Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για την πρόταση νόμου που τιτλοφορείται «Ο περί της Υιοθέτησης του Ευρώ (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, αναπλ. πρόεδρος Αβέρωφ Νεοφύτου
Σταύρος Ευαγόρου Μαρία Κυριακού
Γιάννος Λαμάρης Μαρίνος Σιζόπουλος
Τάκης Χατζηγεωργίου Νίκος Κουτσού

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε την υπό αναφορά πρόταση νόμου, η οποία κατατέθηκε από το βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού κ. Μαρίνο Σιζόπουλο, σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουλίου 2008. Στη συνεδρία αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την υπό αναφορά πρόταση νόμου, είναι η τροποποίηση του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, ώστε να παραταθεί η υποχρέωση για διπλή αναγραφή των τιμών, δηλαδή η ταυτόχρονη αναγραφή των τελικών τιμών πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών σε κυπριακές λίρες και σε ευρώ μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2010.

Η πιο πάνω ρύθμιση, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, κρίνεται αναγκαία, γιατί, παρά τη σημαντική προσαρμογή του καταναλωτικού κοινού στο νέο νόμισμα (ευρώ), για σκοπούς σύγκρισης των τιμών και καλύτερης κατανόησης του κόστους αγοράς των καταναλωτικών αγαθών κρίνεται σκόπιμο η διπλή αναγραφή των τιμών να παραταθεί για σημαντικό χρόνο, ώστε να υποβοηθηθεί σημαντικά ο καταναλωτής.

Στο στάδιο της συζήτησης της υπό αναφοράς πρότασης νόμου ο εισηγητής της ανέφερε περαιτέρω ότι η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται αναγκαία για τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων, λόγους:

1. Τα ηλικιωμένα κυρίως άτομα αδυνατούν να συλλάβουν την πραγματική οικονομική αξία των προϊόντων η οποία εκφράζεται μέσω των τιμών πώλησης.

2. Η κατάργηση της διπλής αναγραφής τιμών σ’ αυτή τη φάση κατά την οποία παρουσιάζονται έντονες πληθωριστικές πιέσεις θα οδηγήσει σε αδικαιολόγητες αυξήσεις προϊόντων και θα επιδεινώσει το ύψος του πληθωρισμού.

Ο ίδιος βουλευτής δήλωσε επίσης ότι μετά την κατάθεση της υπό αναφορά πρότασης νόμου στη Βουλή έκρινε σκόπιμο να διαβουλευθεί με κύκλο επηρεαζομένων. Ως αποτέλεσμα αυτών των διαβουλεύσεών του, εισηγείται τη διαφοροποίηση της ζητούμενης παράτασης, ώστε να διατηρηθεί το υφιστάμενο σύστημα διπλής αναγραφής τιμών αντί μέχρι το Σεπτέμβριο του 2010, που είχε αρχικά προταθεί, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009.

Σημειώνεται ότι, με βάση πληροφόρηση που δόθηκε στην επιτροπή με σημείωμα της Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής, το κοινοτικό κεκτημένο που αφορά τη διπλή αναγραφή των τιμών και άλλων χρηματικών ποσών δεν είναι δεσμευτικό από νομικής άποψης και αφορά σύσταση στην οποία περιέχονται αρχές καλής πρακτικής, που αποσκοπούν στην εξοικείωση της αγοράς με το νέο νόμισμα.

Στο ίδιο σημείωμα αναφέρεται επίσης ότι στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ημερομηνίας 11 Φεβρουαρίου 1998, “Πρακτικές πλευρές της εισαγωγής του ευρώ: η κατάσταση προόδου” η Επιτροπή εκτιμά ότι η επιβολή υποχρεωτικών ρυθμίσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσον αφορά τη διπλή αναγραφή δε θα αποτελούσε τον καλύτερο τρόπο, ώστε να διασφαλιστεί μία ελαχιστοποίηση του κόστους μετατροπής στο ευρώ.

Συναφώς με τα πιο πάνω, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών, καταθέτοντας τις θέσεις του υπουργείου του, τάχθηκε εναντίον της παράτασης της περιόδου διπλής αναγραφής των τιμών σε κυπριακές λίρες και σε ευρώ, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι πολλά κράτη μέλη στο στάδιο της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος δεν είχαν καν νομοθετήσει την υποχρέωση διπλής αναγραφής των τιμών. Δήλωσε επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρόσφατη έκθεσή της για την αξιολόγηση των θεμάτων που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ στα κράτη μέλη αναφέρει ότι μεγάλες και παρατεταμένες περίοδοι διπλής αναγραφής των τιμών δεν είναι σκόπιμες.

Ο ίδιος εκπρόσωπος υπενθύμισε ότι στην περίπτωση της Κύπρου η διπλή αναγραφή τιμών είχε αρχίσει τέσσερις μήνες πριν από την επίσημη εισαγωγή του ευρώ, δηλαδή από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα μετά την ημερομηνία καθορισμού της τιμής μετατροπής, δηλαδή την 1η Σεπτεμβρίου 2007, και ότι η σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά το γεγονός ότι δεν είναι υποχρεωτική, δημιουργεί τρόπον τινα δέσμευση στα κράτη μέλη να την υποστηρίξουν. Εν πάση περιπτώσει, τα κράτη μέλη καλούνται να ορίσουν κατ’ ανώτατο όριο την περίοδο διπλής αναγραφής μετά την επίσημη εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος στη χώρα τους σε δώδεκα μήνες. Συνεπώς, αν θα ετίθετο ζήτημα παράτασης της εν λόγω περιόδου, αυτή δε θα έπρεπε να υπερβαίνει την 31η Δεκεμβρίου 2008, δηλαδή τους δώδεκα κατ’ ανώτατο όριο μήνες, σύμφωνα με τα πιο πάνω.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής Αβέρωφ Νεοφύτου επισήμανε ότι η υποχρέωση για διπλή αναγραφή των τιμών δημιουργεί πρόσθετο βάρος στις επιχειρήσεις, ειδικότερα τις πιο μικρές, με αποτέλεσμα ο κάθε επιχειρηματίας να μετακυλίει το κόστος του στον καταναλωτή, γεγονός το οποίο, σε τελευταία ανάλυση, επηρεάζει το ύψος του πληθωρισμού.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού με την παρούσα έκθεσή της αποφάσισε να υποβάλει την υπό αναφορά πρόταση νόμου στην ολομέλεια του σώματος για τελική τοποθέτηση όλων των πλευρών στο στάδιο της συζήτησής της. Σημειώνεται ότι η υπό συζήτηση πρόταση νόμου υποβάλλεται διαφοροποιημένη και σύμφωνα με την πρόταση του εισηγητή της για παράταση της περιόδου υποχρεωτικής αναγραφής των τιμών σε κυπριακές λίρες και σε ευρώ μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009 αντί μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2010, όπως είχε αρχικά προταθεί με την κατάθεσή της στη Βουλή.

8 Ιουλίου 2008

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων