Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για την πρόταση νόμου που τιτλοφορείται «Ο περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Ιωνάς Νικολάου, πρόεδρος Ανδρέας Αγγελίδης
Τάσος Μητσόπουλος Νικόλας Παπαδόπουλος
Αριστοφάνης Γεωργίου Γιαννάκης Ομήρου
Άριστος Αριστοτέλους Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών εξέτασε την πιο πάνω πρόταση νόμου σε συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 15 Μαΐου και 2 Ιουλίου 2008. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, συνοδευόμενος από λειτουργό του γραφείου του, εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και εκπρόσωποι του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών Κύπρου, της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής, του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, του ΚΕΒΕ και της ΟΕΒ.

Η υπό συζήτηση πρόταση νόμου κατατέθηκε από τον πρόεδρο της επιτροπής βουλευτή κ. Ιωνά Νικολάου, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, και τα μέλη της βουλευτές κ. Ανδρέα Αγγελίδη, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού κόμματος, και Γιαννάκη Ομήρου, εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ.

Σκοπός της πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, έτσι ώστε να μειωθεί από 8% σε 6% το ύψος του προβλεπόμενου σ’ αυτό επιτοκίου, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο επιδικάζει τόκο σε κάθε απόφαση στην οποία επιδικάζεται χρηματικό ποσό, εφόσον δεν προβλέπεται άλλο επιτόκιο δυνάμει συμφωνίας ή άλλου νόμου.

Σύμφωνα με τους εισηγητές της πρότασης νόμου, η προτεινόμενη ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία ύστερα από τη φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων και τη διακύμανσή τους. Ειδικότερα, δεδομένου ότι το ύψος του νομοθετικά καθορισμένου δικαστικού επιτοκίου παραμένει σταθερό στο 8%, ανεξάρτητα από το ύψος του επιτοκίου στις τρέχουσες συναλλαγές, κρίθηκε αναγκαία η μείωσή του σε 6%, ώστε αυτό να συνάδει με τη σημερινή πραγματικότητα.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας συμφώνησε με την ανάγκη μείωσης του ύψους του διά νόμου καθοριζόμενου επιτοκίου, γιατί, όπως ανέφερε, αυτό δεν είναι λογικό να παραμένει 8%, ενώ το επιτόκιο στις τρέχουσες συναλλαγές είναι κυμαινόμενο και το ύψος του σήμερα είναι περίπου 4%-4,5%. Στη βάση του σκεπτικού αυτού εισηγήθηκε ότι θα ήταν ορθό το επιτόκιο αυτό να καθορίζεται με βάση το βασικό επιτόκιο που καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και την προσθήκη σ’ αυτό κάποιου ποσοστού. Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι μπορεί να υιοθετηθεί και στην περίπτωση αυτή κυμαινόμενο επιτόκιο κατά τον τρόπο που αυτό καθορίζεται στις περιπτώσεις των απαλλοτριώσεων, σύμφωνα με τις πρόσφατες τροποποιήσεις. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ως υπαλλακτική λύση τον καθορισμό στο νόμο ενός ποσοστού το οποίο να δύναται να διαφοροποιείται κατά καιρούς από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.

Τέλος, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα μελών της επιτροπής, διατύπωσε την άποψη ότι ο καθορισμός κυμαινόμενου επιτοκίου για σκοπούς του περί Δικαστηρίων Νόμου δε συνιστά επέμβαση στη δικαστική εξουσία.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε στην επιτροπή ότι συμφωνεί με την προτεινόμενη μείωση του δικαστικού επιτοκίου σε 6% διευκρινίζοντας ότι το σταθερό επιτόκιο διευκολύνει πρακτικά τα δικαστήρια κατά τον υπολογισμό του τόκου. Παράλληλα, δήλωσε ότι συμφωνεί και με τον καθορισμό κυμαινόμενου επιτοκίου που θα καθορίζεται με βάση το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 4%, και την προσθήκη σ’ αυτό ποσοστού ύψους 1,5%. Διευκρίνισε επίσης ότι από πλευράς του υπουργείου είναι αποδεκτό επιτόκιο ύψους 5,5% ή 6%.

Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου συμφώνησε με την εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για καθορισμό κυμαινόμενου επιτοκίου, αλλά εξέφρασε την επιφύλαξη ότι αυτό δυνατό να προκαλέσει πρακτικές δυσκολίες στην εφαρμογή από τα δικαστήρια.

Ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου υποστήριξε τον καθορισμό κυμαινόμενου επιτοκίου στο άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Παράλληλα, επισήμανε την ανάγκη όπως τροποποιηθούν ανάλογα και οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στις οποίες καθορίζεται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το δικαστήριο επιδικάζει τόκο ύψους 8% σε περίπτωση αποζημιώσεων για σωματική βλάβη ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος.

Όλοι όσοι παρευρέθηκαν στις συνεδρίες της επιτροπής υποστήριξαν τον καθορισμό κυμαινόμενου επιτοκίου, είτε κατά τον τρόπο που καθορίζεται στις περιπτώσεις των απαλλοτριώσεων είτε με βάση το βασικό επιτόκιο και την προσθήκη σ’ αυτό κάποιου ποσοστού, το οποίο, σύμφωνα με τις διάφορες εισηγήσεις τους, θα πρέπει να είναι από 0,5% μέχρι 1,5%.

Τέλος, σε σχέση με το χρόνο εφαρμογής του νέου επιτοκίου που θα καθοριστεί με την πρόταση νόμου, επισημάνθηκε τόσο από μέλη της επιτροπής όσο και από τους παρευρισκομένους ότι για τις εκκρεμούσες ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεις θα πρέπει να γίνει μεταβατική ρύθμιση ανάλογη με εκείνη που υιοθετήθηκε κατά την προηγούμενη σχετική τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου, όταν δηλαδή το επιτόκιο αυξήθηκε από 6% σε 8%.

Υπό το φως των πιο πάνω, η επιτροπή διαμόρφωσε τις πιο κάτω θέσεις:

1. Ο πρόεδρος της επιτροπής και το μέλος της βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Ευρωπαϊκού Κόμματος προχώρησαν στη διαμόρφωση του κειμένου της πρότασης νόμου καθορίζοντας το ύψος του επιτοκίου σε 5,5% και παράλληλα τη δυνατότητα αναθεώρησής του με διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα, στο διαμορφωμένο κείμενο προβλέπεται ότι το καθοριζόμενο στο άρθρο 33 επιτόκιο δύναται να αναθεωρείται το Δεκέμβριο κάθε έτους και θα ισχύει για ολόκληρο το επόμενο έτος, με διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών που θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, καθορίζονται η μέθοδος και τα κριτήρια με βάση τα οποία ο Υπουργός Οικονομικών θα αναθεωρεί το πιο πάνω επιτόκιο και τα οποία είναι ανάλογα με τα κριτήρια και τη μέθοδο στη βάση των οποίων καθορίζεται το ύψος του δημόσιου επιτοκίου υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου του 2006.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις δήλωσαν ότι βασική θέση τους είναι το ύψος του επιτοκίου να παραμείνει 8%, όπως ισχύει σήμερα. Ωστόσο, ως συμβιβαστική πρόταση, εισηγούνται τη μείωσή του σε 6,5% αντί 6%, όπως προτείνεται με το αρχικό κείμενο της πρότασης νόμου. Περαιτέρω, δήλωσαν ότι διαφωνούν με το διαμορφωμένο κείμενο της πρότασης νόμου, όπως αυτό προτείνεται από την προαναφερθείσα πλειοψηφία των μελών της επιτροπής.

3. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν τόσο επί του αρχικού όσο και επί του διαμορφωμένου κειμένου της πρότασης νόμου κατά τη συζήτησή της στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

8 Ιουλίου 2008

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων