώσεις κρατουμένων με ιστορικό ψυχολογικών προβλημάτων.

8. Το συμβούλιο εξασφαλίζει όλο το αναγκαίο πληροφοριακό υλικό και εκθέσεις από διάφορες αρμόδιες υπηρεσίες και καλεί σε συνέντευξη τον αιτητή με τους τυχόν δικούς του ειδικούς, δικηγόρο και μάρτυρες, τηρώντας πρακτικά της διαδικασίας.

9. Το συμβούλιο έχει εξουσία να τροποποιεί τους όρους που έθεσε για την επ’ αδεία αποφυλάκιση ή να επιβάλλει πρόσθετους όρους ή, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή παραβίασης των όρων, να ανακαλεί την άδεια, εφόσον δώσει την ευκαιρία στον κρατούμενο να ακουστεί. Σε περίπτωση διάπραξης νέου αδικήματος κατά τη διάρκεια της επ’ αδεία αποφυλάκισης, η άδεια παύει αυτόματα να ισχύει.

Σημειώνεται ότι η εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου θα καλύψει και τους κρατουμένους που θα εκτίουν ποινή φυλάκισης κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του.

Στα πλαίσια της μελέτης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, την επιτροπή απασχόλησαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ζητήματα:

1. Οι προϋποθέσεις υποβολής αιτήματος για υπό όρους αποφυλάκιση επ’ αδεία.

2. Η σύνθεση του συμβουλίου και η ανάγκη να συμμετέχει σ’ αυτό ένας νομικός.

3. Η ανάγκη για συγκεκριμενοποίηση των όρων και των περιορισμών που θα τίθενται από το συμβούλιο για σκοπούς μείωσης του κινδύνου υποτροπής του κρατουμένου.

4. Η ανάγκη να ενημερώνεται γραπτώς το συμβούλιο από το πρόσωπο που επιβλέπει και εποπτεύει τον κρατούμενο σχετικά με την τήρηση των όρων που θέτει το συμβούλιο, καθώς και σχετικά με την ένταξη του κρατουμένου στην κοινωνία.

Αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα, οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ανέφεραν ότι δε φέρουν ένσταση στο ενδεχόμενο διαφοροποίησης του νομοσχεδίου από την επιτροπή, με εξαίρεση το θέμα της σύνθεσης του συμβουλίου και της εισήγησης να συμμετέχουν σ’ αυτό εκτός από ένας πρώην δικαστής και ένας νομικός. Για το θέμα αυτό το υπουργείο εξέφρασε τις επιφυλάξεις του, λόγω του ρόλου του συμβουλίου και της φύσεως των αιτημάτων για τα οποία θα αποφασίζει.

Στη βάση των πιο πάνω, η εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ανταποκρινόμενη σε σχετική παράκληση της επιτροπής, υπέβαλε αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου, στο οποίο διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Οι όροι και οι περιορισμοί που θα τίθενται από το συμβούλιο για σκοπούς μείωσης του κινδύνου υποτροπής του κρατουμένου, οι οποίοι μπορεί να προϋποθέτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

α. Την απαγόρευση για καθορισμένο χρόνο στη διαμονή, εργασία, επίσκεψη ή διακίνηση του κρατουμένου σε χώρους, τόπους, κτίρια ή εγκαταστάσεις τους ή σε επαρχίες ή άλλα μέρη που προσδιορίζονται στην απόφαση του συμβουλίου.

β. Την απαγόρευση επαφής του κρατουμένου με συγκεκριμένο πρόσωπο ή πρόσωπα ή με πρόσωπα συγκεκριμένης ηλικίας, επαγγέλματος ή κατηγορίας.

γ. Την τήρηση δέσμευσης που αναλήφθηκε από τον κρατούμενο όπως υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτησή του από ναρκωτικά ή κατάχρηση αλκοόλης ή τυχόν θεραπεία από άλλη κατάσταση εξάρτησης.

δ. Την ανάληψη δέσμευσης από τον κρατούμενο για εξεύρεση εργασίας ή απασχόλησης ή και έναρξη παρακολούθησης επιμορφωτικού προγράμματος ή προγράμματος επαγγελματικής αποκατάστασης.

2. Η τήρηση των όρων ή περιορισμών που θέτει το συμβούλιο επιτηρείται από πρόσωπο που επιβλέπει και εποπτεύει τον κρατούμενο, το οποίο ενημερώνει γραπτώς το συμβούλιο σε σχέση με την τήρηση των όρων και σε σχέση με την ένταξη του κρατουμένου στην κοινωνία.

Η επιτροπή μελέτησε το αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου και σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε περαιτέρω το κείμενό του, ώστε σ’ αυτό να διαλαμβάνονται, επιπρόσθετα των πιο πάνω, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

1. Ως μέλη του συμβουλίου διορίζονται άτομα εγνωσμένου κύρους και ήθους από τα οποία το ένα μέλος πρέπει να είναι πρώην δικαστής με πολυετή πείρα στο ποινικό δίκαιο, ένα άλλο μέλος νομικός και τα υπόλοιπα τρία μέλη να κατέχουν προσόντα σε σχετικές με το θέμα ειδικότητες, όπως η δικανική ψυχιατρική, η δικανική ψυχολογία, η ψυχιατρική, η ψυχολογία, η κοινωνιολογία και η εγκληματολογία.

2. Στους παράγοντες τους οποίους το συμβούλιο συνεκτιμά σε κάθε περίπτωση για τη λήψη απόφασης σε αίτημα κρατουμένου για την υπό όρους αποφυλάκισή του επ’ αδεία συμπεριλήφθηκε η έμπρακτη μεταμέλεια του κρατουμένου για την εγκληματική του συμπεριφορά.

Περαιτέρω, η επιτροπή επέφερε στο διαμορφωμένο, σύμφωνα με τα πιο πάνω, κείμενο του νομοσχεδίου επιπρόσθετες τροποποιήσεις νομοτεχνικής φύσεως, με σκοπό τη βελτίωση της διατύπωσης των διατάξεών του.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, όπως αυτό έχει τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω.

 

8 Απριλίου 2009

 
 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων